ΚΑΛΩΣΟΡΙΣΑΤΕ ΣΤΟΝ ΙΣΤΟΧΩΡΟ ΜΟΥ

εδώ θα βρείτε χιούμορ , φαντασία, αγάπη για τη γνώση, και πάνω απ' όλα ALMA LIBRE





Πέμπτη, 27 Μαρτίου 2014

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

το ΒΙΒΛΙΟ
     Ένα περιπολικό και ένα ασθενοφόρο κατέφθασαν στην Πατρών νούμερο 13 σχεδόν ταυτόχρονα. Ήταν εννιά παρά τέταρτο το πρωί, και μόλις δέκα λεπτά προηγουμένως κατέφθασε ένα τηλεφώνημα από ένα γείτονα που τους περίμενε ήδη έξω από την τεράστια βίλα. Όπως τους κατήγγειλε στο τηλέφωνο ψάχνοντας τον σκύλο του το πρωί, τον εντόπισε έξω από την είσοδο της τεράστιας βίλας να πηγαινοέρχεται κουνώντας την ουρά του ανήσυχα και γαυγίζοντας παράξενα. Όταν πλησίασε για να πάρει το σκύλο, μυρίστηκε μια έντονη και αφόρητη μυρωδιά, σαν ψόφιο, έτσι τους την περιέγραψε. Επίσης χτύπησε την πόρτα αλλά δεν άνοιγε κανείς και είχε μέρες να δει τον γείτονα του.
        Ο αστυνόμος υπηρεσίας κατέβηκε από το περιπολικό και προχώρησε στην είσοδο. Η μυρωδιά ήταν έντονη, και ήταν σίγουρα από κάποιον που πέθανε εδώ και μέρες. Ένευσε στο προσωπικό του ασθενοφόρου, ο νοσοκόμος τον πλησίασε φέρνοντας του μια μάσκα, αμέσως φόρεσε και ο ίδιος τη μάσκα του. Ο αστυνομικός φόρεσε πλαστικά γάντια μιας χρήσης και χτύπησε το κουδούνι, αν και ήταν σίγουρος ότι κανείς δε θα άνοιγε.  Ρώτησε το γείτονα αν υπήρχε έξτρα κλειδί. Δε νομίζω, του απάντησε εκείνος. Ο γείτονας του δεν ήταν από τους ανθρώπους που θα έδιναν αντικλείδι σε κάποιον. Ο αστυνόμος προχώρησε προς την πίσω πλευρά της βίλας. Η μπαλκονόπορτα της κουζίνας ήταν μισάνοιχτη, ο αστυνόμος άνοιξε μια μαύρη τσάντα και έβγαλε ένα ζευγάρι πλαστικά καλύμματα τα οποία φόρεσε πάνω από τα παπούτσια του πριν μπει μέσα. Άνοιξε την πόρτα και μια γκρίζα γάτα πετάχτηκε πάνω του, τρέχοντας προς τον κήπο φοβισμένη.  Προχώρησε,  πόρτα της κουζίνας από μέσα ήταν κλειστή. Ένα ραδιόφωνο έπαιζε χαμηλά, στο τραπέζι υπήρχε ένα πιάτο με δύο τοστ, ένα φλιτζάνι με καφέ, στο οποίο κολυμπούσε μια νεκρή μύγα, ένα πιατάκι με τυρί και λίγες πράσινες ελιές. Κάποιος δεν είχε προλάβει να τελειώσει το πρόγευμα του.
     Η γάτα ήρθε και πάλι μέσα, φαινόταν πεινασμένη. Ο αστυνόμος κοίταξε στο πάτωμα, τα δοχεία της ήταν άδεια. Πήρε το δοχείο του νερού και το γέμισε από τη βρύση, η γάτα πλησίασε και άρχισε να πίνει κοιτώντας τον με ευγνωμοσύνη. Πάνω στον πάγκο βρισκόταν ένα κουτί με ξηρή τροφή, το πήρε και της έβαλε λίγη στο άλλο δοχείο. Σε λίγο ακουγόταν ένα λαίμαργο κριτς κρατς από τα δοντάκια της πεινασμένης γάτας. Ο αστυνόμος άκουσε το κουδούνι να χτυπά, ήταν ο νοσοκόμος που περίμενε στην κύρια είσοδο. Προχώρησε στο σαλόνι, η μυρωδιά ήταν πλέον αποκρουστική και μόλις που συγκρατήθηκε να μην κάνει εμετό. Προχώρησε με γοργά βήματα και άνοιξε την κύρια είσοδο, ελπίζοντας να μπει λίγος φρέσκος αέρας και να φύγει αυτή η απαίσια μυρωδιά. Ο αέρας έκανε την πόρτα της κουζίνας να χτυπήσει δυνατά τρομάζοντας τους. Οι δύο νοσοκόμοι περίμεναν υπομονετικά έξω από την είσοδο τις οδηγίες του αστυνόμου. Θα περιμένετε λίγο ακόμα παιδιά, όπως βλέπετε ο κύριος είναι ήδη νεκρός και δε θα χρειαστεί την άμεση σας βοήθεια. Θα πρέπει να καλέσουμε τον ιατροδικαστή είπε δείχνοντας τους το πτώμα, έναν μεσήλικα ντυμένο με μπλε σατέν πυτζάμες και ένα χρώμα αποσύνθεσης που σχεδόν έμοιαζε στις πυτζάμες, να κάθεται σε μια ψηλή δερμάτινη καρέκλα μπροστά στο γραφείο του και το κεφάλι του γερμένο με τα μάτια ορθάνοιχτα, πάνω σε ένα ανοιχτό βιβλίο.
     Σε μισή ώρα ο δρόμος μπροστά από την μεγάλη έπαυλη είχε αποκλειστεί με περιπολικά και κίτρινες κορδέλες. Η ιατροδικαστής κατέφθασε στη σκηνή με την ομάδα του να βγάζουν δεκάδες φωτογραφίες. Γύρω στο μεσημέρι δόθηκε η άδεια να μεταφερθεί το πτώμα στο νεκροτομείο. Τότε ήρθε η σειρά του αστυνόμου, που περίμενε υπομονετικά την ιατροδικαστική ομάδα να ολοκληρώσει το έργο της, για να αναλάβει τα περαιτέρω. Ο αστυνόμος άρχισε να επιθεωρεί το χώρο ενδελεχώς. Δεν υπήρχαν πουθενά ενδείξεις για έγκλημα, καθόλου αίμα στο πάτωμα ή στους τοίχους, όλα φαίνονταν βαλμένα στη θέση τους, το σαλόνι αν και βρωμοκοπούσε σήψη κατά τα άλλα το πολυτελέστατο σαλόνι φαινόταν σε τάξη, σαν να μην το είχε αγγίξει ο θάνατος του ιδιοκτήτη του. Ο αστυνόμος μαζί με τον βοηθό του επιθεώρησαν όλο το σπίτι, όλα φαίνονταν σε τάξη. Όλα τα παράθυρα του πάνω ορόφου δεν φαίνονταν παραβιασμένα, μόνο το κρεβάτι ήταν άστρωτο, αλλά ήταν προφανές, αφού ο νεκρός είχε πεθάνει λίγο μετά που ξύπνησε, όπως μαρτυρούσε και  το μισοτελειωμένο πρόγευμα στην κουζίνα. Αλήθεια, με όλη αυτή τη φασαρία, η γάτα που βρισκόταν; Ο αστυνόμος επέστρεψε στην κουζίνα και την βρήκε να κοιμάται αμέριμνη στο καλάθι της, δεν φαινόταν να είχε αναστατωθεί καθόλου από το θάνατο του κύριου της, και αφού έφαγε και χόρτασε μετά από τόσες μέρες που έμεινε νηστική, είπε να ρίξει ένα υπνάκο. Ο αστυνόμος πήγε κοντά της και τη χάιδεψε στην πλάτη και εκείνη χωρίς να ανοίξει τα μάτια άρχισε να γουργουρίζει ευχαριστημένα.
«Θα σε πάρω μαζί μου εσένα» της είπε «θα σε φροντίσω μέχρι να δούμε τι θα κάνουμε»
«όλα έτοιμα αστυνόμε;» ρώτησε ο βοηθός του
«Ναι, νομίζω έχουμε όλα όσα χρειαζόμαστε. Από τις πρωί είμαστε εδώ και κοντεύει τρεις. Θα συνεχίσουμε στο τμήμα. Πάρε τη γάτα μαζί μας, δε θα την αφήσουμε εδώ να λιμοκτονήσει, θα την πάρω στο σπίτι απόψε μαζί μου μέχρι να της βρω ένα άλλο σπίτι»
«Μάλιστα αστυνόμε» είπε ο βοηθός χαμογελώντας και πήρε αγκαλιά τη μισοκοιμισμένη γάτα μαζί με το καλάθι και βγήκε από την πόρτα της κουζίνας.
Ο αστυνόμος επέστρεψε στο σαλόνι. Υπήρχε κάτι ακόμα που έπρεπε να πάρει μαζί του. Προχώρησε προς το γραφείο. Έσβησε το φωτιστικό που ήταν ακόμα αναμμένο. Πήρε το σημειωματάριο του και έγραψε.
Τετάρτη 30 Οκτώβρη 2013 Τι ώρα ξημερώνει; Γιατί είχε ανάψει το φωτιστικό για να διαβάσει; Δεν είχε ξημερώσει ακόμα; Να επιβεβαιώσω με την ώρα θανάτου με ιατροδικαστή !
Το γραφείο εκτός από το φωτιστικό είχε μια σιδερένια μολυβοθήκη. Πάνω της ανάγλυφη μια χρυσή πυραμίδα και τα αρχικά Μ.Μ. Γνωστό το σύμβολο αλλά ήταν νωρίς για να βγάλει συμπεράσματα. Δίπλα στην μολυβοθήκη σε μια χρυσή κορνίζα μια φωτογραφία με τρεις άντρες, όλοι ντυμένοι με ακριβά κοστούμια, να στέκονται στη σειρά, με τον εκλιπόντα στη μέση. Ο αστυνόμος πήρε ξανά το σημειωματάριο του.
Φωτογραφία στο γραφείο, σημαντικοί άντρες – φίλοι -  Να εντοπίσω τους άλλους δύο !
Τέλος στη μέση του γραφείου, ένα βιβλίο, ο αστυνόμος το κοίταξε προσεχτικά χωρίς να το μετακινήσει. Ήταν ανοιχτό και στη σελίδα είχε γραμμένη μια ομολογία, ίσως ένα αποχαιρετιστήριο μήνυμα, η πένα βρισκόταν στο πάτωμα, ο αστυνόμος έσκυψε, τη μάζεψε φορώντας πριν τα πλαστικά του γάντια, και την τοποθέτησε προσεχτικά σε ένα χάρτινο φάκελο. Σημείωσε και πάλι
Αυτοκτονία ;
Το βιβλίο έκρυβε το μυστικό. Το πήρε και το τοποθέτησε σε έναν χάρτινο, μεγαλύτερο φάκελο και προχώρησε στην έξοδο. Έξω περίμεναν δύο αστυνομικοί που θα περιφρουρούσαν τον χώρο. Ο αστυνόμος μπήκε μόνος στο αυτοκίνητο. Η γάτα βρισκόταν καθισμένη στο καλάθι της στη θέση του συνοδηγού. Ο βοηθός του περίμενε ένα νεύμα για να φύγει με το δικό του αυτοκίνητο. Ο αστυνόμος του ένευσε ότι είναι εντάξει να φύγει.
     Ο αστυνόμος ξεκίνησε για το τμήμα. Πριν όμως ήθελε να κάνει μια στάση να φάει κάτι, το στομάχι του άρχισε να διαμαρτύρεται. Σταμάτησε κοντά στον παραλιακό, δίπλα από ένα μικρό περίπτερο και πήρε ένα σάντουιτς και ένα μπουκάλι νερό.  Επέστρεψε στο περιπολικό. Η γάτα ξύπνησε μάλλον και πάλι πεινασμένη. Της έκοψε ένα κομμάτι ζαμπόν και της το έβαλε στο στόμα. Κομματάκι κομματάκι η γάτα έφαγε σχεδόν όλο το ζαμπόν και ο αστυνόμος το ψωμί και τις ντομάτες.
     «Χαλάλι σου γατούλα, τόσες μέρες είσαι νηστική» της είπε και εκείνη άρχισε να τρίβεται πάνω του με αγάπη. Εκείνος την άφησε να τον ευχαριστήσει με τον τρόπο της και μετά την έβαλε πάλι στο καλάθι της.
      Πήρε και πάλι τον χάρτινο φάκελο. Τον έτρωγε η περιέργεια να δει τι ήταν αυτό το περιβόητο σημείωμα, τα τελευταία λόγια που έγραψε ο νεκρός σε αυτό το παράξενο κιτρινισμένο βιβλίο. Άνοιξε στην πρώτη σελίδα. Βρήκε ξανά κολλημένη εκείνη την παλιά φωτογραφία με τους τρεις άντρες. Στις επόμενες σελίδες βρήκε κολλημένα αποκόμματα εφημερίδων, όλα σχεδόν αναφέρονταν σε μια τραγωδία που συνέβηκε τρία χρόνια πριν όταν ένα εμπορικό καράβι βυθίστηκε εν πλω, παίρνοντας στο βυθό τους δώδεκα ναύτες που εργάζονταν επάνω και τον καπετάνιο. Μια παράξενη υπόθεση καθώς ποτέ κανένας δεν ανακάλυψε τους λόγους για τους οποίους είχε βυθιστεί το καράβι, το οποίο ήταν φορτωμένο με εμπορευματοκιβώτια αξίας εκατομμυρίων. Είχε γίνει μεγάλος ντόρος τότε, η υπόθεση ήταν για μήνες στην επικαιρότητα, καθώς η ασφαλιστική εταιρία αρνιόταν να καταβάλει το ποσό της αποζημίωσης στην πλοιοκτήτρια εταιρία, καθώς ισχυρίζονταν ότι η βύθιση του πλοίου επήλθε λόγω κακής συντήρησης. Η υπόθεση κατέληξε στα δικαστήρια και μετά την παρέμβαση ενός πολύ ισχυρού δικηγόρου, η πλοιοκτήτρια εταιρία κέρδισε την υπόθεση και η ασφαλιστική εταιρία αναγκάστηκε να καταβάλει το ποσών των δεκαεφτά εκατομμυρίων ευρώ ως αποζημίωση, στην οποία συμπεριλαμβανόταν και η αποζημίωση των οικογενειών του καπετάνιου και των ναυτών.
       Όλα τα αποκόμματα αφορούσαν την υπόθεση του ναυαγίου. Φωτογραφίες με τα ονόματα των θυμάτων, φωτογραφίες του πλοίου όταν ακόμα ήταν στις δόξες του, φωτογραφίες με τους συγγενείς των θυμάτων ντυμένους στα μαύρα να διαμαρτύρονται έξω από το δικαστήριο. Μια φωτογραφία από τρεις άντρες να βγαίνουν έξω από το δικαστήριο με θριαμβευτικό βλέμμα, μετά την λήξη της δίκης. Οι τρεις άντρες που υπήρχαν στην πρώτη φωτογραφία. Και στα δύο τελευταία αποκόμματα, κάτι περίεργο. Ήταν αγγελίες θανάτου, η μία έγραφε 27 Οκτωβρίου 2011 και ο νεκρός ήταν ο ένας από τους τρεις κουστουμαρισμένους κύριους, στην άλλη έγραφε 27 Οκτωβρίου 2012 και ο νεκρός ήταν ο δεύτερος. Πέθανε ακριβώς ένα χρόνο μετά τον φίλο του. Ο τρίτος ; Σήμερα ήταν 30, μύριζε άσχημα, είχε πέθανε άραγε κι αυτός στις 27; Ένας θάνατος κάθε χρόνο; Αυτό παραήταν παράξενο για να είναι μια απλή σύμπτωση. Ο αστυνόμος γύρισε μερικές σελίδες πίσω.  Εντόπισε ένα από το απόκομμα  εφημερίδας που αναφερόταν στο ναυάγιο. Διάολε, το πλοίο είχε βυθιστεί στις 27 Οκτώβρη 2010. Τι στο καλό συνέβαινε επιτέλους; σίγουρα δεν ήταν αυτοκτονία, πώς μπορούσαν τρεις άνθρωποι να αυτοκτονούσαν ακριβώς την ίδια μέρα, κάθε χρόνο, για τρία συνεχή χρόνια; Όχι ,κάτι άλλο συνέβαινε, κάτι εγκληματικό.
     Ο αστυνόμος είχε ιδρώσει από την αγωνία. Προχώρησε στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου όπου διάβασε το χειρόγραφο σημείωμα.
27 Οκτώβρη 2013
Ονομάζομαι Σπύρος Ανανιάδης, δικηγόρος στο επάγγελμα, και δηλώνω τα πιο κάτω:
Οι συνεργάτες μου Φαίδωνας Νιάρος και Χρίστος Φιλίδης, ιδιοκτήτες της πλοιοκτήτριας εταιρίας Νιάρος & Φιλίδης Α.Ε. με κάλεσαν μετά από τη βύθιση του πλοίου τους ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ, για να αναλάβω να τους αντιπροσωπεύω στη δίκη με σκοπό την εξασφάλιση του ποσού που όφειλε η ασφαλιστική εταιρία στην εταιρία και στις οικογένειες των θυμάτων.
Για να εξασφαλίσω την επιτυχή έκβαση της δίκης, παραποίησα στοιχεία, λάδωσα μάρτυρες και πλήρωσα μεγάλα ποσά για να κρατήσω στόματα κλειστά. Η εταιρία αθωώθηκε των ευθυνών της και στα πρακτικά της δίκης καταγράφηκε ως υπεύθυνος ο καπετάνιος του πλοίου κάτι για το οποίο φρόντισα προσωπικά εγώ. Κερδίσαμε τη δίκη. Ο διάολος ήταν μαζί μας . Δύο εκατομμύρια πήγαν στις οικογένειες των εκλιπόντων. Τα υπόλοιπα δεκαπέντε τα μοιραστήκαμε ισάξια εγώ, ο Φαίδωνας και ο Χρίστος. Πήγαμε στα σπίτια μας και ξεχάσαμε το όλο θέμα. Το αλήθεια όμως ήταν ότι ο Φαίδωνας και ο Χρίστος βύθισαν το πλοίο, δολοφόνησαν δεκατρείς αθώους ανθρώπους για να κερδίσουν εκατομμύρια και εγώ τους βοήθησα, τους εξυπηρέτησα, τους αθώωσα, απαιτώντας ίσο μερίδιο με τους δολοφόνους.
Μια βδομάδα πριν την πρώτη επέτειο του ναυαγίου έλαβα ένα γράμμα από τον Φαίδωνα, όπου τρομοκρατημένος μου έγραφε ότι παρέλαβε ένα μαύρο βιβλίο, με τις φωτογραφίες, τα αποκόμματα των εφημερίδων, και ότι κάποιος ήξερε τα πάντα και ήμασταν τελειωμένοι. Τον πήρα τηλέφωνο λέγοντας του  να μην ανησυχεί και να μην στείλει άλλο γράμμα με τέτοιες βλακείες, που θα πρόδιδαν και εκείνον και εμάς. Φάνηκε καθησυχασμένος. Μετά από δυο μέρες μου ξανατηλεφώνησε κλαίγοντας. Μου είπε ότι θα πέθαινε. Έβλεπε παντού μέσα στο σπίτι τα φαντάσματα των ναυτών, ο καπετάνιος τον πλησίαζε και τον κοίταζε στα μάτια, ζητώντας δικαίωση. Ήταν τρομοκρατημένος και απαρηγόρητος. Δεν άκουγε τίποτα. Έκλεισα το τηλέφωνο πιστεύοντας ότι ο φίλος μου είχε τρελαθεί. Μετά από δυο μέρες έμαθα για τον θάνατο του. Πίστεψα ότι αυτοκτόνησε και συνέχισα τη ζωή μου.
Μια βδομάδα πριν την δεύτερη επέτειο του ναυαγίου έλαβα ένα τηλεφώνημα από τον Χρίστο, όπου τρομοκρατημένος μου έγραφε ότι παρέλαβε ένα μαύρο βιβλίο, το ίδιο μαύρο βιβλίο. Μου είπε ότι θα πέθαινε και ήθελε να με αποχαιρετήσει και να με προειδοποιήσει. Έβλεπε κι αυτός το φάντασμα του καπετάνιου, οι ναύτες τον περικύκλωναν, ζητώντας εκδίκηση. Με αποχαιρέτησε και έκλεισε το τηλέφωνο.  Μετά από λίγες μέρες έμαθα για τον θάνατο του. Δεν πίστεψα ότι αυτοκτόνησε, δεν μπορούσα πια να συνεχίσω τη ζωή μου.
   Για ένα ολόκληρο χρόνο έζησα με το φόβο αυτού που περίμενα να συμβεί. Είναι πολύ ψυχοφθόρο να ζεις περιμένοντας το θάνατο σου. Είναι σαν να είσαι ήδη νεκρός. Οι μέρες, πέρασαν, σταμάτησα να πηγαίνω στο γραφείο, σταμάτησα να βγαίνω έξω, να βλέπω τους φίλους μου.  Κλειδώθηκα στο σπίτι,  να περιφέρομαι σαν ζωντανός νεκρός, κοιτάζοντας τους καταραμένους δείχτες τον ρολογιών να μην σταματούν, μέχρι που μια μέρα τα πέταξα όλα. Δεν ήθελα να ξέρω τι μέρα είναι , τι μήνας είναι, όμως η μάχη με το χρόνο είναι μια μάχη χαμένη. Οι  μήνες πέρασαν και έφτασε ο καταραμένος Οκτώβρης. Ήρθε και η δική μου σειρά. Κατέφθασε όπως ανέμενα και σε μένα το μαύρο βιβλίο.  Χτύπησε το κουδούνι της εισόδου. Άνοιξα την πόρτα, δεν ήταν κανείς, μόνο το μαύρο βιβλίο στο δάπεδο μπροστά από την πόρτα. Έσκυψα και το πήρα, έκανα μεταβολή και μέχρι να μπω στο σπίτι ο ήλιος χάθηκε από προσώπου γης, έκλεισε την πόρτα πίσω μου αποχαιρετώντας μια για πάντα τον ήλιο, μια παράξενη πράσινη ομίχλη τρύπωσε από την χαραμάδα της πόρτας και η θερμοκρασία έπεσε απότομα. Πέρασα στην κουζίνα. Στο τραπέζι βρήκα τον καπετάνιο να κάθεται απέναντι μου καπνίζοντας. Τον κοίταζα και με κοίταζε αμίλητος, μόνο το βλέμμα του μου έλεγε, σε περιμένουμε,  ήρθε η σειρά σου, μετά χάθηκε.
 Δεν ξαναξημέρωσε, δεν ξανακοιμήθηκα, δεν μπορώ να κοιμηθώ περιμένοντας το τέλος. Οι ναύτες με έχουν περικυκλώσει, έρχονται ένας ένας μπροστά μου, μου φωνάζουν τα ονόματα τους, τα ονόματα των γυναικών τους, των γονιών τους, των παιδιών τους , με αποκαλούν δολοφόνο και καταραμένο. Είμαι δολοφόνος και καταραμένος στους αιώνες να βασανίζομαι από τα φαντάσματα αυτών που σκοτώθηκαν για αγοράσουμε την ευτυχία εμείς. Καμιά συγνώμη, καμιά απολογία, δεν θα φέρει πίσω τις χαμένες ζωές, και δεν θα καλύψει το κενό των ανθρώπων που έμειναν πίσω.
 Έτσι γράφω, τις τελευταίες μου λέξεις, πριν πάω να βρω τους φίλους μου στον άλλο κόσμο, ένα τελευταίο μήνυμα.
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΔΕΝ ΕΞΑΓΟΡΑΖΕΤΑΙ
Σπύρος Ανανιάδης
Ένα χτύπημα στο τζάμι ξάφνιασε τον αστυνόμο και η γάτα ξύπνησε ανατριχιασμένη λες και τη χτύπησε ρεύμα. Ο αστυνόμος  λες και μια ανώτερη δύναμη τον διέταζε άνοιξε το παράθυρο. Ένα παράξενο μαύρο σύννεφο μπήκε μπροστά από τον ήλιο και σκοτείνιασε απότομα. Μια παγωμένη πράσινη ομίχλη μπήκε από το παράθυρο,  ανατριχιάζοντας τη ραχοκοκαλιά του. Γύρισε τρομοκρατημένος το κεφάλι στα δεξιά του και είδε μια παράξενη απόκοσμη φιγούρα με στολή και  πηλίκιο να του έχει προτάξει το χέρι. 
«έχουν κι άλλοι σειρά αστυνόμε» άκουσε μια φωνή να ψιθυρίζει.
Σαν υπνωτισμένος  άνοιξε το παράθυρο, έκλεισε το βιβλίο και το παρέδωσε.
Η γάτα  κείτονταν ξεψυχισμένη στο διπλανό κάθισμα αλλά τα μάτια της κοιτούσαν ακόμα με τρόμο το παράθυρο !





















    
    




Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2014

ΤΟ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ

Το διαμέρισμα βρισκόταν στον έκτο όροφο του κτιρίου Φλάταιρον, ενός παλιού ουρανοξύστη, που στεκόταν στη γωνία της εκατοστής εβδομηκοστής πέμπτης λεωφόρου στην πόλη της Νέας Υόρκης από το 1902 με τα κεφάλια των Μεδουσών στην στενότερη πλευρά του κτιρίου να ατενίζουν με καχυποψία τους περαστικούς.
Το διαμέρισμα αγόρασε ο Άνταμ Λεβί το 1950 μόλις παντρεύτηκε και έζησε όλη του τη ζωή εκεί μαζί με την γυναίκα του και το γιο του Τζέιμς που σήμερα ήταν ο μοναδικός θαμώνας του παλιού αλλά καλά διατηρημένου διαμερίσματος με τα τεράστια παράθυρα που έβλεπαν και στις δύο πλευρές της πολυσύχναστης λεωφόρου.
Έξω η μέρα ήταν συννεφιασμένη και μουντή, το κρύο τσουχτερό. Ήταν ο πιο βαρύς χειμώνας των τελευταίων πενήντα χρόνων. Ο Τζέιμς ξύπνησε ζαλισμένος. Κοίταξε το χρυσό ρολόι χεριού στο κομοδίνο, ήταν δώδεκα και τέταρτο, Κυριακή, πρώτη του Γενάρη. Στα αυτιά του ηχούσαν ακόμα οι δυνατές φωνές, οι καραμούζες και τα τραγούδια από το ψεσινό πάρτι. Σύντομα θυμήθηκε ότι δεν είχε κοιμηθεί μόνος. Γύρισε αργά το ζαλισμένο του κεφάλι και είδε δίπλα του μια πανέμορφη κοκκινομάλλα να κοιμάται με το γυμνό της στήθος ξεσκέπαστο να ανεβοκατεβαίνει αργά σε κάθε της αναπνοή.
Ο Τζέιμς έκλεισε και πάλι τα μάτια για να φέρει στο μυαλό του την ανάμνηση όλων όσων είχαν γίνει το προηγούμενο βράδυ. Την είδε για πρώτη φορά στο πάρτι, με το που πέρασε το κατώφλι της εισόδου και την είδε με εκείνο το κατάλευκο φόρεμα είπε μέσα του «αυτή τη γυναίκα τη θέλω» Πόσο μάλλον όταν άκουσε και το όνομα της. Και αυτό που ήθελε ο Τζέιμς γινόταν. Είχε τον τρόπο να το πραγματοποιεί. Έτσι κι έγινε, την προσέγγισε, μίλησαν όλο το βράδυ και είχε τον τρόπο να λέει πάντα αυτά που θέλουν να ακούνε οι γυναίκες, ήπιαν τα ποτά τους, σαμπάνιες και κρασιά και σφηνάκια για το καλό του Νέου Χρόνου και λίγο πριν τις τρεις την έφερε στο διαμέρισμα του.
Σεξ. Ίσως το καλύτερο που έκανε ποτέ στη ζωή του. Υπήρχε τόση έλξη, τόση χημεία, τόσο πάθος με αυτή την άγνωστη κοκκινομάλλα που δεν κατάλαβε πότε ξημέρωσε και πότε αποκοιμήθηκαν αποκαμωμένοι. Ήταν μια ασυνήθιστη έκπληξη αυτή η ερωτική έκρηξη που ένοιωσε. Συνήθως οι προηγούμενες του παρτενέρ, με το αλκοόλ να τους χτυπάει στο κεφάλι, ξεχύνονταν και απελευθερώνονταν σε σημείο χυδαιότητας, ή απλά έγερναν μεθυσμένες και πηγαινοέρχονταν κάτω από τις ρυθμικές ωθήσεις του δικού του κορμιού αφήνοντας καμιά ξεψυχισμένη κραυγή ή απλά χασμουριόντουσαν. Και τότε και ο ίδιος ‘έπεφτε’ για ύπνο χωρίς καμιά περαιτέρω προσπάθεια για να τελειώσει, αφού δεν είχε νόημα.
Αυτή η κοπέλα όμως δεν είχε καμιά σχέση με τις άλλες. Δεν είχε μεθύσει, παρόλα αυτά όταν ήρθε στο διαμέρισμα του δεν είχε καμιά αμφιβολία ή ενδοιασμό για το λόγο που ήρθε μαζί του. Αυτή η κοπέλα ήθελε να έχει τον έλεγχο. Και ο Τζέιμς αφέθηκε για πρώτη φορά στα χέρια κάποιας γυναίκας και παρέδωσε τα ηνία. Και αυτό που τον φόβιζε περισσότερο ήταν το πόσο το είχε απολαύσει, ένοιωθε ευάλωτος.
-Καλημέρα Τζέιμς.
-Καλό μεσημέρι εννοείς. Είναι περασμένες δώδεκα.
-έχεις κάπου να πάς;
-όχι γλυκιά μου. Πουθενά καλύτερα από εδώ.
-Καλή χρονιά!
-Χρόνια πολλά κούκλα.
-Πεινάω σαν λύκος Τζέιμς, έχει κάτι να φάμε;
Τον ξάφνιασε ! συνήθως οι γκόμενες με το που ξυπνούσαν ντύνονταν και έφευγαν βιαστικές με τα ρούχα της προηγούμενης βραδιάς, λες προσπαθούσαν να διαγράψουν με κεκτημένη ταχύτητα όσα είχαν γίνει. Ο Τζέιμς πάντα προσπαθούσε να τις πείσει να μείνουν λίγο περισσότερο. Δεν του άρεσε ποτέ η ιδέα της εγκατάλειψης. Αυτή όμως δεν φαινόταν να βιάζεται ούτε να έχει τάσεις φυγής.
-Μα, ναι, βέβαια. Πάω να φτιάξω πρωινό
Σηκώθηκε, φόρεσε το μποξεράκι του και πήγε στην κουζίνα. Έβαλε νερό στην καφετιέρα και ψωμί στην τοστιέρα.
-Μμ, μυρίζει υπέροχα ο καφές Τζέιμς.
Κοίταξε ξαφνιασμένος πίσω του και την είδε να στέκεται μπροστά του ολόγυμνη. Ξεροκατάπιε. Στο φως της ημέρας γινόταν άλλος άνθρωπος. Ντροπαλός, ξενέρωτος, καμία σχέση με τον Καζανόβα του μεσονυχτίου. Εκείνη αντιλήφθηκε την αμηχανία του και γέλασε εύθυμα.
-δεν είχες κανένα πρόβλημα με αυτά ψες, είπε δείχνοντας τα πλούσια της στήθη. Τι έγινε τώρα; ντρέπεσαι ;
-Ω, όχι , απλά να…
-Ντανιέλα..
-απλά να ..Ντανιέλα
-θα προτιμούσες να είμαι ευπρεπώς ενδεδυμένη; Αυτό είναι; να μην περιφέρομαι εδώ μέσα τσίτσιδη;
-όχι, δεν με ενοχλεί, απλά δεν είμαι συνηθισμένος στο να έχω μια γυναίκα, με αυτό το, υπέροχο σώμα, να κυκλοφορεί γυμνή στο σπίτι μου Ντανιέλα, αυτό είναι όλο.
-Να Τζέιμς. Θέλω να ντυθώ, αλλά, να .. δε θέλω να φορέσω τα ρούχα που φορούσα ψες στο πάρτι. Βρωμοκοπάνε τσιγάρα και εκείνο το κρασί που χύθηκε πάνω στο φόρεμα μου. Αν μου έδινες ένα καθαρό μπλουζάκι σου και ένα εσώρουχο θα το εκτιμούσα αφάνταστα. Με επιστροφή εννοείται, δε θα τα κρατήσω.
-Οκ , άμα είναι να επιστραφούν, μπορείς να πάρεις μόνη σου ότι θες. Ντύσου μέχρι να ετοιμάσω και τα αυγά.
-Συμφωνήσαμε. Που είναι η γκαρνταρόμπα;
-Τέρμα του διαδρόμου, δεξιά, απέναντι από το υπνοδωμάτιο.
-Είσαι Θεός Τζέιμς.
Η Ντανιέλα έκανε με μια σχεδόν χορευτική κίνηση μεταβολή και με τα κόκκινα της μαλλιά να φτάνουν μέχρι τη μέση της και τα γυμνά της πόδια έμοιαζε λες και μόλις είχε βγει από τον κήπο της Εδέμ.
-Θεός που τον κολάζεις, σκέφτηκε εκείνος χτυπώντας την ομελέτα.
Άρχισε και πάλι να τον πνίγει εκείνο το παράξενο συναίσθημα ζαλάδας και δυσφορίας. Ήταν δωδεκάμισι και δεν του είχε αδειάσει ακόμα τη γωνία. Πότε στο διάολο θα έφευγε; γιατί αν δεν έφευγε θα έκανε και πάλι έρωτα μαζί της, το ένοιωθε, τη γούσταρε τρελά αυτή τη γυναίκα, αλλά αυτός δεν ήταν για έρωτες, τη νύχτα ήταν σεξ, τη μέρα δεν θα ήταν, θα ήταν κάτι περισσότερο και τότε ίσως αυτό να οδηγούσε σε κάτι άλλο, και αυτό το άλλο δεν το ήθελε, το έτρεμε μάλιστα, το μισούσε, το απεχθανόταν. Όχι, όχι δεν ήταν για κάτι άλλο αυτός, για τίποτα άλλο.
Προσπάθησε να ηρεμήσει. Η ομελέτα ήταν έτοιμη στα πιάτα, το βούτυρο έλιωνε πάνω στα τοστ, ο καφές άχνιζε ζεστός μέσα στα φλιτζάνια.
-Θέλεις ζάχαρη ή γάλα στον καφέ σου;
Καμιά απάντηση
-Ντανιέλα; θέλεις ζάχαρη ή γάλα;
Και πάλι δεν πήρε απάντηση. Μάλλον θα χει πάει στο μπάνιο σκέφτηκε και άρχισε να δαγκώνει νευρικά ένα από τα τοστ. Πέρασαν δέκα λεπτά ακόμη. Η Ντανιέλα δεν επέστρεψε. Άρχισε να ανησυχεί. Προχώρησε με γοργά βήματα στο διάδρομο, στάθηκε έξω από το μπάνιο και χτύπησε την πόρτα.
-Ντανιέλα; όλα καλά ;
Μόνο σιωπή. Ο Τζέιμς ένοιωσε το αίμα να φεύγει από το κεφάλι του. Πήρε βαθιά αναπνοή και άνοιξε απότομα την πόρτα. Το πρώτο πράγμα που αντίκρισε ήταν το αίμα. Αίμα στους τοίχους, αίμα στο λευκό πορσελάνινο πάτωμα, αίμα να τρέχει στο πόδι του νιπτήρα και στον καθρέφτη, γραμμένο με αίμα «ο θεός είναι ο κριτής μου» για λίγα δευτερόλεπτα δίστασε να μπει. Ήξερε ότι θα ήταν άσχημο το θέαμα. Άκουσε όμως μια ξεψυχισμένη κραυγή να ζητά βοήθεια. Έσκυψε πάνω από την μπανιέρα, καθόταν μέσα με τους καρπούς της να αιμορραγούν τις τελευταίες σταγόνες. Έτρεξε σε κλάσματα δευτερολέπτου στην κουζίνα, βρήκε το κινητό του και κάλεσε το 911. Σε λίγα λεπτά οι σειρήνες ακούγονταν έξω από το κτίριο Φλάτιρον, χτύπησε το κουδούνι και ένεψε σαν υπνωτισμένος σε δύο νοσηλευτές που προχώρησαν με ένα φορείο στο μπάνιο. Σε λίγα λεπτά βγήκαν και πάλι έξω με την κοπέλα στο φορείο, σκεπασμένη μέχρι το λαιμό με ένα πράσινο λεπτό σεντόνι και αναχώρησαν.
Ο Τζέιμς έκλεισε πίσω τους την πόρτα και έκατσε στο πάτωμα αποκαμωμένος με το κεφάλι στα χέρια και το βλέμμα στο κενό. Έβλεπε ακόμα μπροστά του το αίμα, μυριζόταν το αίμα, το γευόταν σχεδόν.
-Τζέιμς, ακούστηκε μια εκνευριστικά λεπτή γυναικεία φωνή.
-Φύγε !
-Τζέιμς Άνταμς Λέβι, του απευθύνθηκε επιτακτικά.
-Είπα φύγε.
-Σου μιλάω.
-Δεν φτάνει που έκανες ότι έκανες, μιλάς κιόλας;
- Πρόσεξε τον τόνο της φωνής σου νεαρέ.
-Γιατί μητέρα; θα «αυτοκτονήσεις» και εμένα ;
-το ξέρεις ότι δε θα μπορούσα να σου κάνω ποτέ κακό.
-Κι αυτό που έγινε μόλις τώρα τι ήταν ; Η καλή πράξη της ημέρας;
-Προληπτικά μέτρα.
-Είσαι παρανοϊκή.
-Απλά προσεχτική.
-Τι σου έφταιξε το κορίτσι μητέρα;
-Ένα τσουλάκι ήταν όλο κι όλο που σε πήδηξε καλά κι αντί να σηκωθεί να φύγει είχε και το θράσος να κυκλοφορεί στο σπίτι μου γυμνή.
-Δικό μου είναι το σπίτι πια μητέρα. Εσύ δε ζεις πια εδώ. Έχεις πεθάνει, το ξέχασες; γιατί δεν πας επιτέλους στο διάολο να ησυχάσουμε και να ζήσω και εγώ τη ζωή μου; Με έχεις καταστρέψει, σε βαρέθηκα.
-Επειδή σε αγαπώ παιδί μου; Επειδή θέλω το καλό σου;
-Έκανες ότι έκανες, φύγε τώρα, θα πάρω τηλέφωνο στο νοσοκομείο.
-Άσε, δε χρειάζεται, μην μπαίνεις στον κόπο.
-Γιατί;
-To πουτανάκι είχε κιόλας πεθάνει πριν την πάρουν σηκωτή από το διαμέρισμα.
Ο Τζέιμς σηκώθηκε εξαγριωμένος, πήρε ένα γυάλινο αυγό και της το πέταξε στα μούτρα. Αυτό τη διαπέρασε και προσγειώθηκε στον απέναντι τοίχο όπου και θρυμματίστηκε.
-Είσαι απαράδεχτος Τζέιμς. Ξέρεις πόσο αγαπώ τη συλλογή μου με τα αυγά Φαμπερζέ.
-Στον αγύριστο και εσύ και τα αυγά Φαμπερζέ και τα κρύσταλλα Βοημίας και οι πανάκριβες σου συλλογές. Όλα θα τα σπάσω ακούς; όλα!
-Δε θα τολμήσεις.
-Α, ναι, θα τολμήσω. Όπως με διέλυσες εσύ θα διαλύσω και εγώ ότι αγαπάς πιο πολύ.
-Και πότε πρόλαβες να αγαπήσεις κιόλας την κοκκινομάλλα τσούλα;
-Πάψε να την αποκαλείς έτσι. θα μπορούσα, αλλά δεν πρόλαβα. Μπήκες στη μέση, όπως κάθε φορά, ακάλεστη, και τα κατέστρεψες όλα. Ακριβώς όπως έκανες όσο ήσουν ζωντανή. Πάνε πέντε χρόνια που πέθανες, τι στο διάολο κάνεις ακόμα εδώ, μου λες;
-Ορκίστηκα να μη σε εγκαταλείψω ποτέ.
-Εμένα με ρώτησες;
-Η μάνα σου είμαι Τζέιμς
-Kαι πόσο θα συνεχιστεί αυτό μάνα; Όποτε φέρνω μια κοπέλα στο σπίτι θα τη ξεφορτώνεσαι για να μένουμε οι δυο μας ;
-Δεν έφερες και καμιά που να αξίζει Τζέιμς.
-Ζηλεύεις. Αυτό είναι όλο. Δεν αντέχεις να με βλέπεις με άλλη. Παραδέξου το. Γι αυτό δεν ξαναπαντρεύτηκες ποτέ, γι αυτό δεν έβαλες άλλον άντρα στο σπίτι, γι αυτό δεν άφησες ποτέ εμένα να παντρευτώ.
-Μη μιλάς έτσι γιε μου.
-όχι θα μιλήσω, είναι καιρός να τα βγάλω από μέσα μου. Γι αυτό ερχόσουν στο δωμάτιο μου, με φιλούσες, με χαίδ…..
-Σταμάτα !
-Και εγώ αυτό σου έλεγα αλλά δεν άκουγες.
-Σταμάτα σε παρακαλώ !
-Ακριβώς αυτό έλεγα. Αλλά εσύ δεν σταματούσες μαμά ! και δεν ήθελες να σε φωνάζω μαμά, ήθελες να σε φωνάζω με το όνομα σου, έτσι δεν είναι;
-Απλά σου είχα αδυναμία Τζέιμς, έμοιαζες τόσο στον πατέρα σου.
-δεν ήμουν ο πατέρας μου όμως, ήμουν ένα μικρό ανυπεράσπιστο αγόρι που πίστευε ότι έλεγες.
-Θα με συγχωρέσεις ποτέ γιε μου;
-Ποτέ, ποτέ ακούς; Δε θα ησυχάσω αν δεν έρθω ο ίδιος απ’ εκεί να σε αρπάξω και να σε βουτήξω ο ίδιος στην πίσσα της κόλασης. Μόνο τότε.
-----------------------------------------
1η Ιανουαρίου , δέκα χρόνια αργότερα !

Ο Τζέιμς ξάπλωσε στο φορείο, δύο φύλακες του έδεσαν το σώμα και τα πόδια με δερμάτινους ιμάντες. Τα γυμνά του χέρια δέθηκαν σε σανίδες που εξείχαν από το φορείο, στα δύο πλαϊνά. Ένας γιατρός τοποθέτησε έναν καθετήρα σε μια φλέβα σε καθέναν από τους βραχίονες του. Μέσω του καθετήρα του διοχέτευσε 10ml διαλύματος ηπαρίνης, ώστε να εμποδιστεί ο σχηματισμός θρόμβων. Στη συνέχεια σύνδεσε μια φιάλη 1.000ml αλατούχου διαλύματος στα άκρα των καθετήρων και τον οδήγησαν στο θάλαμο εκτελέσεων.

Ένας δικαστής του απάγγειλε τις κατηγορίες

-Τζέιμς Άνταμ Λεβί, έχεις καταδικαστεί σε θάνατο για την εν ψυχρώ δολοφονία των

Ντανιέλα Αβραάμ
Ντανιέλα Στίλερ
Ντανιέλα Έβι
Ντανιέλα Στάιν και
Ντανιέλα Εμμανουέλ

-Έχεις κάποια τελευταία δήλωση μελλοθάνατε;

-Ντανιέλα Άνταμς Λεβί ετοιμάσου , έρχομαι ! ! !

Κυριακή, 23 Μαρτίου 2014

ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ 313

Το δωμάτιο 313 Η μέρα στο κατάστημα κυλούσε ήρεμα. Λίγα τηλεφωνήματα, ακόμα λιγότεροι πελάτες. Κόντευε μεσημέρι και τα μάτια της σχεδόν έκλειναν από τη νύστα. Σκεφτόταν πόσο βαρετό είναι να σπαταλάς τόσες ώρες ανούσια πίσω από ένα γραφείο, κλεισμένος σε τέσσερις τοίχους, χωρίς να κάνεις τίποτα δημιουργικό. Πραγματική σπατάλη χρόνου, ολάκερης ζωής. Πόσο μάλλον όταν η μέρα έξω είναι υπέροχη και θα μπορούσε κάλλιστα να κάθεται σε ένα παραλιακό καφέ χαλαρώνοντας και αγναντεύοντας τη θάλασσα ή να είναι απλά ξαπλωμένη στην άμμο απολαμβάνοντας τις απαλές αχτίδες του Απριλιάτικου ήλιου. Ήταν εκεί….. Ο ήχος του κινητού την επανέφερε από την ονειροπόληση. Άνοιξε το συρτάρι του γραφείου, πήρε το τηλέφωνο και άνοιξε το εισερχόμενο μήνυμα «Στο ίδιο μέρος, την ίδια ώρα» Χαμογέλασε, η καρδιά της άρχισε να καλπάζει άγρια, ρίγος πλημμύρισε όλο της το κορμί. Στις μία παρά πέντε κλείδωσε το γραφείο και μπήκε στο αυτοκίνητο. Μία και πέντε βρισκόταν παρκαρισμένη στο υπόγειο ενός παρακμιακού ξενοδοχείου. Άνοιξε τη τσάντα και κοίταξε μέσα, όλα βρίσκονταν εκεί. Πήρε τη μαύρη τσάντα από τη θέση του συνοδηγού, κατέβηκε, κλείδωσε το αυτοκίνητο και μπήκε στο κλιμακοστάσιο. Ανέβηκε με τα πόδια στον τρίτο όροφο. Προχώρησε στο στενό διάδρομο. Μια ξεφτισμένη γκρίζα μοκέτα ξεψύχιζε στο πάτωμα. Οι πόρτες των δωματίων ήταν όλες κλειστές. 301, 303, 305, 307,309,311, έφτασε μπροστά από την πόρτα με τον αριθμό 313. Ήταν μισάνοιχτη. Την έσπρωξε και μπήκε μέσα. Έκλεισε την πόρτα πίσω της και έστριψε αμέσως δεξιά στο μπάνιο. Γδύθηκε τοποθετώντας προσεχτικά τα ρούχα της στο μικρό ντουλάπι δεξιά. Μπήκε στο ντους. Το νερό ήταν καυτό. Πρόσεχε πάντα να μην βρέχονται τα μαλλιά της. Δεν είχε χρόνο για να τα στεγνώσει. Βγήκε, σκουπίστηκε, άνοιξε τη μαύρη τσάντα και πήρε από μέσα το σατέν νυχτικό. Το φόρεσε. Έβαλε λίγο άρωμα πίσω από το κάθε αυτί και βούρτσισε τα μαλλιά της. Γύρισε στο πλάι και κοίταξε τον πισινό της στον καθρέφτη, ισιώνοντας το νυχτικό. Έσβησε το φως του μπάνιου και έκλεισε την πόρτα, προχώρησε στο δωμάτιο! Οι κουρτίνες ήταν κλειστές και μόνο δυο κεριά πάνω στα κομοδίνα φώτιζαν τον χώρο. Την αιφνιδίασε αρπάζοντας την από πίσω και περνώντας το χέρι του φράζοντας το δικό της. Την έσπρωξε βίαια προς τον τοίχο κολλώντας το πρόσωπο της στην δερμάτινη ταπετσαρία. Προσπάθησε να φωνάξει «βοήθεια» αλλά το χέρι του της έφραζε το στόμα. Τον δάγκωσε με όλη της τη δύναμη αλλά αυτός την έσπρωξε πιο βίαια ακινητοποιώντας την. -Χαλάρωσε ! την διέταξε και εκείνη ανάσανε βαθιά και εγκατέλειψε κάθε αντίσταση.
- Άνοιξε τα πόδια ! συνέχισε εκείνος και έσπρωξε δεξί του πόδι ανάμεσα στα δικά της. -Έτσι μπράβο ! Μπήκε μέσα της, έτσι όπως έμπαινε πάντα, χωρίς προκαταρτικά, τα σιχαινόταν, για κείνον ήταν ένα ηλίθιο χάσιμο χρόνου. Το μόνο που ήθελε ήταν να μπαίνει μέσα της, ξανά και ξανά. Και αυτή ήθελε πάντα ότι ήθελε αυτός. Τον γούσταρε έτσι όπως ήταν, βίαιος και ωμός, χωρίς τρυφερές περιπτύξεις και ανούσια γλυκόλογα, χωρίς ψεύτικες απατηλές υποσχέσεις. Δεν ήταν έρωτας, ήταν μια πάλη σωμάτων σε ένα πεδίο μάχης μέχρι την τελική πτώση. Εκείνος βογκούσε από ηδονή, πότε της άρπαζε από τα μαλλιά και πότε την χαστούκιζε δυνατά στα πισινά. Εκείνη έσφιγγε τα δακρυσμένα μάτια της και δάγκωνε τα χείλη για να μη φωνάξει. Ο εγκέφαλος της είχε πλημμυρίσει με κύματα ηδονής ανάμικτα με πόνο, ήταν απόλυτα και ολοκληρωτικά υποταγμένη σ’ αυτόν. -Κουράστηκες, τρέμουν τα πόδια σου, ξάπλωσε στο κρεβάτι, της είπε και απομακρύνθηκε αφήνοντας την για λίγο μετέωρη. Τα πόδια της όχι μόνο έτρεμαν, δεν τα ένοιωθε σχεδόν, έκανε δυο βήματα και σωριάστηκε στο κρεβάτι εξαντλημένη. Ανέβηκε στο κρεβάτι και γονάτισε μπροστά της. -Άσε με να μπω μέσα σου, της είπε και εκείνη δίπλωσε τα γόνατα και άνοιξε τα πόδια της, γύρισε το κεφάλι στο πλάι και έκλεισε τα μάτια περιμένοντας την παλίρροια. Και ήρθε η πρώτη του ώθηση, σαν άγριο κύμα και την χτύπησε σαν ηλεκτροφόρο σύρμα κατακλύζοντας την από τη βάση της μέχρι την κορφή του κεφαλιού. Ασυναίσθητα άπλωσε το χέρι και πήρε το μαξιλάρι από το προσκέφαλο της και κάλυψε το πρόσωπο της δαγκώνοντας το. Δεύτερη ώθηση, δεύτερο κύμα έκανε όλο το κορμί της να συσπαστεί. 
Εκείνος άρπαξε το μαξιλάρι και το έφυγε από το πρόσωπο της πετώντας το στο πάτωμα. Έβαλε και τα δυο χέρια του πάνω από τα δικά της ακινητοποιώντας την. -Κοίταξε με ! Μπορείς ; Έσφιξε περισσότερο τα κλειστά της μάτια και έγνεψε με το κεφάλι όχι. -Όχι όχι, σε παρακαλώ Τρίτη ώθηση, τρίτο κύμα, πιο βαθύ, πιο άγριο. -Άνοιξε τα μάτια σου, την διάταξε. Κοίταξε με. Άνοιξε ταμάτια της διστακτικά, δυο κατάμαυρα μάτια από πάνω της την κατακεραύνωναν εξουσιαστικά και άπονα και ένοιωθε να τον μισεί, ήθελε να τον βρίσει, να του γδάρει με τα νύχια την πλάτη, αλλά τα χέρια του πϊεζαν τα δικά της και βρισκόταν ολόκληρος μέσα της και πάνω της που δεν μπορεί να μετακινηθεί εκατοστό. -Σε παρακαλώ, άφησε με να έχω τα μάτια κλειστά, το ξέρεις δεν μπορώ διαφορετικά. -όχι, θέλω να με κοιτάς όταν μπαίνω μέσα σου, της είπε σπρώχνοντας πιο βαθιά. 
-Να έτσι, να βλέπω αυτούς τους μορφασμούς ηδονής, το πώς μεγαλώνουν οι κόρες των ματιών σου όταν πλησιάζεις να τελειώσεις, το πώς δακρύζεις από πόθο και σφίγγεσαι να μην φωνάξεις. Κοίτα με. Είσαι δική μου, μου ανήκεις, ακούς; Δική μου. Η καρδιά σου χτυπά για μένα, τα στήθη σου έχουν σκληρύνει για μένα, τα υγρά σου μεταγγίζονται σε μένα. Είμαι μέσα σου και γινόμαστε ένα. Αντέχεις; -Όχι πολύ ακόμα. -Άντεξε λίγο ακόμα, είπε και τη φίλησε στο στόμα. -Τώρα, είπε σχεδόν ψιθυριστά εκείνη. -Τώρα αγάπη μου, μαζί. Γι αυτό είμαι εδώ. -Ελευθέρωσε τα χέρια μου, σε παρακαλώ του είπε και εκείνος χαλάρωσε το κράτημα του. Άπλωσε τα χέρια της, χάιδεψε τα μαλλιά του κι έσπρωξε το κεφάλι του προς το πρόσωπο της. -Κοίταξε με, του είπε και εκείνος την κοίταξε στα μάτια. Μια σταγόνα ιδρώτα έπεσε από το μέτωπο του στο στόμα της. Ένας σπασμός σχηματίστηκε στο πρόσωπο του και έκλεισε τα μάτια του σφικτά βογκώντας. -Άνοιξε τα μάτια σου, διέταξε ξανά εκείνη. 
-Θέλω να με κοιτάζεις.Θέλω να βλέπω όταν βαθαίνει εκείνη η ρυτίδα στην μέση των ματιών σου, το πώς τεντώνονται οι φλέβες στο λαιμό σου και να σε ακούω να μουγκρίζεις σαν θηρίο όταν τελειώνεις. -Τώρα, μούγκρισε εκείνος. -Τώρα, μαζί ! Ξάπλωσαν αγκαλιασμένοι λαχανιάζοντας. Σε λίγο τον άκουσε να σηκώνεται. Γύρισε στο πλάι και κουλουριάστηκε με τα μάτια κλειστά. -Έλα, σου έφερα νερό, της είπε χαιδεύοντας της τα μαλλιά. -Ευχαριστώ, είπε καταπίνοντας αργά δυο τρεις γουλιές. -Σε πόνεσα πολύ; -Όχι, αποκρίθηκε ακουμπώντας το ποτήρι στο μικρό ξύλινο κομοδίνο και ξάπλωσε διπλώνοντας το πόδια στο στήθος.
Την σκέπασε με το ξεφτισμένο σκέπασμα του κρεβατιού. -Πες μου, σε πόνεσα; -Λίγο, του απάντησε σφίγγοντας περισσότερο τα πόδια της. -Συγνώμη. -Δεν το εννοείς. -Δε θα επαναληφθεί. -Ούτε αυτό το εννοείς. Αφού θέλεις να με πονάς, τουλάχιστον παραδέξου το. -Το παραδέχομαι. Αλλά μετανιώνω μετά. -Έλα ξάπλωσε δίπλα μου και σταμάτα να μιλάς άσκοπα. Ξάπλωσε στη δεξιά πλευρά του κρεβατιού και κόλλησε το γυμνό κορμί του πίσω της κάνοντας την να ανατριχιάσει και πάλι ολόκληρη και να σφιχτεί με αγωνία. -Χαλάρωσε μωρό μου, μη φοβάσαι, δε θα σε πονέσω άλλο. 
Την γύρισε προς το μέρος του, ξαπλώνοντας την ανάσκελα, το χέρι του χάιδεψε απαλά το στήθος της, πέρασε πάνω από την κοιλιά της και βρέθηκε ανάμεσα στα πόδια της. Εκείνη αναστέναξε και έβγαλε ένα μικρό βογγητό. -Κοιμήσου τώρα εσύ, της είπε βυθίζοντας το δάχτυλο του βαθιά, εσύ κοιμήσου. ---------------------------------------------------- -Αγάπες, γύρισα ! -Μαμά ! φώναξε χαρούμενα μια κοριτσίστικη φωνούλα. -Κούκλα μου ! άνοιξε τα χέρια της αγκαλιάζοντας τη μικρή. Τι κάνεις ; -Μια χαρά μαμά. Εσύ ; -Πολύ καλά μαντάμ, σας ευχαριστώ. Πες μου διάβασες τα μαθήματα σου; -Άμα κάτσει για πέντε λεπτά ήσυχη θα τα καταφέρει να τελειώσει, απάντησε μια ανδρική φωνή από την κουζίνα. -Άντε Ειρηνούλα, πάμε λοιπόν να δούμε τι γίνεται. Στο τραπέζι της κουζίνας ήταν διάσπαρτα βιβλία και τετράδια της πρώτης δημοτικού, καρτέλες με γράμματα του αλφαβήτου και συλλαβές, χρωματιστά μολύβια και ένα μικρό λούτρινο σκυλάκι που ποτέ δεν αποχωριζόταν η μικρή. -Ω, τι βλέπω; Και ο Σποτ στην παρέα; -Ναι μαμά, με βοηθά στα μαθήματα. -Γαβ, γαβ, έκανε παραπονεμένα εκείνος. -Ω, μα πήραμε κι άλλο σκυλάκι και δεν μου το είπατε; -Μαμά, γέλασε η μικρή, ο μπαμπάς είναι. -Ο μπαμπάς; Μα δε βλέπω κανέναν μπαμπά εγώ εδώ. -Ώστε; είμαι αόρατος σούπερ μπαμπάς; είπε εκείνος ψευτοθυμωμένος. -Α, να τος. Τώρα ναι , σε βλέπω. Αγάπη μου, τι κάνεις; -Κάνω τον Ιταλό σεφ κούκλα. -Τι καλό μας φτιάχνεις; -Μακαρονάδα μπέιμπ. Πολωνέζα ! -Και μυρίζει υπέροχα η Πολωνέζα σου μπέιπ. Ο μεγάλος που είναι; -Αγγλικά ή καράτε; έχασα τον λογαριασμό, τι μέρα είναι; -Πέμπτη! πετάχτηκε η μικρή -Άρα καράτε. Εφτά τελειώνει -Γεια, μπήκε καταιδρωμένος ο γιος από την πίσω πόρτα της κουζίνας. -Καλώς τον γιόκα μου, τον λεβέντη μου. -Ρε μάνα, είπαμε κόψε τα αυτά. Δεν είμαι μωρό. -οκ κύριε Πέτρο, τα κόβω. Έλα τώρα δώσε στη μανούλα ένα φιλάκι. Την αγκάλιασε, την φίλησε και τη σήκωσε στην αγκαλιά του. -Επ, διαμαρτυρήθηκε ο πατέρας, άσε κάτω τη γυναίκα μου ρε. -Με συγχωρείς πολύ αλλά η γυναίκα σου τυχαίνει να είναι η μάνα μου κύριε και έχω προτεραιότητα. Την άφησε και πήγε να πειράξει την αδερφή του αρπάζοντας το σκυλάκι της. -Δεν είναι καιρός να τον πετάξεις αυτόν μαμά; Χάλασε, κοίτα πόσο λερωμένος είναι. Η μικρή άρχισε να τσιρίζει ξεκουφαίνοντας τους με την διαπεραστική της στριγκλιά. -Πέτρο, να χαρείς δώσε της το σκυλάκι της να σταματήσει και δεν μπορώ να την ακούω άλλο. -οκ ντατ , ρελάξ ! -Ειρήνη τελείωσες παιδί μου. -Γες νταντ, απάντησε η μικρή αντιγράφοντας τα αγγλικά του αδερφού της. -άντε ησυχάστε και η μαμά τώρα ήρθε και είναι κουρασμένη! Ειρήνη, έχεις δύο λεπτά να μαζέψεις τα βιβλία σου, Πέτρο έχεις ενάμιση λεπτό να βάλεις μαχαιροπήρουνα, φέρε αλάτι και χαρτομάντηλα. Αγάπη μου πήγαινε να πλυθείς μέχρι να ετοιμάσω τραπέζι, το φαγητό είναι έτοιμο. -Οκ νταντ, του απάντησε η γυναίκα του χαμογελώντας πονηρά, μη θυμώνεις. ------------------------------------------------------- -Κοιμήθηκε η Ειρήνη; -Και οι δύο! -Έλα ξάπλωσε και εσύ, του είπε κάνοντας του χώρο δίπλα της και άνοιξε την αγκαλιά της. 
Ακούμπησε το κεφάλι του στο στήθος της και άφησε έναν μικρό αναστεναγμό. -Πώς τα πέρασες σήμερα στη δουλειά; -Ησυχίες μωρό μου. -Μωρό, της είπε, σε πήρα τηλέφωνο γύρω στις δύο αλλά δεν απαντούσες, γιατί; -Αγάπη, αφού είχα ραντεβού για μασάζ σήμερα, ξέχασες; του απάντησε και του γύρισε την πλάτη τουρλώνοντας τον πισινό της προς το μέρος του. 
-Η Αννίτα μου το χει ξεκόψει, την ώρα του μασάζ το κινητό το θέλει να ναι κλειστό, δεν θέλει τίποτα να της χαλάει την ενέργεια. -Μάλιστα ! είδες την Αννίτα επαγγελματισμό; -Δε μου είπες εσύ, πώς τα πέρασες; -Ησυχίες κι εγώ. -Ξέρεις, σε πήρα κι εγώ γύρω στις τρεις αλλά το είχες κι εσύ κλειστό. -Ήμουν γυμναστήριο μωρό μου και ξέρεις όταν κτίζω κορμάρα το κλείνω. Με ήθελες κάτι σημαντικό; -Όχι ! τίποτα σημαντικό. Πες μου, αύριο δουλεύεις; -Ναι, πρωινή βάρδια , τέσσερις – έντεκα ! -Θυμήθηκες να βάλεις ξυπνητήρι; -Ναι μωρό μου, έβαλα μην έχεις έννοια. Τρεις παρά δέκα. -Παρά δέκα; -Ναι, παρά δέκα, επανέλαβε και την τράβηξε προς το μέρος του, ξαπλώνοντας την ανάσκελα, άνοιξε τα κουμπιά της νυχτικιάς της. Xάιδεψε απαλά το στήθος της, πέρασε πάνω από την κοιλιά της και έφερε το χέρι του ανάμεσα στα πόδια της. Εκείνη αναστέναξε και έβγαλε ένα μικρό βογγητό. -Θέλω να σε πηδήξω άγρια πριν φύγω της είπε βυθίζοντας το δάχτυλο του μέσα της. 
Εκείνη άπλωσε το χέρι και έφερε το μαξιλάρι στο πρόσωπο της δαγκώνοντας το. -Άσε το αυτό, της είπε τραβώντας το μαξιλάρι και εκείνη έκρυψε το κεφάλι της στο λαιμό του δαγκώνοντας τον
-Eλα, έλα μωρό μου, χαλάρωσε, κλείσε τα μάτια και κοιμήσου, άσε εμένα να σε χαϊδεύω και εσύ κοιμήσου.