Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Φεβρουάριος, 2011

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗ

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗ
Στο τσαρδί του Καραγκιόζη πάνε τώρα κάτι χρόνια Μπήκε βαρυχειμωνιά και επέσανε και χιόνια Κοντεύαν και Χριστούγεννα, μεγάλο γεγονός Κι ο Καραγκιόζης γιόρταζε σαν κάθε Χριστιανός
Η Αγλαία μια και δυο, τον αντρούλη της ρωτάει Μιας και έρχονται γιορτές, από χρήματα πως πάει Μα ο Καραγκιόζης τι να πει, που ολημερίς κοιμόταν Να πάει να βρει καμιά δουλειά, ποτέ του δε θυμόταν
Η Αγλαία θύμωσε και του δειξε μια λίστα Το Κολλητήρι ήθελε κουρσάρες και μια πίστα Ο Μιρικόκος μαρκαδόρους και μπλοκ ζωγραφικής Και ο Κοπρίτης ένα πλήρες σετ ζαχαροπλαστικής
«Ένα γαλόπουλο παχύ το έθιμο προστάζει Θέλω και παραγέμιση και κάστανο να σπάζει Ακούεις άντρα τι ζητώ», του λέει η Αγλαία «Ακούω γυναικούλα μου, όμως δεν έχω μία.»
«Να πάς να βρεις καμιά δουλειά, φτάνει να τεμπελιάζεις Πόσο πια μες τον καφενέ, να ξημεροβραδιάζεις;» Έτσι λοιπόν ο φίλος μας το άλλο το πρωί Κοστούμι βάζει και παπιγιόν, δουλειά πάει να βρει
Στο δρόμο που επήγαινε, τύχη είχε μεγάλη Να το Χατζηαβάτη μας, το φίλο τον τελάλη «κύρι…

ΣΤΟΥ ΚΥΡ ΘΑΝΟΥ ΤΟ ΑΜΠΕΛΙ

ΣΤΟΥ ΚΥΡ ΘΑΝΟΥ ΤΟ ΑΜΠΕΛΙ
Στου κυρ – Θάνου το Αμπέλι, δύο κότες στρουμπουλές η Ασπρούλλα κι η Κοκκίνω, κάνουνε χρυσές δουλειές
Το πρωί σαν ξημερώσει και φυσήσει τ΄αεράκι Από το αμπέλι κάτω, πέφτει φρέσκο σταφυλάκι
Τρέχουν τότε οι κοκόνες, το σταφύλι να τσιμπήσουν Μέχρι και το τελευταίο, τίποτα να μην αφήσουν
Όμως λαίμαργες που είναι , το σταφύλι πως να φτάσει Λίγο η μια και λίγο ή άλλη, η κοιλιά που να χορτάσει;
Τότε οι δυο φιλενάδες, κάτσανε για να τα πούνε Μήπως βρούνε καμιά λύση, σοβαρά να το σκεφτούνε
«Μια ιδέα» η Ασπρούλλα, λέει «έχω στο μυαλό Τι θα έλεγες στις πλάτες να με πάρεις μια και δυο;»
«άμα πάνω σου ανέβω, θα ψηλώσω και θα φτάσω το σταφύλι στη στιγμή, το μισό θα σου κεράσω»
«Μα ακούς τι λες κυρά μου, θα μου γδάρεις τα φτερά Πρώτα δες ν΄αδυνατίσεις , πριν ανέβεις στην ουρά »
Έτσι συμφωνία κάναν, να μείνει η Άσπρη νηστικιά Λίγο βάρος για να χάσει, ν΄αλαφρύνουν τα φτερά
Πέρασαν λοιπόν οι μέρες και έκαναν σαν είχαν τάξει Η Κοκκίνω μάσα-μάσαμα η Άσπρη το΄χε ράψει
Το σταφύλι για να φτάσουν και να τ…

Ο ΓΕΡΑΣΜΕΝΟΣ ΔΡΑΚΟΣ

Ο ΓΕΡΑΣΜΕΝΟΣ ΔΡΑΚΟΣ
Ένας δράκος γερασμένος Μες στην σκοτεινή σπηλιά του Έπεσε σε μαρασμό Κι είχε χάσει τη μιλιά του
Μόνο λίγο με τα μάτια Έξω παρακολουθούσε Και τα περασμένα νιάτα Μέρα νύχτα αναπολούσε
Τότε που ΄ταν στα καλά του Και τον έτρεμε η πλάση Τώρα κόντευε σχεδόν Και το φως του πια να χάσει
Μές στην σκοτεινή σπηλιά του Όλη μέρα μοναχός Με μαράζι ξεφυσούσε Κι ούτε έβγαινε καπνός
Τη δράκαινα του είχε χάσει Πάνε τόσα χρόνια τώρα Αλλά κι΄ όλα τα δρακάκια Είχαν φύγει απ΄ τη χώρα
Τι να κάνει oγέρο-δράκος Μες τ΄ αγιάζι και το κρύο Κάνει αίτηση να πάει Στο δρακογηροκομείο
Τη σπηλιά την κρύα ν΄αφήσει Και στο ίδρυμα να πάει άλλους δράκους να γνωρίσει και ζεστό φαί να φάει
Ωσπου ο δράκος ήταν νέος Όλα φαίνονταν ωραία Μα τα χρόνια σαν περάσουν Όλοι θέλουν μια παρέα
Και ο δράκος και η κάμπια Και του τσοπανάκου η γίδα Όλοι τους όταν γεράσουν ζητούν αγάπη και φροντίδα

Το Λενάκι

Το Λενάκι
Ελένη, Λενάκι, Ελενάκι μου
Έλα στο σπίτι, στο σπιτάκι μου
Να φάς πίτα, πιτούλα, μια τυροπιτούλα
Να δεις τη γάτα, γάτα μου, την όμορφη γατούλα
Να πιεις νερό, νεράκι μου, να φας και νερατζάκι
Να πάμε βόλτα στο βουνό, μετά στο χωριουδάκι
Να φάμε μια χορτόπιτα, με πράσο και ραδίκια
Να πάμε στη λιμνούλα,να ρίξουμε χαλίκια
Να δούμε τα βατράχια, που κάθονται στα βράχια
Να δούμε και τ΄αστέρια που λάμπουνε τα βράδια
Να πάμε και βαρκάδα σαν πέσει φεγγαράδα
Και στο σπιτάκι μου μετά να πιούμε λεμονάδα
Να πάμε και να ρθούμε νωρίς να κοιμηθούμε
Γιατί ξανά ποιός ξέρει μάτια μου πότε θ΄ανταμωθούμε;
Σαν φύγεις απ το σπίτι, το σπιτάκι μου
Ελένη, Λενάκι, Ελενάκι μου

ΤΑ ΒΟΤΣΑΛΑΚΙΑ

ΤΑ ΒΟΤΣΑΛΑΚΙΑ
Ψηλά σ΄απόκρημνο βουνό και σε βαθύ λαγγάδι, είχ΄ ένα έρημο χωριό μ’ένα ξερό πηγάδι Ζούσαν εκεί δυο αδελφές, η Πέτρα κ΄η Μαλάμω η μία ζούσε στα χρυσά, κι΄η άλλ΄έπεφτε χάμω Η Πέτρα φούρνο άνοιξε και ζύμωνε όλη μέρα η άλλη χήρα και φτωχιά, πώς να τα βγάλει πέρα
Η μια με χίλια βάσανα, απέχτησε μια κόρη Τρία η άλλη έκανε, δυο κόρες κι΄έν΄αγόρι Στην αδελφή της δούλευε, απ΄το πρωί η Μαλάμω Και στην ποδιά της μάζευε, τ΄αλεύρι από χάμω Να πάει το βράδυ σπίτι της, πιττούλες για να φτιάξει Να φάνε τα παιδάκια της , η πείνα τους να πάψει
Μα ένα βράδυ φοβερό, που χε μεγάλη μπόρα Η Πέτρα με πολύ θυμό, την διώχνει - κούφια ώρα «που να χεις την κατάρα μου, που κλέβεις το αλεύρι» «συγχώρα μ΄αδελφούλα μου, μόνο καλό να σ΄εύρει» Μα είχε πέτρα την καρδιά, πώς να τη συγχωρήσει; Δεν είχε αγάπη μέσα της, αλεύρι ναχαρίσει
Πάει η Μαλάμω σπίτι της, με την ουρά στα σκέλια Δεν είχε αλεύρι-ούτε ψωμί, μον άδεια΄ειχε τα χέρια Κι΄απ το πολύ μαράζι της που κλαίγαν τα παιδάκια Πιάνει και βάζει στη φωτιά, να ψήσει βοτσαλάκια Πη…

ΤΑ ΜΥΡΜΗΓΚΙΑ ΠΑΝΕ ΔΙΑΚΟΠΕΣ

ΤΑ ΜΥΡΜΗΓΚΙΑ ΠΑΝΕ ΔΙΑΚΟΠΕΣ
Ζέστη κάνει αφόρητη στη μυρμηγκοπολιτεία Βαθμούς σαράντα και μισό στην κυριολεξία Πέντε μυρμήγκια ατρόμητα που ολημερίς δουλεύουν Κοντεύουνε να σκάσουνε και πια δεν την παλεύουν Αποφασίζουν τη δουλειά λοιπόν να παρατήσουν Ψίχουλα, σπόρια και καρπούς για λίγο να αφήσουν
Μετράνε τ’ αποθέματα, γεμάτη η αποθήκη Απ΄ έξω βάζουν φύλακα,ένα τυφλό ποντίκι Παίρνουν τα μπογαλάκια τους να πάνε διακοπές Το χάρτη ανοίγουν με χαρά, βρίσκουν την Μπαγκλαντές Χάρμα θα την περνάν εκεί,θα΄χει πολλή δροσιά Θα ζούνε μέσα στους αγρούς και θα ρουφούν κρασιά
Χωρίς να χάσουνε καιρό,βγάζουν διαβατήρια Πάνε σε ταξιδιωτικό, κόβουν και εισητήρια Μα όταν έρχεται η στιγμή, να μπουν στ΄ αεροπλάνο Φόβος τους πιάνει ομαδικός, μην πέσουν από κει πάνω Μαζεύουν τις βαλίτσες τους, γρήγορα κατεβαίνουν Τ΄αεροπλάνο χαιρετούν σε πλοίο ανεβαίνουν
Μιας και δεν παν στην Μπαγκλαντές ας πάνε κρουαζιέρα Πέρα απ΄τη Μεσόγειο κι απ’ τα στενά πιο πέρα Μα πριν το πλοίο κινηθεί και βγει απ το λιμάνι Και πάλι φόβος τρομερός, τα μυρμηγ…

ΤΡΕΛΛΑΘΗΚΑΝ ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

ΤΡΕΛΛΑΘΗΚΑΝ ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ
Μες στον ύπνο μου φαντάσου, χίλιες μύριες ιστορίες Τρελλάθηκαν τα παραμύθια, κι αρχίσαν φασαρίες Ο κοντορεβυθούλης ψήλωσε πάει για μπασκετμπολίστας Σε ρεσιτάλ ο Πήτερ Παν, πρώτης τάξεως πιανίστας Οι νάνοι εγκατέλειψαν την όμορφη Χιονάτη, Οι έξι πάνε στο Περού κι ο άλλος στη Βαγδάτη
Τα γουρουνάκια εργοληπτική φτιάξανε εταιρία Κτίσανε σπίτια ένα σωρό και μια πολυκατοικία O λύκος τώρα πια δε ζεί, στο δάσος, το φοβάται Μ΄όλα τα φώτα ανοιχτά, θέλει πια να κοιμάται Στα γουρουνάκια πάει ευθύς, δυάρι να νοικιάσει Να ζει σε όροφο ψηλό, απ΄όλα να ξεγνοιάσει
Στον πρίγκηπα η σταχτοπούτα, άφησε τα παιδιά Μαθαίνει υπολογιστές και ψάχνει για δουλειά Aπ΄το παλάτι έδιωξαν, τον μαγικό καθρέφτη Τα κατσικάκια έχουν χαθεί και τον φωνάζουν φταίχτη H Ραπουνζέλ βαρέθηκε, το λουκ θέλει ν΄αλλάξει Θα κόψει το μακρύ μαλλί, και μαύρο θα το βάψει
Ο γίγανταςγυμνάζεται, θέλει ν’ αδυνατίσει Να πάει στους ολυμπιακούς, μετάλλεια να κερδίσει Η κοκκινοσκουφίτσα πέταξε, το όμορφο παλτό της Ξεχνά την άρρωστη γιαγιά και …

Η ΑΛΦΑ - ΒΗΤΑ

Η ΑΛΦΑ – ΒΗΤΑ
Σήμερα να μάθω είπα Τη δική μου ΑΛΦΑ – ΒΗΤΑ
ΑΛΦΑ όπως λέμε Άννα ΒΗΤΑ σαν τη Βυσσινάδα
ΓΑΜΜΑ γάτα και γιο-γιο ΔΕΛΤΑ δελφίνι στο γυαλό
ΕΨΙΛΟΝ το ελεφαντάκι ΖΗΤΑένα ζαρκαδάκι
ΗΤΤΑ ο ήλιος ο λαμπρός ΘΗΤΑ ο κυρ-θυρωρός
ΓΙΩΤΑιπποπόταμος χοντρός ΚΑΠΠΑ κόκορας καμαρωτός
ΛΑΜΒΔΑ τα λεωφορεία ΜΙ μανούλα και Μαρία
ΝΙνεράιδα μαγική ΞΙμια ξύστρα πλαστική
ΟΜΙΚΡΟΝ η οδοντογλυφίδα ΠΙ για την πυγολαμπίδα
ΡΟ τα νόστιμα ραβιόλια ΣΙΓΜΑ τ’ απαλά σεντόνια
ΤΑΦ για το ταχυδρομείο ΥΨΙΛΟΝ το υφαντουργείο
ΦΙ ψηλά το φεγγαράκι ΧΙ ψηλώνω το χεράκι
ΨΙ στη γυάλα ένα ψάρι Τ’ ΩΜΕΓΑ ώρα θα μου πάρει
Έτσι τώρα όπως τα είπα Έμαθα την ΑΛΦΑ - ΒΗΤΑ
Πάμε τώρα όλοι μαζί Να την πούμε απ΄την αρχή

Ο ΑΧΛΑΔΑΚΗΣ ΠΑΕΙ ΣΧΟΛΕΙΟ

Ο ΑΧΛΑΔΑΚΗΣ ΠΑΕΙ ΣΧΟΛΕΙΟ
Ο Αχλαδάκης σαν γεννήθει, φρούτο ήτανε μικρό, άσχημο και πρασινάκι Η μαμά Αχλάδα όμως, με αγάπη περισσή, φρόντιζε τον Αχλαδάκη
Φέτος που έξι έκλεισε, σαν όλα τα φρουτάκια, θα πάει στο φρουτοσχολειό, Για να μάθει καθώς πρέπει, την φρουτοαλφαβήτα, κι’ ένα κι ένα κάνουν δυό
Πέρασε το καλοκαίρι, ήρθε κιόλας ο Σεπτέμβρης, η πρώτη τάξη αρχινά Να σου και ο Αχλαδάκης, τη μαμά κρατά απ το χέρι, αχ η καρδούλα πως χτυπά
Με τραγούδια και φωνές, τα φρουτάκια παν στις τάξεις, το κουδούνι σαν χτυπά Μα ο αχλαδάκης στη γωνιά, με ματάκια δακρυσμένα, δεν αφήνει τη μαμά
Για τη δουλειά η μαμά θ’ αργήσει, στην τάξη γρήγορα τον πάει, στο καινούργιο του θρανίο Κι όλα τ΄άλλα τα φρουτάκια, έχουν κιόλας πάρει θέση και ανοίξει το βιβλίο
Γύρω γύρω του κοιτάει, με χαρά ο Αχλαδάκης, ξέρει όλα τα φρουτάκια Τον γελαστό τον Ανανούλη, τη μικρή τη Φραουλίτσα, τα δίδυμα τα Κερασάκια
Να σου και η Λεμονίτσα, με τα μούτρα ξινισμένα, στην πρώτη πρώτη τη σειρά Κι΄ ολοκόκκινη η Μηλίτσα, με σκυμμένο το κεφάλι, να κοι…