ΚΑΛΩΣΟΡΙΣΑΤΕ ΣΤΟΝ ΙΣΤΟΧΩΡΟ ΜΟΥ

εδώ θα βρείτε χιούμορ , φαντασία, αγάπη για τη γνώση, και πάνω απ' όλα ALMA LIBRE





Παρασκευή, 25 Φεβρουαρίου 2011

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗ

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗ

Στο τσαρδί του Καραγκιόζη πάνε τώρα κάτι χρόνια
Μπήκε βαρυχειμωνιά και επέσανε και χιόνια
Κοντεύαν και Χριστούγεννα, μεγάλο γεγονός
Κι ο Καραγκιόζης γιόρταζε σαν κάθε Χριστιανός

Η Αγλαία μια και δυο, τον αντρούλη της ρωτάει
Μιας και έρχονται γιορτές, από χρήματα πως πάει
Μα ο Καραγκιόζης τι να πει, που ολημερίς κοιμόταν
Να πάει να βρει καμιά δουλειά, ποτέ του δε θυμόταν

Η Αγλαία θύμωσε και του δειξε μια λίστα
Το Κολλητήρι ήθελε κουρσάρες και μια πίστα
Ο Μιρικόκος μαρκαδόρους και μπλοκ ζωγραφικής
Και ο Κοπρίτης ένα πλήρες σετ ζαχαροπλαστικής

«Ένα γαλόπουλο παχύ το έθιμο προστάζει
Θέλω και παραγέμιση και κάστανο να σπάζει
Ακούεις άντρα τι ζητώ», του λέει η Αγλαία
«Ακούω γυναικούλα μου, όμως δεν έχω μία.»

«Να πάς να βρεις καμιά δουλειά, φτάνει να τεμπελιάζεις
Πόσο πια μες τον καφενέ, να ξημεροβραδιάζεις;»
Έτσι λοιπόν ο φίλος μας το άλλο το πρωί
Κοστούμι βάζει και παπιγιόν, δουλειά πάει να βρει

Στο δρόμο που επήγαινε, τύχη είχε μεγάλη
Να το Χατζηαβάτη μας, το φίλο τον τελάλη
«κύριοι, ακούστε, κύριοι» φωνάει ευθύς αυτός
«ο Καραγκιό πάει στη δουλειά, ή πάει για γαμπρός»

Μέχρι να στρίψει στη γωνιά, στα πόδια του μπροστά
Ένα σακούλι πρόσεξε, τ΄αρπάζει στα κρυφά
Τα ανοίγει μάνι μάνι και μέσα τι να δει
Λίρες χρυσές μανούλα μου και πάει να τρελλαθεί

Στην Αγλαίτσα πάει κύριος, της δίνει τα μισά
Να πάρει δώρα και φαγιά κεντήματα χρυσά
«Μα που τα βρήκες τα λευτά» ρωτάει αυτή ευθύς
«Τον Άγιο να ευχαριστείς, που τα στειλε νωρίς»

Κι ο Καραγκιόζης που ήτανε,  έξυπνος όπως πάντα
Φύλαξε τις λυρίτσες του, τις έβαλε στην μπάντα
Κι άμα μια λίρα μοναχά θα σπαταλά το μήνα
Μέχρι του χρόνου σκέφτεται, θα την περάσουν πρίμα

Έτσι λοιπόν περάσανε, Χριστούγεννα ωραία
Πήρανε δώρα τα παιδιά και παίξανε παρέα
Φέραν και ένα  γαλόπουλο, να φάνε και να πιούνε
να φαν, να πιουν και νηστικοί, να πα να κοιμηθούνε

ΣΤΟΥ ΚΥΡ ΘΑΝΟΥ ΤΟ ΑΜΠΕΛΙ

ΣΤΟΥ ΚΥΡ ΘΑΝΟΥ ΤΟ ΑΜΠΕΛΙ

Στου κυρ – Θάνου το Αμπέλι, δύο κότες στρουμπουλές
η Ασπρούλλα κι η Κοκκίνω, κάνουνε χρυσές δουλειές

Το πρωί σαν ξημερώσει και φυσήσει τ΄αεράκι
Από το αμπέλι κάτω, πέφτει φρέσκο σταφυλάκι

Τρέχουν τότε οι κοκόνες, το σταφύλι να τσιμπήσουν
Μέχρι και το τελευταίο, τίποτα να μην αφήσουν

Όμως λαίμαργες που είναι , το σταφύλι πως να φτάσει
Λίγο η μια και λίγο ή άλλη, η κοιλιά που να χορτάσει;

Τότε οι δυο φιλενάδες, κάτσανε για να τα πούνε
Μήπως βρούνε καμιά λύση, σοβαρά να το σκεφτούνε

«Μια ιδέα» η Ασπρούλλα, λέει «έχω στο μυαλό
Τι θα έλεγες στις πλάτες να με πάρεις μια και δυο;»

«άμα πάνω σου ανέβω, θα ψηλώσω και θα φτάσω
το σταφύλι στη στιγμή, το μισό θα σου κεράσω»

«Μα ακούς τι λες κυρά μου, θα μου γδάρεις τα φτερά
Πρώτα δες ν΄αδυνατίσεις , πριν ανέβεις στην ουρά »

Έτσι συμφωνία κάναν, να μείνει η Άσπρη νηστικιά
Λίγο βάρος για να χάσει, ν΄αλαφρύνουν τα φτερά

Πέρασαν λοιπόν οι μέρες και έκαναν σαν είχαν τάξει
Η Κοκκίνω μάσα-μάσα  μα η Άσπρη το΄χε ράψει

Το σταφύλι για να φτάσουν και να τρώνε ολημερίς
Μόνο λίγο να κοιμούνται απ τις δώδεκα ως τις τρεις

Στου κυρ Θάνου το αμπέλι, δύο κότες στρουμπουλές
Το σταφύλι δεν χορταίναν, ήταν και οι δυο τρελλές

Φάε φάε η Κοκκίνω ως τις δώδεκα είχε σκάσει
Κι απ΄την πείνα η Ασπρούλλα ως τις τρεις τα χε τινάξει

Ο ΓΕΡΑΣΜΕΝΟΣ ΔΡΑΚΟΣ

Ο ΓΕΡΑΣΜΕΝΟΣ ΔΡΑΚΟΣ

Ένας δράκος γερασμένος
Μες στην σκοτεινή σπηλιά του
Έπεσε σε μαρασμό
Κι είχε χάσει τη μιλιά του

Μόνο λίγο με τα μάτια
Έξω παρακολουθούσε
Και τα περασμένα νιάτα
Μέρα νύχτα αναπολούσε

Τότε που ΄ταν στα καλά του
Και τον έτρεμε η πλάση
Τώρα κόντευε σχεδόν
Και το φως του πια να χάσει

Μές στην σκοτεινή σπηλιά του
Όλη μέρα μοναχός
Με μαράζι ξεφυσούσε
Κι ούτε έβγαινε καπνός

Τη δράκαινα του είχε χάσει
Πάνε τόσα χρόνια τώρα
Αλλά κι΄ όλα τα δρακάκια
Είχαν φύγει απ΄ τη χώρα

Τι να κάνει o γέρο-δράκος
Μες τ΄ αγιάζι και το κρύο
Κάνει αίτηση να πάει
Στο δρακογηροκομείο

Τη σπηλιά την κρύα ν΄αφήσει
Και στο ίδρυμα να πάει
άλλους δράκους να γνωρίσει
και ζεστό φαί να φάει

Ωσπου ο δράκος ήταν νέος
Όλα φαίνονταν ωραία
Μα τα χρόνια σαν περάσουν
Όλοι θέλουν μια παρέα

Και ο δράκος και η κάμπια
Και του τσοπανάκου η γίδα
Όλοι τους όταν γεράσουν
ζητούν αγάπη και  φροντίδα

Το Λενάκι

Το Λενάκι

Ελένη, Λενάκι, Ελενάκι μου

Έλα στο σπίτι, στο σπιτάκι μου

Να φάς πίτα, πιτούλα, μια τυροπιτούλα

Να δεις τη γάτα, γάτα μου, την όμορφη γατούλα

Να πιεις νερό, νεράκι μου, να φας και νερατζάκι

Να πάμε βόλτα στο βουνό, μετά στο χωριουδάκι

Να φάμε μια χορτόπιτα, με πράσο και ραδίκια

Να πάμε στη λιμνούλα,  να ρίξουμε χαλίκια

Να δούμε τα βατράχια, που κάθονται στα βράχια

Να δούμε και τ΄αστέρια που λάμπουνε τα βράδια

Να πάμε και βαρκάδα σαν πέσει φεγγαράδα

Και στο σπιτάκι μου μετά να πιούμε λεμονάδα

Να πάμε και να ρθούμε νωρίς να κοιμηθούμε

Γιατί ξανά ποιός ξέρει μάτια μου πότε θ΄ανταμωθούμε;

Σαν φύγεις απ το σπίτι, το σπιτάκι μου

Ελένη, Λενάκι, Ελενάκι μου

ΤΑ ΒΟΤΣΑΛΑΚΙΑ

ΤΑ ΒΟΤΣΑΛΑΚΙΑ

Ψηλά σ΄απόκρημνο βουνό και σε βαθύ λαγγάδι,
είχ΄ ένα έρημο χωριό μ’ένα ξερό πηγάδι
Ζούσαν εκεί δυο αδελφές, η Πέτρα κ΄η Μαλάμω
η μία ζούσε στα χρυσά, κι΄η άλλ΄έπεφτε χάμω
Η Πέτρα φούρνο άνοιξε και ζύμωνε όλη μέρα
η άλλη χήρα και φτωχιά, πώς να τα βγάλει πέρα

Η μια με χίλια βάσανα, απέχτησε μια κόρη
Τρία η άλλη έκανε, δυο κόρες κι΄έν΄αγόρι
Στην αδελφή της δούλευε, απ΄το πρωί η Μαλάμω
Και στην ποδιά της μάζευε, τ΄αλεύρι από χάμω
Να πάει το βράδυ σπίτι της, πιττούλες για να φτιάξει
Να φάνε τα παιδάκια της , η πείνα τους να πάψει

Μα ένα βράδυ φοβερό, που χε μεγάλη μπόρα
Η Πέτρα με πολύ θυμό, την διώχνει - κούφια ώρα
«που να χεις την κατάρα μου, που κλέβεις το αλεύρι»
«συγχώρα μ΄αδελφούλα μου, μόνο καλό να σ΄εύρει»
Μα είχε πέτρα την καρδιά, πώς να τη συγχωρήσει;
Δεν είχε αγάπη μέσα της, αλεύρι να  χαρίσει

Πάει η Μαλάμω σπίτι της, με την ουρά στα σκέλια
Δεν είχε αλεύρι-ούτε ψωμί, μον άδεια΄ειχε τα χέρια
Κι΄απ το πολύ μαράζι της που κλαίγαν τα παιδάκια
Πιάνει και βάζει στη φωτιά, να ψήσει βοτσαλάκια
Πηγαίνετ΄αγγελούδια μου νωρίς να κοιμηθείτε
Και μόλις το φαί ψηθεί, φωνάζω σας να ρθείτε

Μα πώς να ψήσει το φαί, που ψέμματα τους λέει
Και η Μαλάμω μόνη της, όλο το βράδυ κλαίει
Μα ξάφνου στην άφεγγη νυχτιά και στην μεγάλη μπόρα
Η πόρτα του σπιτιού χτυπά. «Ποιος να΄ναι τέτοια ώρα;»
«Άνοιξε κόρη μου χρυσή, που να χεις την ευχή μου»
« τι από με ζητάς παππού, κι΄έρχεσαι στην αυλή μου;»

«ένα ποτήρι με νερό, λίγο ψωμί να φάω
Να ξημερώσει ο Θεός, και στο καλό να πάω»
«Μείνε παππού, μετά χαράς, δε θα σε μαραζώσω,
Μα στο τσουκάλι μου φαί, δεν έχω να σου δώσω»
«γιατί λες κόρη μου καλή, ψέμματα σ΄ ένα γέρο;»
«αφού δεν έχω τίποτες, ψωμί πώς να σου φέρω;»

«Και , τι ΄ν΄αυτό που ψήνεται, κει πέρα στη φωτιά σου;
Θες να πιστέψω νηστικά κοίμησες τα παιδιά σου;»
«αλίμονο μου νηστικά κοίμησα τα μικρά μου,
Βότσαλα ψήνω στη φωτιά και σκίζεται΄η καρδιά μου»
«Άνοιξε κόρη μου να δω τα μαύρα βοτσαλάκια
Με δες που λέει ψέμματα και ψήνει φασολάκια»
«αλήθεια λες καλέ παππού, να ζήσεις χίλια χρόνια
Μόνο με θαύμα γίνονται, τα βότσαλα φασόλια»
«Ξύπνα Μαλάμω τα παιδιά, να φάμε και να πιούμε
Φέρε μας και γλυκό κρασί, να το φχαριστηθούμε
Και να χεις πίστη στο Θεό που όλα τα κοιτάζει
Χορτάνει εκείνους που πεινούν και διώχνει το μαράζι»

ΤΑ ΜΥΡΜΗΓΚΙΑ ΠΑΝΕ ΔΙΑΚΟΠΕΣ

ΤΑ ΜΥΡΜΗΓΚΙΑ ΠΑΝΕ ΔΙΑΚΟΠΕΣ

Ζέστη κάνει αφόρητη στη μυρμηγκοπολιτεία
Βαθμούς σαράντα και μισό στην κυριολεξία
Πέντε μυρμήγκια ατρόμητα που ολημερίς δουλεύουν
Κοντεύουνε να σκάσουνε και πια δεν την παλεύουν
Αποφασίζουν τη δουλειά λοιπόν να παρατήσουν
Ψίχουλα, σπόρια και καρπούς για λίγο να αφήσουν

Μετράνε τ’ αποθέματα, γεμάτη η αποθήκη
Απ΄ έξω βάζουν φύλακα,  ένα τυφλό ποντίκι
Παίρνουν τα μπογαλάκια τους να πάνε διακοπές
Το χάρτη ανοίγουν με χαρά, βρίσκουν την Μπαγκλαντές
Χάρμα θα την περνάν εκεί,  θα΄χει πολλή δροσιά
Θα ζούνε μέσα στους αγρούς και θα ρουφούν κρασιά

Χωρίς να χάσουνε καιρό,  βγάζουν διαβατήρια
Πάνε σε ταξιδιωτικό, κόβουν και εισητήρια
Μα όταν έρχεται η στιγμή, να μπουν στ΄ αεροπλάνο
Φόβος τους πιάνει ομαδικός, μην πέσουν από κει πάνω
Μαζεύουν τις βαλίτσες τους, γρήγορα κατεβαίνουν
Τ΄αεροπλάνο χαιρετούν σε πλοίο ανεβαίνουν

Μιας και δεν παν στην Μπαγκλαντές ας πάνε κρουαζιέρα
Πέρα απ΄τη Μεσόγειο κι απ’ τα στενά πιο πέρα
Μα πριν το πλοίο κινηθεί και βγει απ το λιμάνι
Και πάλι φόβος τρομερός, τα μυρμηγκάκια πιάνει
«Λες καταιγίδα να μας βρει, να πέσουμε σε μπόρα;
Κολύμπι εμείς δεν ξέρουμε, φύγαμε μάγκες τώρα…»

Το πλοίο πήγε στο καλό, μα τα μυργμήγκια μένουν
Για ύστατη προσπάθεια, σε τρένο ανεβαίνουν
Ταξίδι μιας και δεν θα πάνε σ΄άλλους προορισμούς
Λένε να πάν εδώ κοντά , να δουν κάτι γνωστούς
«Βρε, μ΄αν το τρένο συγκρουστεί και εκτροχιαστούμε;
Ας μην το πολυρισκάρουμε,  λέω να κατεβούμε. »

Κουράστηκαν οι φίλοι μας, ανέβα και κατέβα
Κι αφόρητος ο καύσωνας, δεν παίρνουνε αέρα
Αμάξι νοικιάζουνε και μπαίνουν όλοι μέσα
Μέσα τον ενθουσιασμό, ξεχνάνε και τα ρέστα
Σε στέκι παραλιακό, κλείνουνε για να πάνε
Μα πριν τη διασταύρωση,  πίσω ξαναγυρνάνε

Μεσάνυχτα και βρίσκονται στο ίδιο το σημείο
T΄αεροπλάνο έφυγε, το ίδιο και το πλοίο
Το τρένο το φοβήθηκαν , τ΄αμάξι δεν τους κάνει
Λίγο το σκέφτονται λοιπόν, γελόκλαμα τους πιάνει
Είμαστε φοβιτσιάρηδες, γερό το μάθημα μας
Εμπρός τα ποδαράκια μας και πίσω στη φωλιά μας

ΤΡΕΛΛΑΘΗΚΑΝ ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

ΤΡΕΛΛΑΘΗΚΑΝ ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Μες στον ύπνο μου φαντάσου, χίλιες μύριες ιστορίες
Τρελλάθηκαν τα παραμύθια,  κι αρχίσαν φασαρίες
Ο κοντορεβυθούλης ψήλωσε πάει για μπασκετμπολίστας
Σε ρεσιτάλ ο Πήτερ Παν, πρώτης τάξεως πιανίστας
Οι νάνοι εγκατέλειψαν την όμορφη Χιονάτη,
Οι έξι πάνε στο Περού κι ο άλλος στη Βαγδάτη

Τα γουρουνάκια εργοληπτική φτιάξανε εταιρία
Κτίσανε σπίτια ένα σωρό και μια πολυκατοικία
O λύκος τώρα πια δε ζεί, στο δάσος, το φοβάται
Μ΄όλα τα φώτα ανοιχτά, θέλει πια να κοιμάται
Στα γουρουνάκια πάει ευθύς, δυάρι να νοικιάσει
Να ζει σε όροφο ψηλό, απ΄όλα να ξεγνοιάσει

Στον πρίγκηπα η σταχτοπούτα, άφησε τα παιδιά
Μαθαίνει υπολογιστές και ψάχνει για δουλειά
Aπ΄το παλάτι έδιωξαν, τον μαγικό καθρέφτη
Τα κατσικάκια έχουν χαθεί και τον φωνάζουν φταίχτη
H Ραπουνζέλ βαρέθηκε, το λουκ θέλει ν΄αλλάξει
Θα κόψει το μακρύ μαλλί, και μαύρο θα το βάψει

Ο γίγαντας  γυμνάζεται, θέλει ν’ αδυνατίσει
Να πάει στους ολυμπιακούς, μετάλλεια να κερδίσει
Η κοκκινοσκουφίτσα πέταξε, το όμορφο παλτό της
Ξεχνά την άρρωστη γιαγιά και τρέχει στον καλό της
Και μια κακάσχημη γριά, μάγισσα με μασέλες
Μοντέλο θέλει να γενεί, να βγει στις πασαρέλες

Δέκα παιδιά ο Αλαντίν κι έρχονται άλλα δύο
Έχει ξεφτίσει το χαλί και παίρνει λεωφορείο
Το τζίνι το ζαλίσανε και  μ’ όλα αυτά θα σκάσει
Στον Πόλο πάει διακοπές για λίγο να ησυχάσει
Κι εμένα που με βλέπεται, σαν ξανακοιμηθώ
Τις ιστορίες που θα δώ, θα ρθω να σας τις πω

Η ΑΛΦΑ - ΒΗΤΑ

Η ΑΛΦΑ – ΒΗΤΑ

Σήμερα να μάθω είπα
Τη δική μου ΑΛΦΑ – ΒΗΤΑ

ΑΛΦΑ όπως λέμε Άννα
ΒΗΤΑ σαν τη Βυσσινάδα

ΓΑΜΜΑ γάτα και γιο-γιο
ΔΕΛΤΑ δελφίνι στο γυαλό

ΕΨΙΛΟΝ το ελεφαντάκι
ΖΗΤΑ  ένα ζαρκαδάκι

ΗΤΤΑ ο ήλιος ο λαμπρός
ΘΗΤΑ ο κυρ-θυρωρός

ΓΙΩΤΑ  ιπποπόταμος χοντρός
ΚΑΠΠΑ κόκορας καμαρωτός

ΛΑΜΒΔΑ τα λεωφορεία
ΜΙ μανούλα και Μαρία

ΝΙ  νεράιδα μαγική
ΞΙ  μια ξύστρα πλαστική

ΟΜΙΚΡΟΝ η οδοντογλυφίδα
ΠΙ για την πυγολαμπίδα

ΡΟ τα νόστιμα ραβιόλια
ΣΙΓΜΑ τ’ απαλά σεντόνια

ΤΑΦ για το ταχυδρομείο
ΥΨΙΛΟΝ το υφαντουργείο

ΦΙ ψηλά το φεγγαράκι
ΧΙ ψηλώνω το χεράκι

ΨΙ στη γυάλα ένα ψάρι
Τ’ ΩΜΕΓΑ ώρα θα μου πάρει

Έτσι τώρα όπως τα είπα
Έμαθα την ΑΛΦΑ - ΒΗΤΑ

Πάμε τώρα όλοι μαζί
Να την πούμε απ΄την αρχή

Ο ΑΧΛΑΔΑΚΗΣ ΠΑΕΙ ΣΧΟΛΕΙΟ

Ο ΑΧΛΑΔΑΚΗΣ ΠΑΕΙ ΣΧΟΛΕΙΟ

Ο Αχλαδάκης σαν γεννήθει, φρούτο ήτανε μικρό, άσχημο και πρασινάκι
Η μαμά Αχλάδα όμως, με αγάπη περισσή, φρόντιζε τον Αχλαδάκη

Φέτος που έξι έκλεισε, σαν όλα τα φρουτάκια, θα πάει στο φρουτοσχολειό,
Για να μάθει καθώς πρέπει, την φρουτοαλφαβήτα, κι’ ένα κι ένα κάνουν δυό

Πέρασε το καλοκαίρι, ήρθε κιόλας ο Σεπτέμβρης, η πρώτη τάξη αρχινά
Να σου και ο Αχλαδάκης, τη μαμά κρατά απ το χέρι, αχ η καρδούλα πως χτυπά

Με τραγούδια και φωνές, τα φρουτάκια παν στις τάξεις, το κουδούνι σαν χτυπά
Μα ο αχλαδάκης στη γωνιά, με ματάκια δακρυσμένα,  δεν αφήνει τη μαμά

Για τη δουλειά η μαμά θ’ αργήσει, στην τάξη γρήγορα τον πάει, στο καινούργιο του θρανίο
Κι όλα τ΄άλλα τα φρουτάκια, έχουν κιόλας πάρει θέση και ανοίξει το βιβλίο

Γύρω γύρω του κοιτάει, με χαρά ο Αχλαδάκης, ξέρει όλα τα φρουτάκια
Τον γελαστό τον Ανανούλη, τη μικρή τη Φραουλίτσα, τα δίδυμα τα Κερασάκια

Να σου και η Λεμονίτσα, με τα μούτρα ξινισμένα, στην πρώτη πρώτη τη σειρά
Κι΄ ολοκόκκινη η Μηλίτσα, με σκυμμένο το κεφάλι, να κοιτάει ντροπαλά

Μ΄ ένα όμορφο φουστάνι, μπαίνει τώρα η δασκάλα, «καλημέρα σας φρουτάκια»
«καλημέρα κυρά Μπανάνα», απαντούν με μια φωνή και χτυπάνει παλαμάκια

« Άλφα, βήτα, ένα-δυο τρία, πάμε μπρος φρουτάκια, όλα θα τα μάθουμε μαζί.
Άλφα, βήτα, ένα-δύο τρία, πάμε μπρος φρουτάκια , καλή επιτυχία»