ΚΑΛΩΣΟΡΙΣΑΤΕ ΣΤΟΝ ΙΣΤΟΧΩΡΟ ΜΟΥ

εδώ θα βρείτε χιούμορ , φαντασία, αγάπη για τη γνώση, και πάνω απ' όλα ALMA LIBRE





Τρίτη, 7 Ιουνίου 2011

ΣΤΟΥ ΚΥΡ ΘΑΝΟΥ ΤΟ ΑΜΠΕΛΙ

Στου κυρ – Θάνου το Αμπέλι, δύο κότες στρουμπουλές
η Ασπρούλλα κι η Κοκκίνω, κάνουνε χρυσές δουλειές

Το πρωί σαν ξημερώσει και φυσήσει τ΄αεράκι
Από το αμπέλι κάτω, πέφτει φρέσκο σταφυλάκι

Τρέχουν τότε οι κοκόνες, το σταφύλι να τσιμπήσουν
Μέχρι και το τελευταίο, τίποτα να μην αφήσουν

Όμως λαίμαργες που είναι , το σταφύλι πως να φτάσει
Λίγο η μια και λίγο ή άλλη, η κοιλιά που να χορτάσει;

 Τότε οι δυο φιλενάδες, κάτσανε για να τα πούνε
Μήπως βρούνε καμιά λύση, σοβαρά να το σκεφτούνε

«Μια ιδέα» η Ασπρούλλα, λέει «έχω στο μυαλό
Τι θα έλεγες στις πλάτες να με πάρεις μια και δυο;»

«Μα ακούς τι λες κυρά μου, θα μου γδάρεις τα φτερά
Πρώτα δες ν΄αδυνατίσεις , πριν ανέβεις στην ουρά »

Έτσι συμφωνία κάναν, να μείνει η Άσπρη νηστικιά
Λίγο βάρος για να χάσει, ν΄αλαφρύνουν τα φτερά

Πέρασαν λοιπόν οι μέρες και έκαναν σαν είχαν τάξει
Η Κοκκίνω μάσα-μάσα  και η Άσπρη το΄χε ράψει

Το σταφύλι για να φτάσουν και να τρώνε ολημερίς
Μόνο λίγο θα κοιμούνται απ τις δώδεκα ως τις τρεις

Στου κυρ Θάνου το αμπέλι, δύο κότες στρουμπουλές
Το σταφύλι δεν χορταίναν, ήταν και οι δυο τρελλές

Φάε φάε η Κοκκίνω ως τις δώδεκα είχε σκάσει
Κι απ΄την πείνα η Ασπρούλλα ως τις τρεις τα χε τινάξει




















Πέμπτη, 2 Ιουνίου 2011

ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΙΣ ΗΠΕΙΡΟΥΣ

ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΙΣ ΗΠΕΙΡΟΥΣ

Λίγο πριν τα μάτια κλείσω , ήρθε ένας ταξιδιώτης
έξω απ το παράθυρο μου, μ’ ένα μαγικό χαλί
χωρίς φόβο ή δισταγμό, το παράθυρο ανοίγω,
και στο κόκκινο χαλί του, σκαρφαλώνω στο στιγμή
«γεια σου φιλαράκο λέει» μ΄ονομάζουνε Ερμή
Ταξίδι ήρθα να σε πάω, να γνωρίσουμε τη Γη

Η Ασία η πιο μεγάλη, απ΄τις πέντε τις Ηπείρους
Τα πιο πολλά έχει νησιά και τους πιο πολλούς κατοίκους
Εκεί αμέσως πάμε τώρα, το ταξίδι αρχινά
Και τα πιο ψηλά της γης για να δούμε τα βουνά
Ιμαλάια τα λένε, το Έβερεστ η κορυφή
πολικές θερμοκρασίες, έχει πάντοτε εκεί
Ψηλές καμήλες και οάσεις σ΄απέραντες ερήμους
Στα ολόασπρα ντυμένους θε να δούμε  βεδουίνους
Κινέζοι και Ιάπωνες, Άραβες και Μογγόλοι
Οι μισοί μάτια σχιστά, μ’ Ασιάτες είναι όλοι

Στη δεύτερη την Αφρική, λέω τώρα να πάμε
Κάτω από το Μπαομπάμπ, φίνα θα την περνάμε
Ένα  δέντρο τεράστιο που στην Αιθιοπία μόνο ζει
Να σου κι η Μαδαγασκάτη, ένα όμορφο νησί
Εκεί ζει κι΄ο ελέφαντας, της γης ο πιο μεγάλος
Εκεί ζει κι΄ο πολύχρωμος, τσαχπίνης παπαγάλος
Λυπάμαι όμως τα παιδιά, που δεν έχουν να φάνε
Φουσκώνουν οι κοιλίτσες τους, υποφέρουν και πονάνε
Λυπάμαι που οι άνθρωποι, δεν βλέπουνε τον πόνο
Στα όπλα και στον πόλεμο, λεφτά ξοδεύουν μόνο

Πάμε ευθύς τώρα στην τρίτη που τη λένε Αμερική
Απ τον Αμέρικο Βεσπούτσι, που πρώτος έφτασε εκεί
Βρήκε εκεί πολιτισμούς, των Ϊνκας και των Μάγια
Κι Ινδιάνους με φτερά που μασούσανε παπάγια
Πριν πεντακόσια χρόνια έφτασαν με πλοία οι Ευρωπαίοι
Βρήκανε πλούτο και χρυσό και ξόφλησαν τα χρέη
Σε λίγα χρόνια γέμισε ο τόπος αποικίες
Και Ηνωμένες ύστερα τις είπαν Πολιτείες
Νέα Υόρκη, Μεξικό, Χιλή και Καναδάς
ο Αμαζόνιος ποταμός, δάση κι΄ο Παναμάς

Να που ήρθε κι σειρά της δικιάς μας της Ευρώπης
Που γνώση και πολιτισμό, της χρωστάει η ανθρωπότης
Εδώ είναι που αναπτύχθηκε του κόσμου η ιστορία
Εδώ που ανακαλύφθηκαν τα τρένα και τα πλοία
Η Ευρώπη λένε ήτανε του Αγήνορα η κόρη
που ο Δίας της αγάπησε κι΄άρπαξε με το ζόρι
Στο χάρτη αν δεις ενώνονται η Ευρώπη κι η Ασία
και έτσι ονομάζονται, αν θες και Ευρασία
απ’ όλες τις Ηπείρους τη λένε Γηραιότερη
όμως απ τις υπόλοιπες,είναι η ομορφότερη




Δύο ήπειροι έχουν μείνει, κι οι δύο μακριά
Τη μια τη λένε Αυστραλία, καγκουρώ έχει πολλά
Ζουν εκεί εκατομμύρια, στα αστικά τα κέντρα
Και έχει κοάλα ζωηρά, που βγαίνουνε στα δέντρα
Τελευταία η Ανταρκτική, κι ειν απ’ όλες πιο μικρή
Και ούτε ένας άνθρωπος, ποτέ δε ζει εκεί
Αυτή που λέτε βρίσκεται, στο Νότιο τον Πόλο
Καλύπτεται από χιόνι, ολόκληρο το χρόνο
Θαλάσσιοι ελέφαντες και κάτι πιγκουίνοι
Τολμάν εκεί να ζήσουνε μα τρέμουνε κι΄εκείνοι

Έτσι λοιπόν κάπου εδώ, τελειώνει το ταξίδι
Τις πέντε Ηπείρους μάθαμε, λιγάκι σαν παιχνίδι
Ασία είπαμε Αφρική, Αμερική κι Ευρώπη
Αυστραλία κι Ανταρκτική που ούτε ζουν ανθρώποι
Σε μία ώρα ταξιδέψαμε, ολόκληρη τη Γη
Στο σπίτι ας γυρίσουμε, προτού ο ήλιος βγεί
Να πάς στο κρεβατάκι σου, λίγο να κοιμηθείς
Και σαν ξυπνήσεις το πρωί, θα ξαναθυμηθείς
Στους φίλους σου θα πάεις να πεις, για τον μικρό Ερμή
Που όμορφα σε ταξίδεψε και γνώρισες τη Γη