ΚΑΛΩΣΟΡΙΣΑΤΕ ΣΤΟΝ ΙΣΤΟΧΩΡΟ ΜΟΥ

εδώ θα βρείτε χιούμορ , φαντασία, αγάπη για τη γνώση, και πάνω απ' όλα ALMA LIBRE





Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2013

ΜΑΝΑ

Μια γυναίκα μπορεί να είναι καλή, πολύ καλή, αλλά όταν πρόκειται για τα παιδιά της και την ασφάλεια τους, σωματική ή ψυχική μπορεί να γίνει κακή και επικίνδυνη!!!!!!!!! Το αρχέγονο μητρικό ένστικτο είναι και το δυνατότερο !
η αλήθεια θα ακουστεί στα κλειστά σου αυτιά, η αλήθεια θα λάμψει μπρος στα κλειστά σου μάτια. 
Η αλήθεια θα σε ξυπνήσει απ' τον βαθύ σου ύπνο, θα σε σώσει απ' την γάγγραινα του μακάριου σου ύπνου
κι αν ο πόνος τώρα σου φαίνεται αβάσταχτος και ρέει το αίμα απ την καρδιά, πάρε το αίμα απ' την πληγή και γράψε τα ωραιότερα σου ποιήματα....
ΕΙΜΑΣΤΕ ΤΟΣΟ ΒΙΑΣΤΙΚΟΙ ΠΟΥ ΟΥΤΕ ΕΝΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙ ΔΕΝ ΠΡΟΛΑΒΑΙΝΕΙ ΝΑ ΜΑΣ ΧΕΣΕΙ

ΣΤΑΧΤΗ

Κι αν γευόμαστε τα συναισθήματα
λέμε γλυκιά την αγάπη, και πικρή τη θλίψη, αλμυρά τα δάκρυα
πες μου
όταν έχει πια περάσει η αγάπη, πάψει η θλίψη, στερέψουν τα δάκρυα
τι γεύση έχει η απώλεια ; τι γεύση έχει το κενό ; 
σκουριασμένα σίδερα και σάπια ξύλινα κουφάρια, η γεύση της στάχτης ..... 

ο ΑΓΓΕΛΟΣ

Το μικρό νεκροταφείο στεκόταν μόνο του, πάνω σε ένα λόφο λίγο έξω από τη ήσυχη πόλη. Περιστοιχισμένο από ένα ψηλό άχαρο γκρίζο τοίχο, με πράσινες κορυφές των κυπαρισσιών να ξεπροβάλλουν κοιτάζοντας πάνω από τον τοίχο με περιέργεια και δυο σιδερένιες μαύρες καγκελόπορτες που έμοιαζαν να οδηγούν στον κήπο της Εδέμ. 
Σταμάτησα το αυτοκίνητο μπροστά από την είσοδο και κατέβηκα. Ένας χρόνος έκλεινε σήμερα από το θάνατο της μητέρας μου. Τελευταία μέρα του Σεπτέμβρη, είχε κιόλας δειλινιάσει και ένα ψυχρό αεράκι φυσούσε πάνω από τις ταφόπλακες δρόσιζοντας τις ψυχές. Προχώρησα διστακτικά προς το βάθος. Το νεκροταφείο είχε σχεδόν γεμίσει και για να φτάσω στη μητέρα μου έπρεπε να περπατήσω προς την άλλη άκρη. Απολάμβανα αυτό τον μικρό περίπατο και είχα πια εξοικειωθεί με το περιβάλλον και δεν μου προκαλούσε κανένα φόβο ή περίεργο συναίσθημα, ίσα ίσα που απολάμβανα την ησυχία και γαλήνη που υπήρχε στο απομονωμένο μέρος, τον αέρα που μουρμουρούσε χαμηλόφωνα τις κορυφές των κυπαρισσιών, τις γάτες που περιπλανιόντουσαν ή ξάπλωναν νωχελικά πάνω στους τάφους.
Έφτασα κοντά της. «Γεια σου μανούλα” της είπα κοιτάζοντας τη φωτογραφία της, στα τριάντα, όμορφη και χαμογελαστή σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία. Πρόσθεσα λάδι στο καντηλάκι, άναψα το θυμιατό και προσευχήθηκα. Ένα χρόνο μετά ακόμα δεν το είχα συνειδητοποιήσει, κάθε μέρα πήγαινα στο σπίτι περιμένοντας να τη δω, να την ακούσω να τραγουδάει μαγειρεύοντας, αλλά όχι η μαμά ήταν εδώ, βουβή και αμίλητη. Έκατσα κοντά της και της μίλησα, γιατί η μαμά πάντα με ακούει, κλείνω τα μάτια και νοιώθω το χάδι της στο πρόσωπο μου. Κλείνω τα μάτια και έρχονται οι πιο παράξενες αναμνήσεις, όπως τη φορά που διπλώναμε τη μπουγάδα στο υπνοδωμάτιο της και της λέω «για ξαναπες αυτό το τραγούδι μαμά» και εκείνη με ρώτησε «ποιο τραγούδι» «αυτό που μόλις τραγούδησες» και άρχισα να επαναλαμβάνω με ρυθμό τα λόγια που μόλις είχα ακούσει «του φωνάζει ο γάτος γεια σου, θα σου κόψω την ουρά σου. Πες μου και το υπόλοιπο» και η μαμά με κοίταξε αποσβολωμένη απαντώντας μου «δεν το τραγούδησα, το σκεφτόμουν μόνο, δεν άνοιξα καν το στόμα μου» «εγώ πάντως το άκουσα μαμά» της είπα «τηλεπάθεια μάλλον»
«Καλησπέρα» μια ανδρική φωνή με έβγαλε από τις αναμνήσεις μου.
«Καλησπέρα» απάντησα με τα μάτια βουρκωμένα
«έρχεσαι συχνά; δεν σε έχω ξαναδεί»
«όχι, έχει καιρό να έρθω» απάντησα νοιώθοντας ενοχές που δεν έβρισκα το κουράγιο να πηγαίνω συχνότερα στον τάφο της μάνας μου. «εσύ;» ρώτησα από ευγένεια παρά από πραγματική περιέργεια
«είναι σαν να μη φεύγω ποτέ» μου απάντησε χαμογελώντας απροσδιόριστα.
Σηκώθηκα από το πεζούλι που καθόμουν, πήρα τη τσάντα μου για να φύγω. Η παρουσία αυτού του άντρα μου προκαλούσε ταραχή. Δεν ήταν πάρα πολύ ψηλός, αλλά ήταν μελαχρινός και πανέμορφος, με πυκνά μαύρα μαλλιά και φρύδια και ένα ζευγάρι παράξενα γκρίζα μάτια που αναβόσβηναν σαν φωτάκια στο ολόλευκο αγγελικό πρόσωπο του. Φορούσε μαύρο παντελόνι και πουκάμισο, πράγμα αναμενόμενο για κάποιον που θα έχασε πρόσφατα μάλλον κάποιον αγαπημένο του. Εγώ πάλι, ποτέ δεν μπόρεσα να μαυροφορέσω, όσο κι αν πένθησα τη μάνα μου, αυτό το μαύρο πλάκωνε τη ψυχή μου παραπάνω κι απ το θάνατο.
«Πώς σε λένε;»
«Μικαέλλα»
«Χαίρω πολύ, Άγγελος» μου έδωσε το χέρι του για χειραψία. Είχε το πιο παγωμένο χέρι που είχα αγγίξει ποτέ, αλλά ήταν ήδη τέλος Σεπτέμβρη και το ύφασμα του πουκάμισου του ήταν πολύ λεπτό, ενώ εγώ είχα κιόλας ρίξει πάνω μου τη ζακέτα μου.
«Χάρηκα Άγγελε, καληνύχτα»
«Επίσης, καληνύχτα» μου είπε και προχώρησα προς την έξοδο του κοιμητηρίου γιατί σχεδόν είχε σκοτεινιάσει και άρχισα να φοβάμαι.
Μια βδομάδα αργότερα επέστρεψα και πάλι στο κοιμητήριο. Για κάποιον απροσδιόριστο λόγο αυτός ο άντρας δεν έβγαινε από το μυαλό μου και δεν ήταν μόνο η ομορφιά του που με έλκυε τόσο, ήταν κάτι άλλο, πιο βαθύ που απλά δεν μπορούσα να καταλάβω ακόμα. Έφτασα στο μνήμα της μητέρας μου, άναψα όπως πάντα το θυμιατό αλλά τα μάτια μου κοίταζαν γύρω ψάχνοντας αυτόν.
«Καλησπέρα Μικαέλλα» άκουσα τη φωνή του και γυρίζοντας το κεφάλι τον είδα πίσω μου λες και είχε εμφανιστεί από το πουθενά.
«Καλησπέρα Άγγελε» (μου) πρόσθεσα μέσα μου χαμογελώντας σαν χαζή που τον ξαναέβλεπα.
«Πώς είσαι Μικαέλλα;»
«Μια χαρά, ευχαριστώ, εσύ;»
«Όπως βλέπεις, καλά! Εδώ, όπως πάντα»
Περπατήσαμε ανάμεσα στους στενούς διαδρόμους και τα μνήματα, μιλήσαμε για το πόσο όμορφη είναι ζωή πάνω από τις φωτογραφίες αυτών που κοιμόντουσαν τον αιώνιο ύπνο. Εκείνοι ήταν περισσότεροι από εμάς, και εμείς στεκόμασταν και περπατούσαμε ακόμα ζωντανοί. Καταλήξαμε σε ένα μικρό ξύλινο παγκάκι, βαμμένο και αυτό στο χρώμα του κυπαρισσιού, καθίσαμε δίπλα δίπλα, σαν μαθητές στο διάλειμμα, και συνεχίσαμε να μιλάμε και η μια κουβέντα έφερνε την άλλη, μέχρι που νύχτωσε για τα καλά και άναψαν τα άστρα στον ουρανό, λαμπυρίζοντας με τον ίδιο ρυθμό που τρεμόσβηναν τα καντηλάκια. Βρισκόταν κολλημένος δίπλα μου και έβλεπα το στήθος του να ανεβοκατεβαίνει σε κάθε αναπνοή και τα γκρίζα μάτια του να γυαλίζουν στο σκοτάδι, απαράλλαχτα με τη γάτα που καθόταν στον τάφο απέναντι. Το κρύο διαπερνούσε τη ζακέτα μου, ανατρίχιασα. Η ώρα ήταν περασμένη και το πεινασμένο μου στομάχι διαμαρτυρόταν έντονα.
«έχει περάσει η ώρα, μήπως να φεύγαμε;»
«Ναι! Έχεις δίκαιο» μου είπε και σηκώθηκε «καληνύχτα Μικαέλλα»
«Καληνύχτα Άγγελε» (μου) πρόσθεσα μέσα μου και παρακαλούσα να γίνει πραγματικά δικός μου.
Αυτή τη φορά δεν άντεξα να περιμένω μια βδομάδα για να επιστρέψω. Σε τρεις μέρες βρέθηκα εκεί και είμαι σίγουρη ότι αν με έβλεπε η μάνα μου από εκ’ εκεί πάνω θα χαμογελούσε με τον τρόπο και το μέρος που βρήκε να με χτυπήσει ο έρωτας, ίσως και να έτριβε τα χέρια της με ευχαρίστηση που όλο αυτό συνέβηκε εν μέρει εξαιτίας της. Χαμογέλασα στη σκέψη και ψήλωσα το κεφάλι προς τα σύννεφα ίσως και την έβλεπα να μου νεύει συγκατανευτικά από εκεί πάνω.
«Χαίρομαι που σε βλέπω ξανά» άκουσα τη γνωστή πια φωνή. Ήταν μπροστά μου, ήταν πανέμορφος, και έκανε την καρδιά μου να καλπάζει.
«Κι εγώ Άγγελε μου» αυτή τη φορά ξεγλύστρισε και το ‘μου’ αλλά ήταν πολύ αργά για να το πάρω πίσω. Τον είδα όμως να χαμογελά, του άρεσε.
«Σε περίμενα Μικαέλλα μου» και πήρε το χέρι μου στο δικό του, εντελώς φυσικά, λες και ήταν κάτι που έκανε εδώ και χρόνια. Περπατήσαμε και μιλήσαμε για τόσα πολλά πράγματα και πέρασε η ώρα, πέρασε η μέρα, ήρθε η επόμενη και εγώ βρέθηκα και πάλι εκεί, για να τον δω, τον Άγγελο μου, να τον δω, να του μιλήσω, να κρύψω το χέρι μου στο δικό του, για να του πω για το όνειρο μου που άρχισε να γίνεται ένα με το δικό του. Δεν επιδιώξαμε ακόμα να συναντηθούμε κάπου αλλού. Μας βόλευε η γαλήνη και η ηρεμία του χώρου αυτού. Δεν υπήρχε κανένας να μας διακόψει, καμιά ενόχληση στην όμορφη μελωδία που τραγουδούσαν τα τελευταία τριζόνια αποχαιρετώντας τις τελευταίες ζεστές μέρες του Σεπτέμβρη.
«Σ΄αγαπώ» μου είπε ένα από εκείνα τα μοναδικά βράδια ενώ καθόμασταν αγκαλιασμένοι στο παγκάκι.
«Κι εγώ σ΄αγαπώ» έστρεψα το πρόσωπο μου προς το μέρος του και με φίλησε. Κι εγώ χάθηκα στην υπέροχη αίσθηση που είχαν τα χείλη του, στην υπέροχη μυρωδιά που είχε το δέρμα του, παραδόθηκα στη θαλπωρή που ένοιωθα κουρνιασμένη στη φιλόξενη του αγκαλιά. Δεν ξέρω για πόση ώρα κράτησε το φιλί και πότε ακριβώς κούρνιασα απάνω του και αποκοιμήθηκα.
Όταν άνοιξα τα μάτια μου είχε κιόλας χαράξει. Βρισκόμουν ακόμα στην αγκαλιά του και εκείνος καθόταν κοιτάζοντας με χαμογελώντας χωρίς να έχει μετακινηθεί όλο το βράδυ.
«Δε μούδιασε το χέρι σου να με κρατάς όλη νύχτα;» ρώτησα
«Δε μου έκανε καρδιά να σε ξυπνήσω, φαινόσουν τόσο γαλήνια»
«Ναι, αλλά αποκοιμήθηκα και ποιος ακούει τώρα τις φωνές του αφεντικού» διαμαρτυρήθηκα και σηκώθηκα να φύγω βιαστικά. Προχώρησα με γοργά βήματα προς την έξοδο.
«Κάποιος έχει κλειδώσει την καγκελόπορτα Άγγελε» φώναξα
«Τι;» φώναξε καθισμένος ακόμα στο παγκάκι. Ήρθε προς το μέρος μου.
«Οι καγκελόπορτες είναι κλειδωμένες απ’ έξω. Κάποιος μας έκλεισε μέσα» επανέλαβα θυμωμένη με αυτόν τον επιτήδειο που μας έκανε τέτοια φάρσα. «Πώς θα πάω τώρα στη δουλειά μου λες; Και το χειρότερο δεν έχω στη τσάντα μου ούτε το κινητό, το άφησα καταλάθος στο αυτοκίνητο.»
«Ηρέμησε Μικαέλλα» μου είπε ήρεμα
«Πώς να ηρεμήσω Άγγελε; Για πόση ώρα θα μείνουμε εδώ μέσα κλειδωμένοι; Έχω και υποχρεώσεις εκεί έξω ξέρεις, ευθύνες, ανθρώπους που θα ανησυχήσουν αν δεν πάω στο γραφείο στην ώρα μου.» ήμουν πια εξοργισμένη με την αδιάφορη του στάση λες και τίποτα ιδιαίτερο δεν συνέβαινε.
«Ηρέμησε Μικαέλλα» επανέλαβε και αυτός ο ήπιος τόνος με εκνεύρισε ακόμα περισσότερο. «Δε θα ανοίξουν οι καγκελόπορτες»
«Τι εννοείς δε θα ανοίξουν οι καγκελόπορτες» ψήλωσα τον τόνο μου «τι είναι αυτό; Μαύρο χιούμορ πρωινιάτικα;» είχα βγει εκτός εαυτού.
«Ηρέμησε Μικαέλλα» είπε απλά για τρίτη φορά και με έβγαλε εκτός εαυτού.
«Σταμάτα να μου λες να ηρεμήσω λες και έχω δει μια κατσαρίδα. Μου έχεις σπάσει τα νεύρα. Πες μου μόνο πώς στο καλό θα βγω απ΄εδώ μέσα, εσύ μείνε όσο θες άμα γουστάρεις, εγώ θέλω να βγω αμέσως!»
«Δε θα βγεις Μικαέλλα»
«Σταμάτα Άγγελε. Γιατί το κάνεις αυτό, βλέπεις να γελώ; Δε γελώ!»
«δεν αστειεύομαι Μικαέλλα»
«άρχισες να με φοβίζεις Άγγελε. Πάψε σε παρακαλώ»
«Δεν έχεις κάτι να φοβάσαι. Όλα θα πάνε καλά»
«Ποια όλα; δεν καταλαβαίνω για ποια όλα μιλάς, πραγματικά με τρομάζεις» είπα και άρχισα να φοβάμαι μήπως είχα πέσει στα χέρια κάποιου ψυχοπαθή δολοφόνου και σε λίγο θα με έκανε κομματάκια. Κοίταζα γύρω μου με απελπισία και δάκρυα άρχισαν να κυλούν στα μάτια μου.
«Μην κλαις σε παρακαλώ» μου είπε με λυπημένη φωνή και με πλησίασε.
«μη με πλησιάζεις» του είπα αλλά αυτός είχε ήδη τυλίξει τα χέρια του γύρω μου, έφερε το κεφάλι μου στη βάση του λαιμού του, πήρα βαθιές ανάσες και ηρέμησα.
«Υπόσχομαι όλα θα πάνε καλά» μου χαίδεψε το κεφάλι «έχε μου εμπιστοσύνη»
«Σου έχω, αλλά και πάλι δεν καταλαβαίνω»
«Θα καταλάβεις μικρό μου, πολύ σύντομα. Έλα μαζί μου»
«Που θα με πας; υπάρχει άλλη έξοδος;» επέμενα εγώ
«Θα δεις»
Περπατούσε μπροστά σίγουρος ότι τον ακολουθούσα. Θα μπορούσα να τρέξω μακριά να βρω από κάπου να σκαρφαλώσω και να γλυτώσω από αυτήν την ανεξήγητη ιστορία, αλλά όχι, τον ακολουθούσα σαν μαγεμένη. Προχωρήσαμε και πάλι στο βάθος του νεκροταφείου, σταμάτησε μπροστά σε έναν γνώριμο τάφο και έμεινε να κοιτάζει. Μου ένευσε να κοιτάξω κι εγώ.
«Ο τάφος της μητέρας μου» είπα
«Όχι εδώ, δίπλα. Θέλω να φανείς δυνατή και να κοιτάξεις Μικαέλλα»
«Δε θέλω»
«Πρέπει»
«Αρνούμαι» είπα και έκλεισα σφικτά τα μάτια.
«Κοίταξε Μικαέλλα» είπε επιτακτικά «Δεν μπορείς να το αποφύγεις, θα πρέπει να κοιτάξεις και τώρα είναι η στιγμή να αντικρίσεις την αλήθεια»
Άνοιξα τα μάτια διστακτικά. Μπροστά μου ένας φρεσκοσκαμμένος τάφος, χωρίς πλάκα, μόνο ένα μικρό βουναλάκι από χώμα καλυμμένο με στεφάνια και ανθοδέσμες που δεν είχαν προλάβει ακόμα να ξεραθούν. Μπροστά από τον τάφο ένας μικρός ξύλινος σταυρός που έγραφε. ΜΙΚΑΕΛΛΑ Ι. 13/10/1993 – 28/09/2013
«Είμαι νεκρή;»
«Ναι»
«Πώς;»
«Αυτοκινητιστικό δυστύχημα»
«Εσύ είσαι νεκρός;» δεν απάντησε «Ποιος είσαι;»
«Ο Άγγελος σου Μικαέλλα»
«Όχι» φώναξα και με όλες μου τις δυνάμεις άρχισα να τρέχω μακριά του, μακριά από αυτό τον ξύλινο σταυρό που έγραφε το όνομα μου, δεν είναι αλήθεια, δε γίνεται να είμαι νεκρή. Άρχισα να ψάχνω απελπισμένα για κάποια έξοδο, αποκλείεται, θα βρω κάποια έξοδο.
«Μικαέλλα, είναι ανώφελο να τρέχεις» άκουσα να μου φωνάζει « γύρνα πίσω Μικαέλλα»
…………………. «Γύρισες πίσω Μικαέλλα. Έτσι μπράβο μικρούλα, ξύπνα»
Ακούω κάποιον να με φωνάζει και βλέπω κάποιο αμυδρό φως βγαίνοντας αργά μέσα από ένα κατάμαυρο τούνελ. Το κεφάλι μου πάει να σπάσει. Ένα μικρό κίτρινο φωτάκι πηγαινοέρχεται μπροστά στα μισόκλειστα μάτια μου. Αρχίζουν να φαίνονται καθαρές εικόνες.
«Γεια σου Άγγελε!» μόνο που αυτή τη φορά δεν είναι μαυροφορεμένος. Φοράει ολόλευκη ποδιά και ένα στηθοσκόπιο γύρω από το λαιμό του.
«Βαλεντίνος είναι το όνομα μου και έχω την τιμή να είμαι ο προσωπικός σας νοσηλευτής μέχρι τις έξι που τελειώνει η βάρδια μου.»
«Που βρίσκομαι» ρωτώ συγχισμένη.
«Μα που αλλού; Στο νοσοκομείο;»
«Στο νοσοκομείο;» ρωτάω πάλι εντελώς εκτός τόπου και χρόνου.
«Είχες αυτοκινητιστικό δυστύχημα μικρή μου, αλλά ευτυχώς ήσουν τυχερή. Επέζησες. Εδώ και μια βδομάδα είσαι σε κώμα αλλά χαίρομαι που βρίσκεσαι και πάλι μαζί μας. Απ’ εδώ και πέρα όλα θα πάνε καλά»
«Είσαι βέβαιος ότι δε σε λένε Άγγελο; Σε θυμάμαι από κάπου»
«Και βέβαια με θυμάσαι. Ήμουν ο πρώτος που έφτασα κοντά σου μετά το δυστύχημα. Είχες εγκλωβιστεί στο κάθισμα σου και σου μιλούσα, σου έδινα κουράγιο όσο οι πυροσβέστες προσπαθούσαν να σε απεγκλωβίσουν. Ήσουν πανικοβλημένη που δεν άνοιγε η πόρτα, κρατούσες το χέρι μου σφικτά και με παρακαλούσες να μη σε αφήσω. Μετά σε βάλαμε στο ασθενοφόρο, είχες εγκεφαλική αιμορραγία και σε λίγο έχασες τις αισθήσεις σου. Αλλά όπως βλέπεις δε σε άφησα, κάθε μέρα ήμουν εδώ, δίπλα σου και περίμενα να ξυπνήσεις Μικαέλλα. Φεύγω τώρα για λίγο γιατί περιμένουν κι άλλοι ασθενείς αλλά θα είμαι σε λίγο και πάλι κοντά σου» είπε κλείνοντας μου το μάτι φεύγοντας.
«Δεν ξέρω αν τον λένε Βαλεντίνο αλλά είναι πραγματικός άγγελος αυτό το παιδί.» άκουσα μια γλυκιά γυναικεία φωνή από δίπλα μου.
«Μαμά» είπα και είδα δυο δακρυσμένα μάτια να με κοιτάνε
«Καλωσόρισες κόρη μου»
«Μαμά, είσαι ζωντανή;»
«Ζωντανή είμαι αγάπη μου, εδώ δίπλα σου. Εσύ μας έφυγες για λίγο αλλά δόξα το Θεό, ξαναγύρισες κοντά μας, δυο βδομάδες μετά το δυστύχημα»
«Τι μέρα είναι σήμερα μαμά;»
«13 Οκτώβρη Μικαέλλα. Τα γενέθλια σου. Σήμερα ξαναγεννήθηκες»

ΦΟΒΟΥ

ΦΟΒΟΥ την κοστουμαρισμένη αναλγησία
ΦΟΒΟΥ την παντός είδους «δήθεν» ευαισθησία
ΦΟΒΟΥ την καθώς πρέπει καλοκρυμμένη ανωμαλία
ΦΟΒΟΥ τα ανθρωπάκια που μισούν τη φαντασία
ΦΟΒΟΥ τα στρατιωτάκια που προσκυνούν την ηγεσία
ΦΟΒΟΥ τα καραβάκια που πλέουν σταθερή πορεία
ΦΟΒΟΥ το ιερατείο που ναι πρώτο στην αμαρτία
ΦΟΒΟΥ τους κήρυκες που συντηρούν την ανομία
ΦΟΒΟΥ τους πλαστικοποιημένους έρωτες
ΦΟΒΟΥ τις σχέσεις τις ξενέρωτες
ΦΟΒΟΥ το γάμο που η γυνή φοβάται τον άντρα
ΦΟΒΟΥ το στεφάνι που έχει αγκάθια σαράντα
ΦΟΒΟΥ τις επιλεκτικές αναμνήσεις
ΦΟΒΟΥ τις παραισθήσεις και τις ψευδαισθήσεις
ΦΟΒΟΥ τους δολοφόνους ονείρων και ιδεών
ΦΟΒΟΥ του κάθε Χίτλερ τον προσωπικό «ΑΓΩΝ»
ΦΟΒΟΥ το ένστικτο που σε οδηγεί στο λάθος
ΦΟΒΟΥ τα ημίμετρα που σκοτώνουν το πάθος
Μα πάνω από όλα ΦΟΒΟΥ τον εαυτό σου
Και το τέρας που τρέφεις και βρίσκεται εντός σου 

ΓΟΡΓΟΝΑ

Κλείνω τα μάτια και βυθίζομαι σ’ ένα υφάλμυρο παραλληλόγραμμο λευκό φέρετρο. Άλλοι το λένε λουτρό, μα το νερό δεν φτάνει για να ξεπλύνει τη συνείδηση μου.
Μα ακόμα κι εσύ δεν τόλμησες ποτέ να βυθιστείς μαζί μου. Φοβήθηκες μη γλυστρίσεις στα παγωμένα πλακάκια, και ο ατμός αγγίξει τα κοιμισμένα κύτταρα σου.
Για φαντάσου.
Μόνο τότε, με βυθισμένο κεφάλι ακούς τους χτύπους της καρδιάς σου.
Κι εγώ, χωρίς ανάσα να βουτώ και να βυθίζομαι, να κατακλύζομαι από σκέψεις, με την ψευδαίσθηση ότι μπορεί κάποτε να ισορροπήσω μεταξύ νερού και γης, μα δεν ανήκα ποτέ στη γη, πάντα στο νερό θα μαι ταγμένη, να βυθίζομαι.
Στο βυθό εκεί, στους παρατημένους ωκεανούς, παρατημένη και εγώ, να γεννάω χωρίς ταίρι, σε άσπρη άμμο τα αυγά μου.
Να κολυμπάω και να πιάνομαι από τα βράχια, πλάι σε σελάχια με μυτερή ουρά.
Καμιά φορά, ακούω τα χταπόδια χωρίς παρτιτούρες να παίζουν πιάνο, και αμυδρά θυμάμαι πως κάποτε ήμουν άνθρωπος, πως υπήρχε η μουσική.
Τώρα πια, υπάρχει μόνο ένα υπόκωφο βουητό από χαμένες ψυχές που βυθίζονται, άλλες από λάθος και άλλες από πάθος, όλες σ’ αυτό το ακαταμάχητο μπλε της μάνας θάλασσας.
Γοργόνες με ξέπλεκα μαλλιά, χωρίς λαλιά, μόνο πέρλες περασμένες πάνω από τα γυμνά τους στήθη, και μάτια πέτρινα.
Καθισμένες πάνω σε άδεια από κοσμήματα σεντούκια περιμένουν καραδοκώντας για ένα ναύτη να περάσει από κοντά για να του πάρουν τη ψυχή.
Στα βράχια ξαπλωμένη, με τα νύχια μου ξεκολλώντας τους κοιμισμένους αστερίες , σε αγάπησα.
Δε σε φόβισε τόσο η ουρά μου όσο η βία με την οποία σκότωνα τα αθώα πλάσματα των βράχων για να τραφώ.
Ήσουν άνθρωπος και εγώ είχα πάψει να θυμάμαι τους τρόπους των ανθρώπων.
Όμως να ξέρεις σ’ αγάπησα.
Τώρα βυθίζομαι και πάλι γιατί ο ήλιος καίει τη γυμνή μου πλάτη και στραγγίζει τη ματωμένη μου ψυχή.
Μ’ ένα χτύπημα της ουράς μου βυθίζομαι και πάλι γιατί πάνε αιώνες που έπαψα να θυμάμαι πως να περπατώ.
Είναι πια ανώφελο να σε κρατώ… όσο εσύ θα ψάχνεις για οξυγόνο, εγώ στον ωκεανό μου θα βυθίζομαι. 

ΕΦΙΑΛΤΗΣ

Είμαι σε ένα δωμάτιο γεμάτος αγγέλους, στημένους σειρά στον τοίχο, σαν κέρινα ομοιώματα ή πλαστικές κούκλες, όλες κοιτάζουν προς το μέρος μου, βάζω τους αντίχειρες μου και σπρώχνω τα μάτια τους προς τα μέσα να μη με βλέπουν, τα φοβάμαι. ακούω τον εαυτό μου να κλάιω στον ύπνο μου και λέω μάμα, μάμα, ξυπνώ σε δωμάτιο ξενοδοχείου, είναι θεοσκότεινα, προσπαθώ να σηκωθώ, δε βλέπω τίποτα, προχωρώ σιγά σιγά στην είσοδο του δωματίου που είναι οι διακόπτες, ανάβω έναν ένα δεν ανάβει τίποτα, τι γίνεται, τι γίνεται, ξαναξυπνώ, κοιτάζω γύρω γύρω, είμαι στο ίδιο δωμάτιο, ξανασηκώνομαι, δεν ανάβουν πάλι τα φώτα, ουρλιάζω, δεν ανάβει τίποτε, ξαναξυπνώ, είμαι στο δωμάτιο μου, είναι σκοτεινά, η πρίζα του λαμπαντέρ δίπλα στο κρεβάτι είναι βγαλμένη, την έχω βγάλει και έχω βάλει την πρίζα του κινητού, στο διάολο, σηκώνομαι, πηγαίνω στον τοίχο, δεν είμαι γαμώτο στο δωμάτιο μου, είμαι σε εκεινο το κωλοδωμάτιο του ξενοδοχείου, στον ίδιο γαμημένο τοίχο, ανάβοντας ξανά τους διακόπτες και δεν ανάβει τίποτε. θα πεθάνω από το φόβο, φωνάζω, ανοίγω την πόρτα, τρέχω στο διάδρομο, φθάνω, σε ένα χώρο, ένα κλειστό κουτί με μια κοπέλα να παίζει μουσική, της φωνάζω , βοήθησε με, κάτω αίθουσα χορού, μουσική δυνατά, βρίσκομαι μέσα στο μπαρ, η κοπέλα εκεί είναι φίλη μου, φωνάζω και πάλι, κάνε μου ανάλυση κάτι μου έχουν κάνει, πάρε μου αίμα τώρα, φωνάζω...... ξυπνώ, είμαι στο δωμάτιο μου, μα είμαι στο δωμάτιο μου; ανοίγω τα μάτια, πετάω από πάνω μου το σκέπασμα να σιγουρευτώ, βλέπω τον τοίχο, είναι ο δικός μου τοίχος, τρέχω προς τα κει.. ανάβω το φως..3,13 π.μ

ΕΡΗΜΙΤΗΣ

Στην έρημο, κρυμμένο σε μια σπηλιά, εκεί τον βρήκα να μετράει τα αστέρια τα κρύα βράδια της Σαχάρας, αυτά που φαίνονται με μάτι γυμνό, και τα άλλα τα αόρατα που μόνο εκείνος τα βλέπει και τους δίνει ονόματα. 

Μου μίλησε για τους κόκκους κόκκινης άμμου και πως περνούσαν νωχελικά τις μέρες τους περιμένοντας την επόμενη ανεμοθύελλα που θα τους συνταράξει απ τα θεμέλια για να χτίσει πυραμίδες λίγο πιο πέρα.

Μου ιστόρησε δυο κόκκους άμμου που ερωτεύτηκαν παράφορα μα τους σκόρπισε ο άνεμος σε Δύση και Ανατολή και εδώ και αιώνες περίμεναν να ξανασυναντηθούν για ένα τελευταίο ηλιοβασίλεμα.

Στους τοίχους της σπηλιάς του σκάλιζε αραβουργήματα και άνθη κερασιάς, καράβια πειρατικά και κείμενα σε γλώσσα ιερογλυφική και την Θεά Ίσιδα να ξελογιάζει τον Όσιρι στις φουσκωμένες ακτές του Νείλου.

Εκεί, στην έρημο, κρυμμένο σε μια σπηλιά τον βρήκα, να μιλάει με τις σαύρες και να τραγουδάει νανουρίσματα σε ευαίσθητους σκορπιούς, να χορεύει με φίδια και να αστειεύεται με τις σαλαμάνδρες.

Με άφησε να χαιδέψω τα ροζιασμένα του χέρια και τα χιονισμένη κορφή του κεφαλιού του.
Με έμαθε να διαβάζω στην παλάμη του το μέλλον της ανθρωπότητας και των ψυχών που όμοιες με κόκκους άμμου συναντιούνται μια φορά και ποτέ ξανά.

‘Εκλαψα στην αγκαλιά του και σκούπισε τα δάκρυα μου γιατί μια κόκκος άμμου ήμουν και εγώ που με φύσηξε ο αέρας στη σπηλιά του.

Εκεί στην έρημο, στη σπηλιά του με βρήκε ο ερημίτης, παρασυρμένη απ΄των βεδουίνων τον άνεμο.

Εκεί, με κλείδωσε σε μια χρυσή κλεψύδρα, να μετράω μαζί του τους αιώνες και τα βράδια που κοιμούνται οι ανέμοι , με τοποθετεί προσεχτικά στην άκρη της σπηλιάς για να ονομάσουμε τα αόρατα αστέρια.

ΠΑΡΑΔΟΞΩΣ

Εάν παραδόξως αποχτήσω όσα θέλω 
δε θα έχω κάτι πια για να ονειρεύομαι
έτσι προτιμώ, πάντα να λείπει αυτό το κάτι
αυτό το λίγο ή το πολύ
να μαι πάντα σε αναμονή 
για μια καθημερινή απειροελάχιστη δόση ευτυχίας