ΚΑΛΩΣΟΡΙΣΑΤΕ ΣΤΟΝ ΙΣΤΟΧΩΡΟ ΜΟΥ

εδώ θα βρείτε χιούμορ , φαντασία, αγάπη για τη γνώση, και πάνω απ' όλα ALMA LIBRE





Κυριακή, 23 Μαρτίου 2014

ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ 313

Το δωμάτιο 313 Η μέρα στο κατάστημα κυλούσε ήρεμα. Λίγα τηλεφωνήματα, ακόμα λιγότεροι πελάτες. Κόντευε μεσημέρι και τα μάτια της σχεδόν έκλειναν από τη νύστα. Σκεφτόταν πόσο βαρετό είναι να σπαταλάς τόσες ώρες ανούσια πίσω από ένα γραφείο, κλεισμένος σε τέσσερις τοίχους, χωρίς να κάνεις τίποτα δημιουργικό. Πραγματική σπατάλη χρόνου, ολάκερης ζωής. Πόσο μάλλον όταν η μέρα έξω είναι υπέροχη και θα μπορούσε κάλλιστα να κάθεται σε ένα παραλιακό καφέ χαλαρώνοντας και αγναντεύοντας τη θάλασσα ή να είναι απλά ξαπλωμένη στην άμμο απολαμβάνοντας τις απαλές αχτίδες του Απριλιάτικου ήλιου. Ήταν εκεί….. Ο ήχος του κινητού την επανέφερε από την ονειροπόληση. Άνοιξε το συρτάρι του γραφείου, πήρε το τηλέφωνο και άνοιξε το εισερχόμενο μήνυμα «Στο ίδιο μέρος, την ίδια ώρα» Χαμογέλασε, η καρδιά της άρχισε να καλπάζει άγρια, ρίγος πλημμύρισε όλο της το κορμί. Στις μία παρά πέντε κλείδωσε το γραφείο και μπήκε στο αυτοκίνητο. Μία και πέντε βρισκόταν παρκαρισμένη στο υπόγειο ενός παρακμιακού ξενοδοχείου. Άνοιξε τη τσάντα και κοίταξε μέσα, όλα βρίσκονταν εκεί. Πήρε τη μαύρη τσάντα από τη θέση του συνοδηγού, κατέβηκε, κλείδωσε το αυτοκίνητο και μπήκε στο κλιμακοστάσιο. Ανέβηκε με τα πόδια στον τρίτο όροφο. Προχώρησε στο στενό διάδρομο. Μια ξεφτισμένη γκρίζα μοκέτα ξεψύχιζε στο πάτωμα. Οι πόρτες των δωματίων ήταν όλες κλειστές. 301, 303, 305, 307,309,311, έφτασε μπροστά από την πόρτα με τον αριθμό 313. Ήταν μισάνοιχτη. Την έσπρωξε και μπήκε μέσα. Έκλεισε την πόρτα πίσω της και έστριψε αμέσως δεξιά στο μπάνιο. Γδύθηκε τοποθετώντας προσεχτικά τα ρούχα της στο μικρό ντουλάπι δεξιά. Μπήκε στο ντους. Το νερό ήταν καυτό. Πρόσεχε πάντα να μην βρέχονται τα μαλλιά της. Δεν είχε χρόνο για να τα στεγνώσει. Βγήκε, σκουπίστηκε, άνοιξε τη μαύρη τσάντα και πήρε από μέσα το σατέν νυχτικό. Το φόρεσε. Έβαλε λίγο άρωμα πίσω από το κάθε αυτί και βούρτσισε τα μαλλιά της. Γύρισε στο πλάι και κοίταξε τον πισινό της στον καθρέφτη, ισιώνοντας το νυχτικό. Έσβησε το φως του μπάνιου και έκλεισε την πόρτα, προχώρησε στο δωμάτιο! Οι κουρτίνες ήταν κλειστές και μόνο δυο κεριά πάνω στα κομοδίνα φώτιζαν τον χώρο. Την αιφνιδίασε αρπάζοντας την από πίσω και περνώντας το χέρι του φράζοντας το δικό της. Την έσπρωξε βίαια προς τον τοίχο κολλώντας το πρόσωπο της στην δερμάτινη ταπετσαρία. Προσπάθησε να φωνάξει «βοήθεια» αλλά το χέρι του της έφραζε το στόμα. Τον δάγκωσε με όλη της τη δύναμη αλλά αυτός την έσπρωξε πιο βίαια ακινητοποιώντας την. -Χαλάρωσε ! την διέταξε και εκείνη ανάσανε βαθιά και εγκατέλειψε κάθε αντίσταση.
- Άνοιξε τα πόδια ! συνέχισε εκείνος και έσπρωξε δεξί του πόδι ανάμεσα στα δικά της. -Έτσι μπράβο ! Μπήκε μέσα της, έτσι όπως έμπαινε πάντα, χωρίς προκαταρτικά, τα σιχαινόταν, για κείνον ήταν ένα ηλίθιο χάσιμο χρόνου. Το μόνο που ήθελε ήταν να μπαίνει μέσα της, ξανά και ξανά. Και αυτή ήθελε πάντα ότι ήθελε αυτός. Τον γούσταρε έτσι όπως ήταν, βίαιος και ωμός, χωρίς τρυφερές περιπτύξεις και ανούσια γλυκόλογα, χωρίς ψεύτικες απατηλές υποσχέσεις. Δεν ήταν έρωτας, ήταν μια πάλη σωμάτων σε ένα πεδίο μάχης μέχρι την τελική πτώση. Εκείνος βογκούσε από ηδονή, πότε της άρπαζε από τα μαλλιά και πότε την χαστούκιζε δυνατά στα πισινά. Εκείνη έσφιγγε τα δακρυσμένα μάτια της και δάγκωνε τα χείλη για να μη φωνάξει. Ο εγκέφαλος της είχε πλημμυρίσει με κύματα ηδονής ανάμικτα με πόνο, ήταν απόλυτα και ολοκληρωτικά υποταγμένη σ’ αυτόν. -Κουράστηκες, τρέμουν τα πόδια σου, ξάπλωσε στο κρεβάτι, της είπε και απομακρύνθηκε αφήνοντας την για λίγο μετέωρη. Τα πόδια της όχι μόνο έτρεμαν, δεν τα ένοιωθε σχεδόν, έκανε δυο βήματα και σωριάστηκε στο κρεβάτι εξαντλημένη. Ανέβηκε στο κρεβάτι και γονάτισε μπροστά της. -Άσε με να μπω μέσα σου, της είπε και εκείνη δίπλωσε τα γόνατα και άνοιξε τα πόδια της, γύρισε το κεφάλι στο πλάι και έκλεισε τα μάτια περιμένοντας την παλίρροια. Και ήρθε η πρώτη του ώθηση, σαν άγριο κύμα και την χτύπησε σαν ηλεκτροφόρο σύρμα κατακλύζοντας την από τη βάση της μέχρι την κορφή του κεφαλιού. Ασυναίσθητα άπλωσε το χέρι και πήρε το μαξιλάρι από το προσκέφαλο της και κάλυψε το πρόσωπο της δαγκώνοντας το. Δεύτερη ώθηση, δεύτερο κύμα έκανε όλο το κορμί της να συσπαστεί. 
Εκείνος άρπαξε το μαξιλάρι και το έφυγε από το πρόσωπο της πετώντας το στο πάτωμα. Έβαλε και τα δυο χέρια του πάνω από τα δικά της ακινητοποιώντας την. -Κοίταξε με ! Μπορείς ; Έσφιξε περισσότερο τα κλειστά της μάτια και έγνεψε με το κεφάλι όχι. -Όχι όχι, σε παρακαλώ Τρίτη ώθηση, τρίτο κύμα, πιο βαθύ, πιο άγριο. -Άνοιξε τα μάτια σου, την διάταξε. Κοίταξε με. Άνοιξε ταμάτια της διστακτικά, δυο κατάμαυρα μάτια από πάνω της την κατακεραύνωναν εξουσιαστικά και άπονα και ένοιωθε να τον μισεί, ήθελε να τον βρίσει, να του γδάρει με τα νύχια την πλάτη, αλλά τα χέρια του πϊεζαν τα δικά της και βρισκόταν ολόκληρος μέσα της και πάνω της που δεν μπορεί να μετακινηθεί εκατοστό. -Σε παρακαλώ, άφησε με να έχω τα μάτια κλειστά, το ξέρεις δεν μπορώ διαφορετικά. -όχι, θέλω να με κοιτάς όταν μπαίνω μέσα σου, της είπε σπρώχνοντας πιο βαθιά. 
-Να έτσι, να βλέπω αυτούς τους μορφασμούς ηδονής, το πώς μεγαλώνουν οι κόρες των ματιών σου όταν πλησιάζεις να τελειώσεις, το πώς δακρύζεις από πόθο και σφίγγεσαι να μην φωνάξεις. Κοίτα με. Είσαι δική μου, μου ανήκεις, ακούς; Δική μου. Η καρδιά σου χτυπά για μένα, τα στήθη σου έχουν σκληρύνει για μένα, τα υγρά σου μεταγγίζονται σε μένα. Είμαι μέσα σου και γινόμαστε ένα. Αντέχεις; -Όχι πολύ ακόμα. -Άντεξε λίγο ακόμα, είπε και τη φίλησε στο στόμα. -Τώρα, είπε σχεδόν ψιθυριστά εκείνη. -Τώρα αγάπη μου, μαζί. Γι αυτό είμαι εδώ. -Ελευθέρωσε τα χέρια μου, σε παρακαλώ του είπε και εκείνος χαλάρωσε το κράτημα του. Άπλωσε τα χέρια της, χάιδεψε τα μαλλιά του κι έσπρωξε το κεφάλι του προς το πρόσωπο της. -Κοίταξε με, του είπε και εκείνος την κοίταξε στα μάτια. Μια σταγόνα ιδρώτα έπεσε από το μέτωπο του στο στόμα της. Ένας σπασμός σχηματίστηκε στο πρόσωπο του και έκλεισε τα μάτια του σφικτά βογκώντας. -Άνοιξε τα μάτια σου, διέταξε ξανά εκείνη. 
-Θέλω να με κοιτάζεις.Θέλω να βλέπω όταν βαθαίνει εκείνη η ρυτίδα στην μέση των ματιών σου, το πώς τεντώνονται οι φλέβες στο λαιμό σου και να σε ακούω να μουγκρίζεις σαν θηρίο όταν τελειώνεις. -Τώρα, μούγκρισε εκείνος. -Τώρα, μαζί ! Ξάπλωσαν αγκαλιασμένοι λαχανιάζοντας. Σε λίγο τον άκουσε να σηκώνεται. Γύρισε στο πλάι και κουλουριάστηκε με τα μάτια κλειστά. -Έλα, σου έφερα νερό, της είπε χαιδεύοντας της τα μαλλιά. -Ευχαριστώ, είπε καταπίνοντας αργά δυο τρεις γουλιές. -Σε πόνεσα πολύ; -Όχι, αποκρίθηκε ακουμπώντας το ποτήρι στο μικρό ξύλινο κομοδίνο και ξάπλωσε διπλώνοντας το πόδια στο στήθος.
Την σκέπασε με το ξεφτισμένο σκέπασμα του κρεβατιού. -Πες μου, σε πόνεσα; -Λίγο, του απάντησε σφίγγοντας περισσότερο τα πόδια της. -Συγνώμη. -Δεν το εννοείς. -Δε θα επαναληφθεί. -Ούτε αυτό το εννοείς. Αφού θέλεις να με πονάς, τουλάχιστον παραδέξου το. -Το παραδέχομαι. Αλλά μετανιώνω μετά. -Έλα ξάπλωσε δίπλα μου και σταμάτα να μιλάς άσκοπα. Ξάπλωσε στη δεξιά πλευρά του κρεβατιού και κόλλησε το γυμνό κορμί του πίσω της κάνοντας την να ανατριχιάσει και πάλι ολόκληρη και να σφιχτεί με αγωνία. -Χαλάρωσε μωρό μου, μη φοβάσαι, δε θα σε πονέσω άλλο. 
Την γύρισε προς το μέρος του, ξαπλώνοντας την ανάσκελα, το χέρι του χάιδεψε απαλά το στήθος της, πέρασε πάνω από την κοιλιά της και βρέθηκε ανάμεσα στα πόδια της. Εκείνη αναστέναξε και έβγαλε ένα μικρό βογγητό. -Κοιμήσου τώρα εσύ, της είπε βυθίζοντας το δάχτυλο του βαθιά, εσύ κοιμήσου. ---------------------------------------------------- -Αγάπες, γύρισα ! -Μαμά ! φώναξε χαρούμενα μια κοριτσίστικη φωνούλα. -Κούκλα μου ! άνοιξε τα χέρια της αγκαλιάζοντας τη μικρή. Τι κάνεις ; -Μια χαρά μαμά. Εσύ ; -Πολύ καλά μαντάμ, σας ευχαριστώ. Πες μου διάβασες τα μαθήματα σου; -Άμα κάτσει για πέντε λεπτά ήσυχη θα τα καταφέρει να τελειώσει, απάντησε μια ανδρική φωνή από την κουζίνα. -Άντε Ειρηνούλα, πάμε λοιπόν να δούμε τι γίνεται. Στο τραπέζι της κουζίνας ήταν διάσπαρτα βιβλία και τετράδια της πρώτης δημοτικού, καρτέλες με γράμματα του αλφαβήτου και συλλαβές, χρωματιστά μολύβια και ένα μικρό λούτρινο σκυλάκι που ποτέ δεν αποχωριζόταν η μικρή. -Ω, τι βλέπω; Και ο Σποτ στην παρέα; -Ναι μαμά, με βοηθά στα μαθήματα. -Γαβ, γαβ, έκανε παραπονεμένα εκείνος. -Ω, μα πήραμε κι άλλο σκυλάκι και δεν μου το είπατε; -Μαμά, γέλασε η μικρή, ο μπαμπάς είναι. -Ο μπαμπάς; Μα δε βλέπω κανέναν μπαμπά εγώ εδώ. -Ώστε; είμαι αόρατος σούπερ μπαμπάς; είπε εκείνος ψευτοθυμωμένος. -Α, να τος. Τώρα ναι , σε βλέπω. Αγάπη μου, τι κάνεις; -Κάνω τον Ιταλό σεφ κούκλα. -Τι καλό μας φτιάχνεις; -Μακαρονάδα μπέιμπ. Πολωνέζα ! -Και μυρίζει υπέροχα η Πολωνέζα σου μπέιπ. Ο μεγάλος που είναι; -Αγγλικά ή καράτε; έχασα τον λογαριασμό, τι μέρα είναι; -Πέμπτη! πετάχτηκε η μικρή -Άρα καράτε. Εφτά τελειώνει -Γεια, μπήκε καταιδρωμένος ο γιος από την πίσω πόρτα της κουζίνας. -Καλώς τον γιόκα μου, τον λεβέντη μου. -Ρε μάνα, είπαμε κόψε τα αυτά. Δεν είμαι μωρό. -οκ κύριε Πέτρο, τα κόβω. Έλα τώρα δώσε στη μανούλα ένα φιλάκι. Την αγκάλιασε, την φίλησε και τη σήκωσε στην αγκαλιά του. -Επ, διαμαρτυρήθηκε ο πατέρας, άσε κάτω τη γυναίκα μου ρε. -Με συγχωρείς πολύ αλλά η γυναίκα σου τυχαίνει να είναι η μάνα μου κύριε και έχω προτεραιότητα. Την άφησε και πήγε να πειράξει την αδερφή του αρπάζοντας το σκυλάκι της. -Δεν είναι καιρός να τον πετάξεις αυτόν μαμά; Χάλασε, κοίτα πόσο λερωμένος είναι. Η μικρή άρχισε να τσιρίζει ξεκουφαίνοντας τους με την διαπεραστική της στριγκλιά. -Πέτρο, να χαρείς δώσε της το σκυλάκι της να σταματήσει και δεν μπορώ να την ακούω άλλο. -οκ ντατ , ρελάξ ! -Ειρήνη τελείωσες παιδί μου. -Γες νταντ, απάντησε η μικρή αντιγράφοντας τα αγγλικά του αδερφού της. -άντε ησυχάστε και η μαμά τώρα ήρθε και είναι κουρασμένη! Ειρήνη, έχεις δύο λεπτά να μαζέψεις τα βιβλία σου, Πέτρο έχεις ενάμιση λεπτό να βάλεις μαχαιροπήρουνα, φέρε αλάτι και χαρτομάντηλα. Αγάπη μου πήγαινε να πλυθείς μέχρι να ετοιμάσω τραπέζι, το φαγητό είναι έτοιμο. -Οκ νταντ, του απάντησε η γυναίκα του χαμογελώντας πονηρά, μη θυμώνεις. ------------------------------------------------------- -Κοιμήθηκε η Ειρήνη; -Και οι δύο! -Έλα ξάπλωσε και εσύ, του είπε κάνοντας του χώρο δίπλα της και άνοιξε την αγκαλιά της. 
Ακούμπησε το κεφάλι του στο στήθος της και άφησε έναν μικρό αναστεναγμό. -Πώς τα πέρασες σήμερα στη δουλειά; -Ησυχίες μωρό μου. -Μωρό, της είπε, σε πήρα τηλέφωνο γύρω στις δύο αλλά δεν απαντούσες, γιατί; -Αγάπη, αφού είχα ραντεβού για μασάζ σήμερα, ξέχασες; του απάντησε και του γύρισε την πλάτη τουρλώνοντας τον πισινό της προς το μέρος του. 
-Η Αννίτα μου το χει ξεκόψει, την ώρα του μασάζ το κινητό το θέλει να ναι κλειστό, δεν θέλει τίποτα να της χαλάει την ενέργεια. -Μάλιστα ! είδες την Αννίτα επαγγελματισμό; -Δε μου είπες εσύ, πώς τα πέρασες; -Ησυχίες κι εγώ. -Ξέρεις, σε πήρα κι εγώ γύρω στις τρεις αλλά το είχες κι εσύ κλειστό. -Ήμουν γυμναστήριο μωρό μου και ξέρεις όταν κτίζω κορμάρα το κλείνω. Με ήθελες κάτι σημαντικό; -Όχι ! τίποτα σημαντικό. Πες μου, αύριο δουλεύεις; -Ναι, πρωινή βάρδια , τέσσερις – έντεκα ! -Θυμήθηκες να βάλεις ξυπνητήρι; -Ναι μωρό μου, έβαλα μην έχεις έννοια. Τρεις παρά δέκα. -Παρά δέκα; -Ναι, παρά δέκα, επανέλαβε και την τράβηξε προς το μέρος του, ξαπλώνοντας την ανάσκελα, άνοιξε τα κουμπιά της νυχτικιάς της. Xάιδεψε απαλά το στήθος της, πέρασε πάνω από την κοιλιά της και έφερε το χέρι του ανάμεσα στα πόδια της. Εκείνη αναστέναξε και έβγαλε ένα μικρό βογγητό. -Θέλω να σε πηδήξω άγρια πριν φύγω της είπε βυθίζοντας το δάχτυλο του μέσα της. 
Εκείνη άπλωσε το χέρι και έφερε το μαξιλάρι στο πρόσωπο της δαγκώνοντας το. -Άσε το αυτό, της είπε τραβώντας το μαξιλάρι και εκείνη έκρυψε το κεφάλι της στο λαιμό του δαγκώνοντας τον
-Eλα, έλα μωρό μου, χαλάρωσε, κλείσε τα μάτια και κοιμήσου, άσε εμένα να σε χαϊδεύω και εσύ κοιμήσου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου