ΚΑΛΩΣΟΡΙΣΑΤΕ ΣΤΟΝ ΙΣΤΟΧΩΡΟ ΜΟΥ

εδώ θα βρείτε χιούμορ , φαντασία, αγάπη για τη γνώση, και πάνω απ' όλα ALMA LIBRE





Πέμπτη, 27 Μαρτίου 2014

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

το ΒΙΒΛΙΟ
     Ένα περιπολικό και ένα ασθενοφόρο κατέφθασαν στην Πατρών νούμερο 13 σχεδόν ταυτόχρονα. Ήταν εννιά παρά τέταρτο το πρωί, και μόλις δέκα λεπτά προηγουμένως κατέφθασε ένα τηλεφώνημα από ένα γείτονα που τους περίμενε ήδη έξω από την τεράστια βίλα. Όπως τους κατήγγειλε στο τηλέφωνο ψάχνοντας τον σκύλο του το πρωί, τον εντόπισε έξω από την είσοδο της τεράστιας βίλας να πηγαινοέρχεται κουνώντας την ουρά του ανήσυχα και γαυγίζοντας παράξενα. Όταν πλησίασε για να πάρει το σκύλο, μυρίστηκε μια έντονη και αφόρητη μυρωδιά, σαν ψόφιο, έτσι τους την περιέγραψε. Επίσης χτύπησε την πόρτα αλλά δεν άνοιγε κανείς και είχε μέρες να δει τον γείτονα του.
        Ο αστυνόμος υπηρεσίας κατέβηκε από το περιπολικό και προχώρησε στην είσοδο. Η μυρωδιά ήταν έντονη, και ήταν σίγουρα από κάποιον που πέθανε εδώ και μέρες. Ένευσε στο προσωπικό του ασθενοφόρου, ο νοσοκόμος τον πλησίασε φέρνοντας του μια μάσκα, αμέσως φόρεσε και ο ίδιος τη μάσκα του. Ο αστυνομικός φόρεσε πλαστικά γάντια μιας χρήσης και χτύπησε το κουδούνι, αν και ήταν σίγουρος ότι κανείς δε θα άνοιγε.  Ρώτησε το γείτονα αν υπήρχε έξτρα κλειδί. Δε νομίζω, του απάντησε εκείνος. Ο γείτονας του δεν ήταν από τους ανθρώπους που θα έδιναν αντικλείδι σε κάποιον. Ο αστυνόμος προχώρησε προς την πίσω πλευρά της βίλας. Η μπαλκονόπορτα της κουζίνας ήταν μισάνοιχτη, ο αστυνόμος άνοιξε μια μαύρη τσάντα και έβγαλε ένα ζευγάρι πλαστικά καλύμματα τα οποία φόρεσε πάνω από τα παπούτσια του πριν μπει μέσα. Άνοιξε την πόρτα και μια γκρίζα γάτα πετάχτηκε πάνω του, τρέχοντας προς τον κήπο φοβισμένη.  Προχώρησε,  πόρτα της κουζίνας από μέσα ήταν κλειστή. Ένα ραδιόφωνο έπαιζε χαμηλά, στο τραπέζι υπήρχε ένα πιάτο με δύο τοστ, ένα φλιτζάνι με καφέ, στο οποίο κολυμπούσε μια νεκρή μύγα, ένα πιατάκι με τυρί και λίγες πράσινες ελιές. Κάποιος δεν είχε προλάβει να τελειώσει το πρόγευμα του.
     Η γάτα ήρθε και πάλι μέσα, φαινόταν πεινασμένη. Ο αστυνόμος κοίταξε στο πάτωμα, τα δοχεία της ήταν άδεια. Πήρε το δοχείο του νερού και το γέμισε από τη βρύση, η γάτα πλησίασε και άρχισε να πίνει κοιτώντας τον με ευγνωμοσύνη. Πάνω στον πάγκο βρισκόταν ένα κουτί με ξηρή τροφή, το πήρε και της έβαλε λίγη στο άλλο δοχείο. Σε λίγο ακουγόταν ένα λαίμαργο κριτς κρατς από τα δοντάκια της πεινασμένης γάτας. Ο αστυνόμος άκουσε το κουδούνι να χτυπά, ήταν ο νοσοκόμος που περίμενε στην κύρια είσοδο. Προχώρησε στο σαλόνι, η μυρωδιά ήταν πλέον αποκρουστική και μόλις που συγκρατήθηκε να μην κάνει εμετό. Προχώρησε με γοργά βήματα και άνοιξε την κύρια είσοδο, ελπίζοντας να μπει λίγος φρέσκος αέρας και να φύγει αυτή η απαίσια μυρωδιά. Ο αέρας έκανε την πόρτα της κουζίνας να χτυπήσει δυνατά τρομάζοντας τους. Οι δύο νοσοκόμοι περίμεναν υπομονετικά έξω από την είσοδο τις οδηγίες του αστυνόμου. Θα περιμένετε λίγο ακόμα παιδιά, όπως βλέπετε ο κύριος είναι ήδη νεκρός και δε θα χρειαστεί την άμεση σας βοήθεια. Θα πρέπει να καλέσουμε τον ιατροδικαστή είπε δείχνοντας τους το πτώμα, έναν μεσήλικα ντυμένο με μπλε σατέν πυτζάμες και ένα χρώμα αποσύνθεσης που σχεδόν έμοιαζε στις πυτζάμες, να κάθεται σε μια ψηλή δερμάτινη καρέκλα μπροστά στο γραφείο του και το κεφάλι του γερμένο με τα μάτια ορθάνοιχτα, πάνω σε ένα ανοιχτό βιβλίο.
     Σε μισή ώρα ο δρόμος μπροστά από την μεγάλη έπαυλη είχε αποκλειστεί με περιπολικά και κίτρινες κορδέλες. Η ιατροδικαστής κατέφθασε στη σκηνή με την ομάδα του να βγάζουν δεκάδες φωτογραφίες. Γύρω στο μεσημέρι δόθηκε η άδεια να μεταφερθεί το πτώμα στο νεκροτομείο. Τότε ήρθε η σειρά του αστυνόμου, που περίμενε υπομονετικά την ιατροδικαστική ομάδα να ολοκληρώσει το έργο της, για να αναλάβει τα περαιτέρω. Ο αστυνόμος άρχισε να επιθεωρεί το χώρο ενδελεχώς. Δεν υπήρχαν πουθενά ενδείξεις για έγκλημα, καθόλου αίμα στο πάτωμα ή στους τοίχους, όλα φαίνονταν βαλμένα στη θέση τους, το σαλόνι αν και βρωμοκοπούσε σήψη κατά τα άλλα το πολυτελέστατο σαλόνι φαινόταν σε τάξη, σαν να μην το είχε αγγίξει ο θάνατος του ιδιοκτήτη του. Ο αστυνόμος μαζί με τον βοηθό του επιθεώρησαν όλο το σπίτι, όλα φαίνονταν σε τάξη. Όλα τα παράθυρα του πάνω ορόφου δεν φαίνονταν παραβιασμένα, μόνο το κρεβάτι ήταν άστρωτο, αλλά ήταν προφανές, αφού ο νεκρός είχε πεθάνει λίγο μετά που ξύπνησε, όπως μαρτυρούσε και  το μισοτελειωμένο πρόγευμα στην κουζίνα. Αλήθεια, με όλη αυτή τη φασαρία, η γάτα που βρισκόταν; Ο αστυνόμος επέστρεψε στην κουζίνα και την βρήκε να κοιμάται αμέριμνη στο καλάθι της, δεν φαινόταν να είχε αναστατωθεί καθόλου από το θάνατο του κύριου της, και αφού έφαγε και χόρτασε μετά από τόσες μέρες που έμεινε νηστική, είπε να ρίξει ένα υπνάκο. Ο αστυνόμος πήγε κοντά της και τη χάιδεψε στην πλάτη και εκείνη χωρίς να ανοίξει τα μάτια άρχισε να γουργουρίζει ευχαριστημένα.
«Θα σε πάρω μαζί μου εσένα» της είπε «θα σε φροντίσω μέχρι να δούμε τι θα κάνουμε»
«όλα έτοιμα αστυνόμε;» ρώτησε ο βοηθός του
«Ναι, νομίζω έχουμε όλα όσα χρειαζόμαστε. Από τις πρωί είμαστε εδώ και κοντεύει τρεις. Θα συνεχίσουμε στο τμήμα. Πάρε τη γάτα μαζί μας, δε θα την αφήσουμε εδώ να λιμοκτονήσει, θα την πάρω στο σπίτι απόψε μαζί μου μέχρι να της βρω ένα άλλο σπίτι»
«Μάλιστα αστυνόμε» είπε ο βοηθός χαμογελώντας και πήρε αγκαλιά τη μισοκοιμισμένη γάτα μαζί με το καλάθι και βγήκε από την πόρτα της κουζίνας.
Ο αστυνόμος επέστρεψε στο σαλόνι. Υπήρχε κάτι ακόμα που έπρεπε να πάρει μαζί του. Προχώρησε προς το γραφείο. Έσβησε το φωτιστικό που ήταν ακόμα αναμμένο. Πήρε το σημειωματάριο του και έγραψε.
Τετάρτη 30 Οκτώβρη 2013 Τι ώρα ξημερώνει; Γιατί είχε ανάψει το φωτιστικό για να διαβάσει; Δεν είχε ξημερώσει ακόμα; Να επιβεβαιώσω με την ώρα θανάτου με ιατροδικαστή !
Το γραφείο εκτός από το φωτιστικό είχε μια σιδερένια μολυβοθήκη. Πάνω της ανάγλυφη μια χρυσή πυραμίδα και τα αρχικά Μ.Μ. Γνωστό το σύμβολο αλλά ήταν νωρίς για να βγάλει συμπεράσματα. Δίπλα στην μολυβοθήκη σε μια χρυσή κορνίζα μια φωτογραφία με τρεις άντρες, όλοι ντυμένοι με ακριβά κοστούμια, να στέκονται στη σειρά, με τον εκλιπόντα στη μέση. Ο αστυνόμος πήρε ξανά το σημειωματάριο του.
Φωτογραφία στο γραφείο, σημαντικοί άντρες – φίλοι -  Να εντοπίσω τους άλλους δύο !
Τέλος στη μέση του γραφείου, ένα βιβλίο, ο αστυνόμος το κοίταξε προσεχτικά χωρίς να το μετακινήσει. Ήταν ανοιχτό και στη σελίδα είχε γραμμένη μια ομολογία, ίσως ένα αποχαιρετιστήριο μήνυμα, η πένα βρισκόταν στο πάτωμα, ο αστυνόμος έσκυψε, τη μάζεψε φορώντας πριν τα πλαστικά του γάντια, και την τοποθέτησε προσεχτικά σε ένα χάρτινο φάκελο. Σημείωσε και πάλι
Αυτοκτονία ;
Το βιβλίο έκρυβε το μυστικό. Το πήρε και το τοποθέτησε σε έναν χάρτινο, μεγαλύτερο φάκελο και προχώρησε στην έξοδο. Έξω περίμεναν δύο αστυνομικοί που θα περιφρουρούσαν τον χώρο. Ο αστυνόμος μπήκε μόνος στο αυτοκίνητο. Η γάτα βρισκόταν καθισμένη στο καλάθι της στη θέση του συνοδηγού. Ο βοηθός του περίμενε ένα νεύμα για να φύγει με το δικό του αυτοκίνητο. Ο αστυνόμος του ένευσε ότι είναι εντάξει να φύγει.
     Ο αστυνόμος ξεκίνησε για το τμήμα. Πριν όμως ήθελε να κάνει μια στάση να φάει κάτι, το στομάχι του άρχισε να διαμαρτύρεται. Σταμάτησε κοντά στον παραλιακό, δίπλα από ένα μικρό περίπτερο και πήρε ένα σάντουιτς και ένα μπουκάλι νερό.  Επέστρεψε στο περιπολικό. Η γάτα ξύπνησε μάλλον και πάλι πεινασμένη. Της έκοψε ένα κομμάτι ζαμπόν και της το έβαλε στο στόμα. Κομματάκι κομματάκι η γάτα έφαγε σχεδόν όλο το ζαμπόν και ο αστυνόμος το ψωμί και τις ντομάτες.
     «Χαλάλι σου γατούλα, τόσες μέρες είσαι νηστική» της είπε και εκείνη άρχισε να τρίβεται πάνω του με αγάπη. Εκείνος την άφησε να τον ευχαριστήσει με τον τρόπο της και μετά την έβαλε πάλι στο καλάθι της.
      Πήρε και πάλι τον χάρτινο φάκελο. Τον έτρωγε η περιέργεια να δει τι ήταν αυτό το περιβόητο σημείωμα, τα τελευταία λόγια που έγραψε ο νεκρός σε αυτό το παράξενο κιτρινισμένο βιβλίο. Άνοιξε στην πρώτη σελίδα. Βρήκε ξανά κολλημένη εκείνη την παλιά φωτογραφία με τους τρεις άντρες. Στις επόμενες σελίδες βρήκε κολλημένα αποκόμματα εφημερίδων, όλα σχεδόν αναφέρονταν σε μια τραγωδία που συνέβηκε τρία χρόνια πριν όταν ένα εμπορικό καράβι βυθίστηκε εν πλω, παίρνοντας στο βυθό τους δώδεκα ναύτες που εργάζονταν επάνω και τον καπετάνιο. Μια παράξενη υπόθεση καθώς ποτέ κανένας δεν ανακάλυψε τους λόγους για τους οποίους είχε βυθιστεί το καράβι, το οποίο ήταν φορτωμένο με εμπορευματοκιβώτια αξίας εκατομμυρίων. Είχε γίνει μεγάλος ντόρος τότε, η υπόθεση ήταν για μήνες στην επικαιρότητα, καθώς η ασφαλιστική εταιρία αρνιόταν να καταβάλει το ποσό της αποζημίωσης στην πλοιοκτήτρια εταιρία, καθώς ισχυρίζονταν ότι η βύθιση του πλοίου επήλθε λόγω κακής συντήρησης. Η υπόθεση κατέληξε στα δικαστήρια και μετά την παρέμβαση ενός πολύ ισχυρού δικηγόρου, η πλοιοκτήτρια εταιρία κέρδισε την υπόθεση και η ασφαλιστική εταιρία αναγκάστηκε να καταβάλει το ποσών των δεκαεφτά εκατομμυρίων ευρώ ως αποζημίωση, στην οποία συμπεριλαμβανόταν και η αποζημίωση των οικογενειών του καπετάνιου και των ναυτών.
       Όλα τα αποκόμματα αφορούσαν την υπόθεση του ναυαγίου. Φωτογραφίες με τα ονόματα των θυμάτων, φωτογραφίες του πλοίου όταν ακόμα ήταν στις δόξες του, φωτογραφίες με τους συγγενείς των θυμάτων ντυμένους στα μαύρα να διαμαρτύρονται έξω από το δικαστήριο. Μια φωτογραφία από τρεις άντρες να βγαίνουν έξω από το δικαστήριο με θριαμβευτικό βλέμμα, μετά την λήξη της δίκης. Οι τρεις άντρες που υπήρχαν στην πρώτη φωτογραφία. Και στα δύο τελευταία αποκόμματα, κάτι περίεργο. Ήταν αγγελίες θανάτου, η μία έγραφε 27 Οκτωβρίου 2011 και ο νεκρός ήταν ο ένας από τους τρεις κουστουμαρισμένους κύριους, στην άλλη έγραφε 27 Οκτωβρίου 2012 και ο νεκρός ήταν ο δεύτερος. Πέθανε ακριβώς ένα χρόνο μετά τον φίλο του. Ο τρίτος ; Σήμερα ήταν 30, μύριζε άσχημα, είχε πέθανε άραγε κι αυτός στις 27; Ένας θάνατος κάθε χρόνο; Αυτό παραήταν παράξενο για να είναι μια απλή σύμπτωση. Ο αστυνόμος γύρισε μερικές σελίδες πίσω.  Εντόπισε ένα από το απόκομμα  εφημερίδας που αναφερόταν στο ναυάγιο. Διάολε, το πλοίο είχε βυθιστεί στις 27 Οκτώβρη 2010. Τι στο καλό συνέβαινε επιτέλους; σίγουρα δεν ήταν αυτοκτονία, πώς μπορούσαν τρεις άνθρωποι να αυτοκτονούσαν ακριβώς την ίδια μέρα, κάθε χρόνο, για τρία συνεχή χρόνια; Όχι ,κάτι άλλο συνέβαινε, κάτι εγκληματικό.
     Ο αστυνόμος είχε ιδρώσει από την αγωνία. Προχώρησε στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου όπου διάβασε το χειρόγραφο σημείωμα.
27 Οκτώβρη 2013
Ονομάζομαι Σπύρος Ανανιάδης, δικηγόρος στο επάγγελμα, και δηλώνω τα πιο κάτω:
Οι συνεργάτες μου Φαίδωνας Νιάρος και Χρίστος Φιλίδης, ιδιοκτήτες της πλοιοκτήτριας εταιρίας Νιάρος & Φιλίδης Α.Ε. με κάλεσαν μετά από τη βύθιση του πλοίου τους ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ, για να αναλάβω να τους αντιπροσωπεύω στη δίκη με σκοπό την εξασφάλιση του ποσού που όφειλε η ασφαλιστική εταιρία στην εταιρία και στις οικογένειες των θυμάτων.
Για να εξασφαλίσω την επιτυχή έκβαση της δίκης, παραποίησα στοιχεία, λάδωσα μάρτυρες και πλήρωσα μεγάλα ποσά για να κρατήσω στόματα κλειστά. Η εταιρία αθωώθηκε των ευθυνών της και στα πρακτικά της δίκης καταγράφηκε ως υπεύθυνος ο καπετάνιος του πλοίου κάτι για το οποίο φρόντισα προσωπικά εγώ. Κερδίσαμε τη δίκη. Ο διάολος ήταν μαζί μας . Δύο εκατομμύρια πήγαν στις οικογένειες των εκλιπόντων. Τα υπόλοιπα δεκαπέντε τα μοιραστήκαμε ισάξια εγώ, ο Φαίδωνας και ο Χρίστος. Πήγαμε στα σπίτια μας και ξεχάσαμε το όλο θέμα. Το αλήθεια όμως ήταν ότι ο Φαίδωνας και ο Χρίστος βύθισαν το πλοίο, δολοφόνησαν δεκατρείς αθώους ανθρώπους για να κερδίσουν εκατομμύρια και εγώ τους βοήθησα, τους εξυπηρέτησα, τους αθώωσα, απαιτώντας ίσο μερίδιο με τους δολοφόνους.
Μια βδομάδα πριν την πρώτη επέτειο του ναυαγίου έλαβα ένα γράμμα από τον Φαίδωνα, όπου τρομοκρατημένος μου έγραφε ότι παρέλαβε ένα μαύρο βιβλίο, με τις φωτογραφίες, τα αποκόμματα των εφημερίδων, και ότι κάποιος ήξερε τα πάντα και ήμασταν τελειωμένοι. Τον πήρα τηλέφωνο λέγοντας του  να μην ανησυχεί και να μην στείλει άλλο γράμμα με τέτοιες βλακείες, που θα πρόδιδαν και εκείνον και εμάς. Φάνηκε καθησυχασμένος. Μετά από δυο μέρες μου ξανατηλεφώνησε κλαίγοντας. Μου είπε ότι θα πέθαινε. Έβλεπε παντού μέσα στο σπίτι τα φαντάσματα των ναυτών, ο καπετάνιος τον πλησίαζε και τον κοίταζε στα μάτια, ζητώντας δικαίωση. Ήταν τρομοκρατημένος και απαρηγόρητος. Δεν άκουγε τίποτα. Έκλεισα το τηλέφωνο πιστεύοντας ότι ο φίλος μου είχε τρελαθεί. Μετά από δυο μέρες έμαθα για τον θάνατο του. Πίστεψα ότι αυτοκτόνησε και συνέχισα τη ζωή μου.
Μια βδομάδα πριν την δεύτερη επέτειο του ναυαγίου έλαβα ένα τηλεφώνημα από τον Χρίστο, όπου τρομοκρατημένος μου έγραφε ότι παρέλαβε ένα μαύρο βιβλίο, το ίδιο μαύρο βιβλίο. Μου είπε ότι θα πέθαινε και ήθελε να με αποχαιρετήσει και να με προειδοποιήσει. Έβλεπε κι αυτός το φάντασμα του καπετάνιου, οι ναύτες τον περικύκλωναν, ζητώντας εκδίκηση. Με αποχαιρέτησε και έκλεισε το τηλέφωνο.  Μετά από λίγες μέρες έμαθα για τον θάνατο του. Δεν πίστεψα ότι αυτοκτόνησε, δεν μπορούσα πια να συνεχίσω τη ζωή μου.
   Για ένα ολόκληρο χρόνο έζησα με το φόβο αυτού που περίμενα να συμβεί. Είναι πολύ ψυχοφθόρο να ζεις περιμένοντας το θάνατο σου. Είναι σαν να είσαι ήδη νεκρός. Οι μέρες, πέρασαν, σταμάτησα να πηγαίνω στο γραφείο, σταμάτησα να βγαίνω έξω, να βλέπω τους φίλους μου.  Κλειδώθηκα στο σπίτι,  να περιφέρομαι σαν ζωντανός νεκρός, κοιτάζοντας τους καταραμένους δείχτες τον ρολογιών να μην σταματούν, μέχρι που μια μέρα τα πέταξα όλα. Δεν ήθελα να ξέρω τι μέρα είναι , τι μήνας είναι, όμως η μάχη με το χρόνο είναι μια μάχη χαμένη. Οι  μήνες πέρασαν και έφτασε ο καταραμένος Οκτώβρης. Ήρθε και η δική μου σειρά. Κατέφθασε όπως ανέμενα και σε μένα το μαύρο βιβλίο.  Χτύπησε το κουδούνι της εισόδου. Άνοιξα την πόρτα, δεν ήταν κανείς, μόνο το μαύρο βιβλίο στο δάπεδο μπροστά από την πόρτα. Έσκυψα και το πήρα, έκανα μεταβολή και μέχρι να μπω στο σπίτι ο ήλιος χάθηκε από προσώπου γης, έκλεισε την πόρτα πίσω μου αποχαιρετώντας μια για πάντα τον ήλιο, μια παράξενη πράσινη ομίχλη τρύπωσε από την χαραμάδα της πόρτας και η θερμοκρασία έπεσε απότομα. Πέρασα στην κουζίνα. Στο τραπέζι βρήκα τον καπετάνιο να κάθεται απέναντι μου καπνίζοντας. Τον κοίταζα και με κοίταζε αμίλητος, μόνο το βλέμμα του μου έλεγε, σε περιμένουμε,  ήρθε η σειρά σου, μετά χάθηκε.
 Δεν ξαναξημέρωσε, δεν ξανακοιμήθηκα, δεν μπορώ να κοιμηθώ περιμένοντας το τέλος. Οι ναύτες με έχουν περικυκλώσει, έρχονται ένας ένας μπροστά μου, μου φωνάζουν τα ονόματα τους, τα ονόματα των γυναικών τους, των γονιών τους, των παιδιών τους , με αποκαλούν δολοφόνο και καταραμένο. Είμαι δολοφόνος και καταραμένος στους αιώνες να βασανίζομαι από τα φαντάσματα αυτών που σκοτώθηκαν για αγοράσουμε την ευτυχία εμείς. Καμιά συγνώμη, καμιά απολογία, δεν θα φέρει πίσω τις χαμένες ζωές, και δεν θα καλύψει το κενό των ανθρώπων που έμειναν πίσω.
 Έτσι γράφω, τις τελευταίες μου λέξεις, πριν πάω να βρω τους φίλους μου στον άλλο κόσμο, ένα τελευταίο μήνυμα.
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΔΕΝ ΕΞΑΓΟΡΑΖΕΤΑΙ
Σπύρος Ανανιάδης
Ένα χτύπημα στο τζάμι ξάφνιασε τον αστυνόμο και η γάτα ξύπνησε ανατριχιασμένη λες και τη χτύπησε ρεύμα. Ο αστυνόμος  λες και μια ανώτερη δύναμη τον διέταζε άνοιξε το παράθυρο. Ένα παράξενο μαύρο σύννεφο μπήκε μπροστά από τον ήλιο και σκοτείνιασε απότομα. Μια παγωμένη πράσινη ομίχλη μπήκε από το παράθυρο,  ανατριχιάζοντας τη ραχοκοκαλιά του. Γύρισε τρομοκρατημένος το κεφάλι στα δεξιά του και είδε μια παράξενη απόκοσμη φιγούρα με στολή και  πηλίκιο να του έχει προτάξει το χέρι. 
«έχουν κι άλλοι σειρά αστυνόμε» άκουσε μια φωνή να ψιθυρίζει.
Σαν υπνωτισμένος  άνοιξε το παράθυρο, έκλεισε το βιβλίο και το παρέδωσε.
Η γάτα  κείτονταν ξεψυχισμένη στο διπλανό κάθισμα αλλά τα μάτια της κοιτούσαν ακόμα με τρόμο το παράθυρο !





















    
    




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου