ΚΑΛΩΣΟΡΙΣΑΤΕ ΣΤΟΝ ΙΣΤΟΧΩΡΟ ΜΟΥ

εδώ θα βρείτε χιούμορ , φαντασία, αγάπη για τη γνώση, και πάνω απ' όλα ALMA LIBRE





Τρίτη, 22 Απριλίου 2014

ΤΟ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ

To Διαμέρισμα

     Το διαμέρισμα βρισκόταν στον  έκτο όροφο του κτιρίου Φλάτιρον, ενός παλιού ουρανοξύστη, που στεκόταν στη γωνία της εκατοστής εβδομηκοστής πέμπτης λεωφόρου στην πόλη της Νέας Υόρκης από το 1902 με τα κεφάλια των Μεδουσών στην στενότερη πλευρά του κτιρίου να ατενίζουν με καχυποψία τους περαστικούς.
     Το διαμέρισμα αγόρασε ο Άνταμ Λεβί το 1950 μόλις παντρεύτηκε και έζησε όλη του τη ζωή εκεί μαζί με την γυναίκα του και το γιο του Τζέιμς  που σήμερα ήταν ο μοναδικός θαμώνας του παλιού αλλά καλά διατηρημένου διαμερίσματος με τα τεράστια παράθυρα που έβλεπαν και στις δύο πλευρές της πολυσύχναστης λεωφόρου.
    Έξω η μέρα ήταν συννεφιασμένη και μουντή, το κρύο τσουχτερό. Ήταν ο πιο βαρύς χειμώνας των τελευταίων πενήντα χρόνων. Ο Τζέιμς ξύπνησε ζαλισμένος. Κοίταξε το χρυσό ρολόι χεριού στο κομοδίνο, ήταν δώδεκα και τέταρτο, Κυριακή, πρώτη του Γενάρη.  Στα αυτιά του ηχούσαν ακόμα οι δυνατές φωνές, οι καραμούζες και τα τραγούδια από το ψεσινό πάρτι. Σύντομα θυμήθηκε ότι δεν είχε κοιμηθεί μόνος. Γύρισε αργά το ζαλισμένο του κεφάλι και είδε δίπλα του μια πανέμορφη κοκκινομάλλα να κοιμάται με το γυμνό της στήθος ξεσκέπαστο να ανεβοκατεβαίνει αργά σε κάθε της αναπνοή.
   Ο Τζέιμς έκλεισε και πάλι τα μάτια για να φέρει στο μυαλό του την ανάμνηση όλων όσων είχαν γίνει το προηγούμενο βράδυ. Την είδε για πρώτη φορά στο πάρτι, με το που πέρασε το κατώφλι της εισόδου και την είδε με εκείνο το κατάλευκο φόρεμα είπε μέσα του «αυτή τη γυναίκα τη θέλω» Πόσο μάλλον όταν άκουσε και το όνομα της. Και αυτό που ήθελε ο Τζέιμς γινόταν. Είχε τον τρόπο να το πραγματοποιεί. Έτσι κι έγινε, την προσέγγισε, μίλησαν όλο το βράδυ και είχε τον τρόπο να λέει πάντα αυτά που θέλουν να ακούνε οι γυναίκες, ήπιαν τα ποτά τους, σαμπάνιες και κρασιά και σφηνάκια για το καλό του Νέου Χρόνου και λίγο πριν τις τρεις την έφερε στο διαμέρισμα του.
     Σεξ. Ίσως το καλύτερο που έκανε ποτέ στη ζωή του. Υπήρχε τόση έλξη, τόση χημεία, τόσο πάθος με αυτή την άγνωστη κοκκινομάλλα που δεν κατάλαβε πότε ξημέρωσε και πότε αποκοιμήθηκαν αποκαμωμένοι. Ήταν μια ασυνήθιστη έκπληξη αυτή η ερωτική έκρηξη που ένοιωσε. Συνήθως οι προηγούμενες του παρτενέρ, με το αλκοόλ να τους χτυπάει στο κεφάλι, ξεχύνονταν και απελευθερώνονταν σε σημείο χυδαιότητας, ή απλά έγερναν μεθυσμένες και πηγαινοέρχονταν κάτω από τις ρυθμικές ωθήσεις του δικού του κορμιού αφήνοντας καμιά ξεψυχισμένη κραυγή ή απλά χασμουριόντουσαν. Και τότε και ο ίδιος ‘έπεφτε’ για ύπνο χωρίς καμιά περαιτέρω προσπάθεια για να τελειώσει, αφού δεν είχε νόημα.
     Αυτή η κοπέλα όμως δεν είχε καμιά σχέση με τις άλλες. Δεν είχε μεθύσει, παρόλα αυτά όταν ήρθε στο διαμέρισμα του δεν είχε καμιά αμφιβολία ή ενδοιασμό για το λόγο που ήρθε μαζί του. Αυτή η κοπέλα ήθελε να έχει τον έλεγχο. Και ο Τζέιμς αφέθηκε για πρώτη φορά στα χέρια κάποιας γυναίκας και παρέδωσε τα ηνία. Και αυτό που τον φόβιζε περισσότερο ήταν το πόσο το είχε απολαύσει, ένοιωθε ευάλωτος.
     -Καλημέρα Τζέιμς.
     -Καλό μεσημέρι εννοείς. Είναι περασμένες δώδεκα.
     -έχεις κάπου να πάς;
     -όχι γλυκιά μου. Πουθενά καλύτερα από εδώ.
     -Καλή χρονιά!
     -Χρόνια πολλά κούκλα.
     -Πεινάω σαν λύκος Τζέιμς, έχει κάτι να φάμε;
Τον ξάφνιασε ! συνήθως οι γκόμενες με το που ξυπνούσαν ντύνονταν και έφευγαν βιαστικές με τα ρούχα της προηγούμενης βραδιάς, λες προσπαθούσαν να διαγράψουν με κεκτημένη ταχύτητα όσα είχαν γίνει. Ο Τζέιμς πάντα προσπαθούσε να τις πείσει να μείνουν λίγο περισσότερο. Δεν του άρεσε ποτέ η ιδέα της εγκατάλειψης. Αυτή όμως δεν φαινόταν να βιάζεται ούτε να έχει τάσεις φυγής.    
     -Μα, ναι, βέβαια. Πάω να φτιάξω πρωινό
Σηκώθηκε, φόρεσε το μποξεράκι του και πήγε στην κουζίνα. Έβαλε νερό στην καφετιέρα και ψωμί στην τοστιέρα.
     -Μμ, μυρίζει υπέροχα ο καφές Τζέιμς.
Κοίταξε ξαφνιασμένος πίσω του και την είδε να στέκεται μπροστά του ολόγυμνη. Ξεροκατάπιε. Στο φως της ημέρας γινόταν άλλος άνθρωπος. Ντροπαλός, ξενέρωτος, καμία σχέση με τον Καζανόβα του μεσονυχτίου. Εκείνη αντιλήφθηκε την αμηχανία του και γέλασε εύθυμα.
     -δεν είχες κανένα πρόβλημα με αυτά ψες, είπε δείχνοντας τα πλούσια της στήθη. Τι έγινε τώρα; ντρέπεσαι ;
     -Ω, όχι , απλά να…
     -Ντανιέλα..
     -απλά να ..Ντανιέλα
     -θα προτιμούσες να είμαι ευπρεπώς ενδεδυμένη; Αυτό είναι; να μην περιφέρομαι εδώ μέσα τσίτσιδη;
     -όχι, δεν με ενοχλεί, απλά δεν είμαι συνηθισμένος στο να έχω μια γυναίκα, με αυτό το, υπέροχο σώμα, να κυκλοφορεί γυμνή στο σπίτι μου Ντανιέλα, αυτό είναι όλο.
     -Να Τζέιμς. Θέλω να ντυθώ, αλλά, να .. δε θέλω να φορέσω τα ρούχα που φορούσα ψες στο πάρτι. Βρωμοκοπάνε τσιγάρα και εκείνο το κρασί που χύθηκε πάνω στο φόρεμα μου. Αν μου έδινες ένα καθαρό μπλουζάκι σου και ένα εσώρουχο θα το εκτιμούσα αφάνταστα. Με επιστροφή εννοείται, δε θα τα κρατήσω.
    -Οκ , άμα είναι να επιστραφούν, μπορείς να πάρεις μόνη σου ότι θες. Ντύσου μέχρι να ετοιμάσω και τα αυγά.
     -Συμφωνήσαμε. Που είναι η γκαρνταρόμπα;
     -Τέρμα του διαδρόμου, δεξιά, απέναντι από το υπνοδωμάτιο.
     -Είσαι Θεός Τζέιμς.
Η Ντανιέλα έκανε με μια σχεδόν χορευτική κίνηση μεταβολή και με τα κόκκινα της μαλλιά να φτάνουν μέχρι τη μέση της και τα γυμνά της πόδια έμοιαζε λες και μόλις είχε βγει από τον κήπο της Εδέμ.
     -Θεός που τον κολάζεις, σκέφτηκε εκείνος χτυπώντας την ομελέτα.
     Άρχισε και πάλι να τον πνίγει εκείνο το παράξενο συναίσθημα ζαλάδας και δυσφορίας. Ήταν δωδεκάμισι και δεν του είχε αδειάσει ακόμα τη γωνία. Πότε στο διάολο θα έφευγε; γιατί αν δεν έφευγε θα έκανε και πάλι έρωτα μαζί της, το ένοιωθε, τη γούσταρε τρελά αυτή τη γυναίκα, αλλά αυτός δεν ήταν για έρωτες, τη νύχτα ήταν σεξ, τη μέρα δεν θα ήταν, θα ήταν κάτι περισσότερο και τότε ίσως αυτό να οδηγούσε σε κάτι άλλο, και αυτό το άλλο δεν το ήθελε, το έτρεμε μάλιστα, το μισούσε, το απεχθανόταν. Όχι, όχι δεν ήταν για κάτι άλλο αυτός, για τίποτα άλλο.
     Προσπάθησε να ηρεμήσει. Η ομελέτα ήταν έτοιμη στα πιάτα, το βούτυρο έλιωνε πάνω στα τοστ, ο καφές άχνιζε ζεστός μέσα στα φλιτζάνια.
     -Θέλεις ζάχαρη ή γάλα στον καφέ σου;
     Καμιά απάντηση
     -Ντανιέλα; θέλεις ζάχαρη ή γάλα;
     Και πάλι δεν πήρε απάντηση. Μάλλον θα χει πάει στο μπάνιο σκέφτηκε και άρχισε να δαγκώνει νευρικά ένα από τα τοστ. Πέρασαν δέκα λεπτά ακόμη. Η Ντανιέλα δεν επέστρεψε. Άρχισε να ανησυχεί. Προχώρησε με γοργά βήματα στο διάδρομο, στάθηκε έξω από το μπάνιο και χτύπησε την πόρτα.
     -Ντανιέλα; όλα καλά ;
     Μόνο σιωπή. Ο Τζέιμς ένοιωσε το αίμα να φεύγει από το κεφάλι του. Πήρε βαθιά αναπνοή και άνοιξε απότομα την πόρτα. Το πρώτο πράγμα που αντίκρισε ήταν το αίμα. Αίμα στους τοίχους, αίμα στο λευκό πορσελάνινο πάτωμα, αίμα να τρέχει στο πόδι του νιπτήρα και στον καθρέφτη, γραμμένο με αίμα «ο θεός είναι ο κριτής μου» για λίγα δευτερόλεπτα δίστασε να μπει. Ήξερε ότι θα ήταν άσχημο το θέαμα. Άκουσε όμως μια ξεψυχισμένη κραυγή να ζητά βοήθεια. Έσκυψε πάνω από την μπανιέρα, καθόταν μέσα με τους καρπούς της να αιμορραγούν τις τελευταίες σταγόνες. Έτρεξε σε κλάσματα δευτερολέπτου στην κουζίνα, βρήκε το κινητό του και κάλεσε το 911. Σε λίγα λεπτά οι σειρήνες ακούγονταν έξω από το κτίριο Φλάτιρον, χτύπησε το κουδούνι και ένεψε σαν υπνωτισμένος σε δύο νοσηλευτές που  προχώρησαν με ένα φορείο στο μπάνιο. Σε λίγα λεπτά βγήκαν και πάλι έξω με την κοπέλα στο φορείο, σκεπασμένη μέχρι το λαιμό με ένα πράσινο λεπτό σεντόνι και αναχώρησαν.
     Ο Τζέιμς έκλεισε πίσω τους την πόρτα και έκατσε στο πάτωμα αποκαμωμένος με το κεφάλι στα χέρια και το βλέμμα στο κενό. Έβλεπε ακόμα μπροστά του το αίμα, μυριζόταν το αίμα, το γευόταν σχεδόν.
     -Τζέιμς, ακούστηκε μια εκνευριστικά λεπτή γυναικεία φωνή.
     -Φύγε !
     -Τζέιμς Άνταμς Λέβι, του απευθύνθηκε επιτακτικά.
     -Είπα φύγε.
     -Σου μιλάω.
     -Δεν φτάνει που έκανες ότι έκανες, μιλάς κιόλας;
     - Πρόσεξε τον τόνο της φωνής σου νεαρέ.
     -Γιατί μητέρα; θα «αυτοκτονήσεις» και εμένα ;
     -το ξέρεις ότι δε θα μπορούσα να σου κάνω ποτέ κακό.
     -Κι αυτό που έγινε μόλις τώρα τι ήταν ; Η καλή πράξη της ημέρας;
     -Προληπτικά μέτρα.
     -Είσαι παρανοϊκή.
     -Απλά προσεχτική.
     -Τι σου έφταιξε το κορίτσι μητέρα;
     -Ένα τσουλάκι ήταν όλο κι όλο που σε πήδηξε καλά κι αντί να σηκωθεί να φύγει είχε και το θράσος να κυκλοφορεί στο σπίτι μου γυμνή.
     -Δικό μου είναι το σπίτι πια μητέρα. Εσύ δε ζεις πια εδώ. Έχεις πεθάνει, το ξέχασες; γιατί δεν πας επιτέλους στο διάολο να ησυχάσουμε και να ζήσω και εγώ τη ζωή μου; Με έχεις καταστρέψει, σε βαρέθηκα.
     -Επειδή σε αγαπώ παιδί μου; Επειδή θέλω το καλό σου;
     -Έκανες ότι έκανες, φύγε τώρα, θα πάρω τηλέφωνο στο νοσοκομείο.
     -Άσε, δε χρειάζεται, μην μπαίνεις στον κόπο.
     -Γιατί;
     -To πουτανάκι είχε κιόλας πεθάνει πριν την πάρουν σηκωτή από το διαμέρισμα.
Ο Τζέιμς σηκώθηκε εξαγριωμένος, πήρε ένα γυάλινο αυγό και της το πέταξε στα μούτρα. Αυτό τη διαπέρασε και προσγειώθηκε στον απέναντι τοίχο όπου και θρυμματίστηκε.
     -Είσαι απαράδεχτος Τζέιμς. Ξέρεις πόσο αγαπώ τη συλλογή μου με τα αυγά Φαμπερζέ.
    -Στον αγύριστο και εσύ και τα αυγά Φαμπερζέ και τα κρύσταλλα Βοημίας και οι πανάκριβες σου συλλογές. Όλα θα τα σπάσω ακούς; όλα!
     -Δε θα τολμήσεις.
     -Α, ναι, θα τολμήσω. Όπως με διέλυσες εσύ θα διαλύσω και εγώ ότι αγαπάς πιο πολύ.  
     -Και πότε πρόλαβες να αγαπήσεις κιόλας την κοκκινομάλλα τσούλα;
     -Πάψε να την αποκαλείς έτσι. θα μπορούσα, αλλά δεν πρόλαβα. Μπήκες στη μέση, όπως κάθε φορά, ακάλεστη, και τα κατέστρεψες όλα. Ακριβώς όπως έκανες όσο ήσουν ζωντανή. Πάνε πέντε χρόνια που πέθανες, τι στο διάολο κάνεις ακόμα εδώ, μου λες;
     -Ορκίστηκα να μη σε εγκαταλείψω ποτέ.
     -Εμένα με ρώτησες;
     -Η μάνα σου είμαι Τζέιμς
     -Kαι πόσο θα συνεχιστεί αυτό μάνα; Όποτε φέρνω μια κοπέλα στο σπίτι θα τη ξεφορτώνεσαι για να μένουμε οι δυο μας ;
     -Δεν έφερες και καμιά που να αξίζει Τζέιμς.
     -Ζηλεύεις. Αυτό είναι όλο. Δεν αντέχεις να με βλέπεις με άλλη. Παραδέξου το. Γι αυτό δεν ξαναπαντρεύτηκες ποτέ, γι αυτό δεν έβαλες άλλον άντρα στο σπίτι, γι αυτό δεν άφησες ποτέ εμένα να παντρευτώ.
     -Μη μιλάς έτσι γιε μου.
     -όχι θα μιλήσω, είναι καιρός να τα βγάλω από μέσα μου. Γι αυτό ερχόσουν στο δωμάτιο μου, με φιλούσες, με χαίδ…..
     -Σταμάτα !
     -Και εγώ αυτό σου έλεγα αλλά δεν άκουγες.
     -Σταμάτα σε παρακαλώ !
     -Ακριβώς αυτό έλεγα. Αλλά εσύ δεν σταματούσες μαμά ! και δεν ήθελες να σε φωνάζω μαμά, ήθελες να σε φωνάζω με το όνομα σου, έτσι δεν είναι;
     -Απλά σου είχα αδυναμία Τζέιμς, έμοιαζες τόσο στον πατέρα σου.
     -δεν ήμουν ο πατέρας μου όμως, ήμουν ένα μικρό ανυπεράσπιστο αγόρι που πίστευε ότι έλεγες.
     -Θα με συγχωρέσεις ποτέ γιε μου;
      -Ποτέ, ποτέ ακούς; Δε θα ησυχάσω αν δεν έρθω ο ίδιος απ’ εκεί να σε αρπάξω και να σε βουτήξω ο ίδιος στην πίσσα της κόλασης. Μόνο τότε.
-----------------------------------------
     1η Ιανουαρίου , δέκα χρόνια αργότερα !

     Ο Τζέιμς ξάπλωσε στο φορείο, δύο φύλακες του έδεσαν το σώμα και τα πόδια με δερμάτινους ιμάντες.  Τα γυμνά του χέρια δέθηκαν  σε σανίδες που εξείχαν  από το φορείο, στα δύο πλαϊνά. Ένας γιατρός τοποθέτησε έναν καθετήρα σε μια φλέβα σε καθέναν από τους βραχίονες του.  Μέσω του καθετήρα του διοχέτευσε 10ml διαλύματος ηπαρίνης, ώστε να εμποδιστεί ο σχηματισμός θρόμβων. Στη συνέχεια σύνδεσε μια φιάλη 1.000ml αλατούχου διαλύματος  στα άκρα των καθετήρων και τον  οδήγησαν στο θάλαμο εκτελέσεων.

Ένας δικαστής του απάγγειλε τις κατηγορίες

     -Τζέιμς Άνταμ Λεβί, έχεις καταδικαστεί σε θάνατο για την εν ψυχρώ δολοφονία των

Ντανιέλα Αβραάμ
Ντανιέλα Στίλερ
Ντανιέλα Έβι
Ντανιέλα Στάιν και
Ντανιέλα Εμμανουέλ

     -Έχεις κάποια τελευταία δήλωση μελλοθάνατε;

     -Ντανιέλα Άνταμς Λεβί ετοιμάσου , έρχομαι ! ! ! 







    





    



    
    







Τετάρτη, 16 Απριλίου 2014

ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΕΛΟΙΖ Β'ΜΕΡΟΣ

Αγαπημένε
Το γράμμα σου με βρίσκει καλά στην υγεία και ευτυχισμένη όσο ποτέ. Πρώτον ευτυχισμένη από τη στιγμή που παρέλαβα το γράμμα σου και δεύτερον γιατί διάβασα αυτά που γράφεις. Από τις πρώτες κιόλας λέξεις τα άψυχα γράμματα πήραν τη φωνή σου και μου μίλησαν , γέμισε το δωμάτιο μου από την παρουσία σου, σκίρτησε η καρδιά μου από χαρά και με πλημμύρισαν όμορφα συναισθήματα που δεν χωράνε σ’ ένα χαρτί και αδυνατώ να βρω λόγια να σου τα περιγράψω.
Ναι ! και εγώ αναπολώ με γλυκιά νοσταλγία εκείνη την πρώτη συνάντηση μας στην Πλάκα. Αυτό που δεν σου είχα πει εκείνη τη μέρα αγαπημένε, ήταν το πόσο λυπημένη και απελπισμένη ένοιωθα. Βλέπεις, είχα μόλις χάσει τη δουλειά μου στο νοσοκομείο που δούλευα σαν νοσοκόμα. «Περικοπές» αυτή ήταν η δικαιολογία που μου έδωσε ο προσωπάρχης. Ήταν το τέλος του μήνα και μαζί με τον τελευταίο μισθό πήρα και το χαρτί της απόλυσης μαζί και τον δρόμο της εξόδου.
Μπήκαν λοιπόν στο μετρό, σαν χαμένη, χωρίς προορισμό και κατέβηκα στον σταθμό της Ακρόπολης, ασυναίσθητα. Κοίταξα ψηλά τον Παρθενώνα, ν΄ατενίζει εδώ και τόσους αιώνες αγέρωχος και ένοιωσα πόσο μικρή και ασήμαντη ήταν η δική μου ύπαρξη μπροστά σε αυτό το αθάνατο μνημείο του Ελληνισμού. Κατόπιν, τα βήματα μου και οι σκόρπιες μου σκέψεις με οδήγησαν σ’ εκείνο το καφέ. Άνοιξα την πόρτα και μπήκα. Σε είδα απέναντι μου και τότε όλα απέχτησαν νόημα και αιτιολογία. Γιατί έχασα την δουλειά μου εκείνη τη μέρα, γιατί αντί να πάω όπως συνήθιζα στο σπίτι μου κατέβηκα εκεί, γιατί τα βήματα μου με έφεραν για πρώτη φορά σε αυτό το  καφέ, όλα έγιναν έπρεπε να γίνουν, τη στιγμή που έπρεπε να γίνουν, γιατί ήσουν εσύ εκεί και έπρεπε να είμαι κι εγώ.
Ποτέ δεν ήμουν από τους ανθρώπους που πιστεύουν στο κάρμα και τις συμπαντικές συμπτώσεις, όμως τώρα πια είμαι σίγουρη ότι κάποια ανώτερη δύναμη συνωμότησε ώστε να συναντηθούμε οι δυο μας εκείνη τη μέρα. Σε είδα να κάθεσαι με σκυμμένο κεφάλι, χαμένος στην εφημερίδα σου, στις σκέψεις σου, το καφέ ήταν πλημμυρισμένο με κόσμο που έψαχνε καταφύγιο από τη μπόρα, ο χώρος μύριζε φρεσκοψημένο καφέ, μια καρέκλα ήταν μόνο αδειανή, στο δικό σου τραπέζι, ψήλωσες το κεφάλι, μου χαμογέλασες και μου ένευσες με εκείνα τα ολογάλανα σου μάτια να καθίσω. Και έκατσα, απέναντι σου, δεν ξέρω πόσους καφέδες ήπιαμε ούτε πόσες ώρες κάτσαμε, θυμάμαι μόνο τις κουβέντες μας, λέξη προς λέξη και τις αραδιάζω στο μυαλό μου ξανά και ξανά. Μα πάνω απ’ όλα θυμάμαι τα μάτια σου και τον τρόπο που με κοιτούσαν διεισδύοντας στα τρίσβαθα της ψυχής μου, ξεκλειδώνοντας κάθε κλειδαριά με την οποία είχα για χρόνια καλά κλειδωμένη την καρδιά μου.
Εσύ, ο άγνωστος έγινες πιο γνωστός από ανθρώπους που ήξερα για χρόνια. Εσύ, ο ξένος, έγινες πιο οικείος κι από την οικογένεια μου. Εσύ, ο τυχαίος, έγινες το γραφτό που έμελλε να κεντήσουν οι μοίρες στα όνειρα μου. Εσύ και η ευλογημένη στιγμή που μπήκες στη ζωή μου. Η ζωή αγαπημένε. Κανείς δεν ξέρει τι θα του φέρει η ζωή, όπως δεν ξέρει τι θα του ξημερώσει την επόμενη μέρα. Και η ζωή πάντα φέρνει εκπλήξεις και ανατροπές όπως μια δροσερή μπόρα στο μέσο του καλοκαιριού και μια Αλκυονίδα στις παγωμένες μέρες του Γενάρη. Αυτό ήσουν κι εσύ για μένα, αυτός που έδιωξε το κρύο και την παγωνιά απ’ την καρδιά μου, αυτός που έδιωξε τα σύννεφα από τη σκέψη μου και έλαμψε σαν ήλιος γεμίζοντας με χαρά και αισιοδοξία.
Συγκινήθηκα με τον τρόπο που μου περίγραψες στο γράμμα σου με τον οποίο ασκείς το κατά πολλούς μακάβριο επάγγελμα. Είναι πραγματικά αξιέπαινη η αντιμετώπιση σου, η ανθρωπιά και η ευαισθησία που δείχνεις σε έναν άνθρωπο που βρίσκεται μπροστά σου νεκρός και όμως εσύ τον μεταχειρίζεσαι με τόσο σεβασμό, όσον αξίζει ο οποιοσδήποτε άνθρωπος, φτωχός ή πλούσιος, καλός ή κακός. Είμαι βέβαιη πως δεν κάνεις τυχαία αυτό που κάνεις. Θα μπορούσες κάλλιστα μπαίνοντας στην ιατρική να είχες επιλέξει οποιαδήποτε ειδικότητα, υπάρχουν τόσες πολλές με πολύ περισσότερα λεφτά αλλά και μεγαλύτερη αναγνώριση. Εσύ όμως, δεν επέλεξες κάτι άλλο, επέλεξες να γίνεις ιατροδικαστής, να διενεργείς νεκροψίες και να αντικρίζεις σε καθημερινή βάση το θάνατο.
Χρειάζονται τεράστια ψυχικά αποθέματα για να έρχεσαι κάθε μέρα πρόσωπο με πρόσωπο με τον θάνατο. Οι περισσότεροι τον αποφεύγουν. Είναι όμως και κάποιες φορές που είναι αναπόφευκτος όπως όταν χάνεται κάποιος δικός τους και πρέπει να πάνε στην κηδεία. Ακόμα και τότε όμως, τη στιγμή που περνάς πάνω από το πλημμυρισμένο με στεφάνια φέρετρο και κοιτάς με μάτια δακρυσμένα το άψυχο σώμα, δεν έχεις συνειδητοποιήσει ακόμα ότι αυτός δεν υπάρχει πια, παρακολουθείς απλά τη διαδικασία σαν ένας ακόμα θεατής με μουδιασμένα αισθήματα. Γιατί θάνατος δεν είναι η εικόνα του νεκρού, θάνατος είναι η απουσία του ζωντανού. Και η συνειδητοποίηση έρχεται όταν γίνεται αισθητή η απουσία αυτού που αγαπούσες. Τότε έρχεται και ο θρήνος, επώδυνος και βασανιστικός.
Σκέφτεσαι και αναπολείς όλα όσα έζησες, φορτώνεσαι με ενοχές για όλα όσα έπρεπε να πεις και δεν είπες, όλα όσα έπρεπε να κάνεις και δεν έκανες, αλλά τώρα είναι πια αργά. Ίσως αυτό να είναι ένα μάθημα για τους ανθρώπους που αντιμετωπίζουν τόσο επιφανειακά την παρουσία αυτών που ισχυρίζονται ότι αγαπούν. Γιατί αυτοί που αγαπάμε και μας αγαπούν, καρδιά μου, βρίσκονται κοντά μας σαν δώρο από τη ζωή και αυτό το δώρο πρέπει να το διαφυλάττουμε, να το εκτιμούμε και να το προστατεύουμε.
Η αγάπη, αγαπημένε, είναι ένα ντελικάτο λουλούδι, μια σπάνια ορχιδέα, που θέλει το νερό της, τον ήλιο της μα πάνω απ’ όλα ένα ξεχωριστό μέρος στο δωμάτιο της ψυχής μας με σταθερό περιβάλλον και τη κατάλληλη θερμοκρασία που τα της επιτρέψει να ζήσει και να φυτρώσει τα υπέροχα άνθη της. Έτσι , ντελικάτη είναι η αγάπη, δεν σηκώνει πάρε φέρε, άσκοπες μετακινήσεις και απότομες αλλαγές. Έτσι πρέπει να φερόμαστε σ’ αυτούς που αγαπάμε, να τους προσέχουμε όσο τους έχουμε κοντά μας, να τους δίνουμε την αμέριστη προσοχή μας, ότι πιο θετικό έχουμε μέσα μας. Να τους βοηθάμε να αναπτύσσονται και να ανθίζουν, να γίνονται καλύτεροι άνθρωποι και να γινόμαστε και εμείς μαζί τους.
Γιατί ποιο είναι το πρώτο και δυνατότερο σημάδι της αγάπης αν όχι να σε κάνει να θέλεις να γίνεσαι καλύτερος;  Να σε κάνει να ανθίζεις μέσα κι έξω, να ξυπνάς το πρωί και να έχει η ύπαρξη σου νόημα και σκοπό, να θέλεις να ζήσεις και να ρουφήξεις τη ζωή ως το μεδούλι, να νιώθεις ένας μικρός Θεός που μπορεί να κάνει τα πάντα. Είναι απίστευτο πόσο μεγάλες αλλαγές μπορεί να επιφέρει σε έναν άνθρωπο η αγάπη. Ναι, αγαπημένε, η αγάπη φέρνει τις πιο μεγάλες ανατροπές. Κάνει τον δειλό ατρόμητο, τον ντροπαλό θαρραλέο και αυτόν που δεν είχε φωνή να θέλει τώρα να πει πολλά και να μην τον φτάνουν οι λέξεις.
Φτάνουν όμως οι δικές μου λέξεις ,δε θέλω να σε κουράζω άλλο. Συγχώρα τη φλυαρία μου αλλά επέτρεψε μου να σου πω μόνο μια τελευταία και κράτησε την στην καρδιά σου.

Σ’αγαπώ

Ψυχή και σώμα, παντοτινά δική σου

Ελοίζ



ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΕΛΟΙΖ Α' ΜΕΡΟΣ

Αγαπημένη Ελοίζ
Ελπίζω το γράμμα μου να σε βρίσκει καλά και ευτυχισμένη. Το ίδιο μπορώ να πω και για μένα, από υγεία είμαι πολύ καλά. Όσο από ευτυχία, ναι ! μπορώ να πω με το χέρι στην καρδιά, να ομολογήσω μάλλον, χωρίς καμιά ντροπή και εγωισμό, ότι από τότε που γνωριστήκαμε σε εκείνο το γραφικό καφέ στην Πλάκα, νοιώθω πιο ευτυχισμένος από όσο ένοιωσα ποτέ στη ζωή μου. Η υπέρτατη ευτυχία μου όμως Ελοίζ, θα είναι η στιγμή εκείνη που θα αξιωθώ να σε δω και πάλι μπροστά μου.  Δεν είναι μόνο η ομορφιά σου που με έχει σκλαβώσει, είναι εκείνο σου το βλέμμα, που λέει χίλιες λέξεις χωρίς να μιλά. Τα μάτια σου Ελοίζ, αυτά βλέπω μπροστά μου, είτε ανοιχτά έχω τα δικά μου είτε κλειστά και δεν ξεχωρίζω πια πότε είμαι ξύπνιος και πότε κοιμάμαι γιατί το μόνο που βλέπω συνεχώς μπροστά μου είναι αυτά τα μεγάλα εκφραστικά μάτια σου. Είμαι ευτυχισμένος όμως, σου το ξαναγράφω, γιατί γεννήθηκες και υπάρχεις εσύ, γιατί στάθηκα τόσο τυχερός ώστε να είμαι εκείνο το Χειμωνιάτικο πρωινό, σ΄ εκείνο το συγκεκριμένο καφέ στην Πλάκα, για να σε δω να μπαίνεις και να παίρνει νόημα από εκείνη τη στιγμή και έπειτα η ανούσια ύπαρξη μου. Σ’ ευχαριστώ για εκείνες τις ώρες που μου χάρισες από τη ζωή σου, όπου παρέα ξεκλειδώσαμε τα μυστικά μιας ζωής, που μοιραστήκαμε τις αγωνίες και τους προβληματισμούς μας, με τόση οικειότητα που μόνον δύο άνθρωποι που έχουν ζήσει μιαν ολόκληρη ζωή μαζί νοιώθουν. Και εμείς ζήσαμε μαζί, ξανά, είμαι βέβαιος γι΄αυτό. Ίσως ήμασταν ζευγάρι στην Αγγλία του δέκατου-όγδοου αιώνα και ανταλλάζαμε ερωτικές επιστολές, μέχρι τη στιγμή που θα βρισκόμασταν. Ίσως πάλι να ήμασταν απλά δυο καλαμιές στις ακτές του Νείλου που μεγάλωναν πλάι πλάι και μας έκοψαν μετά, μας έκαναν πάπυρους για να γράφουν επάνω μας οι ιερείς για τους αστερισμούς και τις συναστρίες.  Ζήσαμε πάντως μαζί, η ψυχή μου σε αναγνώρισε από τη στιγμή που άνοιξες την πόρτα και μπήκες στο καφέ, από τη στιγμή που τα μάτια σου αντίκρισαν τα δικά μου και είδα μέσα τους  ν΄αντανακλάται η ψυχή μου. Εσύ ήσουν Ελοίζ, αυτή που πρόσμενα να΄ρθει σ΄όλη μου τη ζωή, η πηγή που αναζητούσε το διψασμένο μου στόμα για να σκύψει και να πιει το αστείρευτο  νερό της αθανασίας. Αθάνατος νοιώθω τώρα πια. Τώρα που σ΄έχω συναντήσει, που ξέρω πως υπάρχεις. Φτάνει που σ΄έχω δει μια φορά, αυτό μου είναι αρκετό για να πω ότι έχω ζήσει. Ο θάνατος Ελοίζ. Όλοι θα πεθάνουμε μια μέρα, αλλά πόσοι μπορούν να πουν με σιγουριά ότι έχουν ζήσει; Κι εγώ που ξυπνάω κάθε πρωί και αντικρίζω το θάνατο μπορώ πια να το πω. Αυτό είναι το επάγγελμα μου βλέπεις. Ξέρω, είναι άχαρο και ψυχρό, κάποιος θα μπορούσε να σκεφτεί ότι για να κάνεις το επάγγελμα μου πρέπει να είσαι το λιγότερο άκαρδος, χωρίς αισθήματα. Μα δεν είναι έτσι τα πράγματα. Έχω και καρδιά και αισθήματα και συνείδηση. Όσο και αν έχω εξοικειωθεί με την όψη του θανάτου, όσο και αν έχω συνηθίσει να αντικρίζω γυμνά μελανιασμένα πτώματα ανοίγοντας τα συρτάρια του νεκροτομείου και πάνω στο μεταλλικό παγωμένο τραπέζι, όταν έρθει η στιγμή να πάρω στα χέρια μου το φάκελο με τα στοιχεία του νεκρού, παύει να είναι ένα άψυχο παγωμένο σώμα. Το  σώμα έχει όνομα, διεύθυνση, ανθρώπους που τον αγαπούν. Λίγες ώρες πριν ανέπνεε, αισθανόταν, ίσως να γελούσε, ίσως να έκλαιε, αλλά σίγουρα δεν είχε γνώση ότι λίγες ώρες αργότερα θα βρισκόταν γυμνό μπροστά μου, ν’ ανοίγω με το χειρουργικό νυστέρι το στέρνο του, να αφαιρώ και να ζυγίζω την καρδιά του που μέχρι πριν λίγο χτυπούσε, ν’ ανοίγω το κεφάλι και να αφαιρώ τον εγκέφαλο που μέχρι πριν λίγο σκεφτόταν. Αλήθεια αναρωτιέμαι, ποιο να ήταν το τελευταίο όνειρο που είχε ονειρευτεί Ελοίζ; Αν κάποτε η επιστήμη προχωρήσει τόσο που να βλέπουμε τις τελευταίες εικόνες που είχαν περάσει από το μυαλό του νεκρού, τι θα βλέπουμε άραγε;
Ξέρεις πολλοί θεωρούν τη νεκροψία ισοδύναμη με ιεροσυλία, βεβήλωση του αποθανόντος, πολλές φορές οι ίδιοι οι συγγενείς αρνούνται με πείσμα να αποδεχτούν ότι πρέπει να γίνει η διαδικασία αυτή. και είναι απαραίτητο να γίνει, όταν δεν διευκρινίζονται τα αίτια θανάτου ή όταν υπάρχει η παραμικρή υποψία για δολοπλοκία. Είναι και αυτοί που περιμένουν αγωνιωδώς την νεκροψία και τα αποτελέσματα της για να πάρουν μια απάντηση, όταν ο αγαπημένος τους έχει φύγει απροσδόκητα και χωρίς προφανές αίτιο. Καταλαβαίνεις λοιπόν τη δική μου θέση και το βάρος της ευθύνης όταν εγώ είμαι αυτός που θα πρέπει να δώσει τις απαντήσεις. Μάλλον αυτός που δίνει τις απαντήσεις είναι ο ίδιος ο νεκρός, εγώ απλά καλούμαι να ψάξω καλά και να δώσω το πόρισμα. Και ένα νεκρό σώμα πάντα μιλά και έχει πολλά να πει, για τη ζωή που έζησε, για τον τρόπο που προκλήθηκε ο θάνατος του, σου μιλά και σου λέει, εδώ είναι το μυστικό κρυμμένο, ψάξε καλά και φανέρωσε το και δώσε μου δικαίωση, να μπορέσω να αναπαυτώ.
Πάντα πριν ξεκινήσω τη διαδικασία διαβάζω όπως σου είπα το φάκελο του, όχι μόνο για να μελετήσω τα απαραίτητα στοιχεία και το ιατρικό ιστορικό αλλά και για να ξέρω το όνομα του. Αυτό το όνομα που του έδωσαν στη γέννηση του, αυτό το όνομα που έχει μετά θάνατον. Υπάρχει ακόμα και μπροστά μου δεν έχω ένα ανώνυμο πτώμα, αλλά ένα Γιάννη, μια Μαρία, έναν Αντρέα, μιαν Ελένη. Και τους σέβομαι, πίστεψε με, σέβομαι τον άνθρωπο που έχω μπροστά μου, αντιμετωπίζω με δέος το θάνατο, γιατί πριν το θάνατο προηγήθηκε η ζωή. διενεργώ τη νεκροψία και προσπαθώ να κάνω το καθήκον μου, αντικειμενικά και όσο πιο σωστά γίνεται, με τα εργαλεία που μου διαθέτει η επιστήμη και οι γνώσεις μου για να βγάλω το σωστό πόρισμα. Ξέρεις οι γιατροί με άλλες ειδικότητες, χειρουργοί, παθολόγοι, μαιευτήρες, έχουν ανταπόδωση για το καλό τους έργο. Ευχαριστήριες κάρτες, ανθοδέσμες , εγκάρδιες χειραψίες και το σημαντικότερο δάκρυα χαράς. Εγώ  αυτά τα δάκρυα χαράς δε θα αξιωθώ ποτέ να τα δω. Το μόνο στο οποίο μπορώ να ευελπιστώ είναι την ώρα που θα έρθουν οι μαυροφορεμένες φιγούρες να παραλάβουν τον αγαπημένο τους για να τον πάνε στην τελευταία του κατοικία, να φύγουν  τουλάχιστον με την ικανοποίηση ότι κάποιος άγνωστος, με άσπρη στολή, σεβάστηκε τον αγαπημένο τους και έκανε ότι καλύτερο μπορούσε για να απαντήσει στα ερωτηματικά τους. Μόνον έτσι μπορώ να αποχωρήσω και εγώ με τη συνείδηση μου ήσυχη, αφήνοντας πίσω το θάνατο και επιστρέφοντας και πάλι στη ζωή. Και η ζωή, ζωή μου, τώρα πια με καλεί και μου φωνάζει με το όνομα σου Ελοίζ. Μόνο να  μπορούσα να τα παρατήσω όλα και να έρθω να σε βρω, για μια ώρα μονάχα, να βυθιστώ στα μάτια σου και να κρατήσω τα ζεστά χέρια σου στα δικά μου. υπάρχουν όμως και τα πρέπει, τα πρέπει τα δικά σου, τα πρέπει τα δικά μου, αυτά που μας επιβάλλει η ζωή και το καθήκον, κρατώντας μας αμείλικτα μακριά από αυτό που πραγματικά θέλουμε. Κι εγώ θέλω εσένα Ελοίζ, σε θέλω όσο τίποτα άλλο ψυχή μου, ψυχή δική μου. Και να ξέρεις σε περιμένω. Περιμένω το γράμμα σου, όπως περιμένει ένα μικρό παιδάκι τον πατέρα το βράδυ να γυρίσει με τα καλούδια, μα περισσότερο περιμένω τη στιγμή που θα σε συναντήσω και θα δω τα μάτια σου.

Ψυχή και σώμα, παντοτινά δικός σου






Κυριακή, 13 Απριλίου 2014

ΤΟ ΑΓΚΑΘΙΝΟ ΣΤΕΦΑΝΙ

Την πρώτη φορά που είχαμε καλεσμένους στο σπίτι, ήταν και η πρώτη φορά που με χτύπησε. Το βράδυ εκείνο είχε καλέσει κάποιους συναδέλφους του με τις συζύγους τους. Κατά τη διάρκεια του δείπνου ένας από αυτούς, με αφέλεια είπε στον άντρα μου πόσο όμορφη με βρίσκει και συνέχισε αστειευόμενος λέγοντας  ότι ήμουν το πιο ωραίο στολίδι όχι μόνο του σπιτιού αλλά και πιο όμορφη από όλες τις άλλες παρευρισκόμενες. Όλοι γέλασαν και συμφώνησαν, ακόμα και οι άλλες γυναίκες έλεγαν πόσο όμορφη με έβρισκαν. Όλοι εκτός από ένα.
Όταν και ο τελευταίος καλεσμένος μπήκε στο αυτοκίνητο του για να φύγει  είδα έναν άντρα μπροστά μου που πρώτη φορά έβλεπα. Ο άντρας μου είχε βγει εκτός ελέγχου, εξαγριώθηκε τόσο πολύ που γυάλισαν τα μάτια του από οργή. Άρχισε να φωνάζει, να με κατηγορεί άδικα για πράγματα που δεν έφταιγα, «φλέρταρα ασύστολα με τους συναδέλφους του, ντύθηκα πολύ προκλητικά, σαν φτηνιάρα πόρνη» και άλλες βρισιές που δεν τολμώ να πω.
Προσπάθησα να υπερασπιστώ τον εαυτό μου, αλλά δεν πρόλαβα να πω πολλά.
Μου πέταξε ένα από τα κρυστάλλινα ποτήρια που έσπασε στο μέτωπο μου (δείχνει ένα σημάδι από κόψιμο στο μέτωπο της)
Όμως δείτε; Το σημάδι σχεδόν δεν φαίνεται. Ο Μιχαλακόπουλος, σαν καλός  γιατρός που είναι μου έκανε το ίδιο βράδυ τις ραφές . Δεν πρέπει να χω παράπονο, πάντα με φρόντιζε ο ίδιος… κάθε φορά που έσπαγε πράγματα πάνω μου.  Με περισσή φροντία κρατούσε το βελόνι και έραβε τα σκισήματα,  κρατούσε  απαλά το βαμβάκι με το ιώδιο και σκούπιζε τα αίματα και πάντα μα πάντα έβαζε πάγο στους μώλωπες μου.  
Έτσι λοιπόν με το μέτωπο φρεσκοραμμένο και ανυπόφορο πονοκέφαλο, βάλθηκα να καθαρίσω την τραπεζαρία, να πλύνω τα πιάτα, να σφουγγαρίσω  την κουζίνα και να καθαρίσω τα αίματα από το πάτωμα. Το αίμα άμα ξεραθεί δεν καθαρίζει εύκολα, πρέπει αμέσως να σφουγγαριστεί με κοχλαστό νερό.  
Ο γιατρός βλέπετε είχε μανία με την καθαριότητα.  Ότι και να συνέβαινε το σπίτι έπρεπε να αστράφτει και να μυρίζει πάντα απολυμαντικό. Δεν ήθελε τίποτα βρώμικο, δύσοσμoνα τον πλησιάζει. Με διέταζε να πλένομαι λίγο πριν σχολάσει γιατί μισούσε την παραμικρή οσμή ιδρώτα.
Α, και ξέχασα και το σημαντικότερο. Ο γιατρός μισούσε το σεξ. Ήταν έλεγε, μια μιαρή πράξη που το μόνο που προσέφερε ήταν ανταλλαγή μικροβίων. Τη μόνη φορά που με πλησίασε ήταν όταν ήθελε να αποκτήσει παιδί. Ένα διάδοχο Μιχαλακόπουλο όπως το περιέγραφε. Μου ζήτησε να καταγράφω τις μέρες της εμμήνου ρύσης μου και υπολόγισε τις μέρες που θα είχα ωορηξία.
Με θερμομετρούσε για μια βδομάδα όταν κατέληξε ότι ήταν η σωστή μέρα. Έκανα μπάνιο, τρεις φορές, και ξάπλωσα. Όταν τελείωσε μου ζήτησε να βάλω τα πόδια ψηλά στο κεφαλάρι του κρεβατιού και να μείνω ακίνητη για μισή ώρα, για να εισχωρήσει το σπέρμα και να γίνει η γονιμοποίηση.
Και ελθέτω η γονιμοποίηση και εγώ ένοιωθα σαν Παναγιά που έμεινε έγκυος με τον κρίνο, αφού κατά τα άλλα παρέμενα αμύητη και άσχετη με το θέμα έρωτας.
Έγκυος, έγκυος όμως. Και μέσα στην παράνοια που ζούσα κατάφερνα και ένοιωθα τόσο ευτυχισμένη.
Τηλεφώνησα στους γονείς μου και στον αδερφό μου, όταν έλειπε ο «δράκος» του κάστρου, εννοείται. Η μάνα μου έκλαιγε από χαρά, το ίδιο και ο πατέρας μου. «θέλουμε να σε δούμε κόρη μου» μου έλεγαν, γιατί δεν έρχεσαι πια απ το σπίτι. Θέλεις να ρθουμε εμείς; αλλά όλο τους έλεγα όχι και ανακάλυπτα κάθε φορά και νέες ηλίθιες δικαιολογίες που τις επαναλάμβανα σαν καλό παπαγαλάκι έτσι ακριβώς όπως μου τις μάθαινε ο γιατρός.
«αποκλείεται να δεχτούμε τώρα επισκέψεις, κυκλοφορεί ο νέος ιός Η1Ν1 και είναι επίφοβο για την εγκυμοσύνη σου»
«δεν γίνεται τώρα, στην κατάσταση σου πρέπει να αποφεύγεις τις έντονες συγκινήσεις»
(ειρωνικά) Ναι, να δω τη μάνα και τον πατέρα μου μετά από μήνες ήταν για το γιατρό «έντονες συγκινήσεις» που έπρεπε να αποφεύγονται. Για τον αδερφό μου ούτε λόγος , τον μισουσε θανάσιμα και δεν το έκρυβε έτσι και εγώ ούτε καν μπήκα στον κόπο να αναφερθώ στο θέμα.
Γύρω στον έκτο μήνα και μπουκτισμένη από τη μοναξιά μου του ζήτησα να μου αγοράσει ένα καναρινάκι. Μετά από μια βδομάδα δικής μου μουρμούρας επιτέλους το έφερε, με την προυπόθεση να το έχω έξω, γιατί μισούσε να βλέπει τα φτερά και τα σποράκια στο πάτωμα. Επιπλέον μισούσε το χωρίς ωράριο τιτίβισμα των πουλιών. Εγώ όμως τώρα είχα τρεις λόγους για να’ ευτυχισμένη. Τα παιδάκια που περίμενα να ρθουν στον κόσμο και το καναρινάκι μου.
Από την μέρα που έμεινα έγκυος, ο γιατρός δε με ξαναχτύπησε και όταν πια μάθαμε ότι κυοφορούσα δίδυμα μου φάνηκε ανεπαίσθητα ότι με πρόσεχε λίγο παραπάνω. Μετρούσε κάθε μέρα την πίεση μου και μια φορά το μήνα έπαιρνε δείγμα από αίμα στο χημείο για να γίνονται όλες οι απαραίτητες αναλύσεις. Επίσης φρόντιζε να ακολουθώ κατά γράμμα το διαιτολόγιο που ο ίδιος μου συνέταξε και περιείχε φρέσκα φρούτα και γάλα.  Ήθελε να είναι σίγουρος ότι τα έμβρυα θα ήταν αρτιμελή και υγιή.
Και δόξα σοι ο Θεός, όλα πήγαιναν καλά. Μέχρι που κάποιες στιγμές ξεχνιόμουν και νόμιζα ότι όλα τα γυαλικά, μπουνιές και κλωτσιές που δέχτηκα στο πρόσφατο παρελθόν ήταν ένα άσχημο επαναλαμβανόμενο όνειρο.
Η ρουτίνα δεν άλλαζε ποτέ. Στις εννέα κατέφθανε συνήθως ο γιατρός. Οκτώ και τριάντα μου τηλεφωνούσε για μια μονολεκτική δήλωση.  «Ξεκινώ»
Εννοείται ότι έπρεπε να κάνω αμέσως ντους, είπαμε, ο γιατρός μισούσε τη μυρωδιά του ιδρώτα και εγώ τώρα πια ίδρωνα σαν γουρούνα. Κι έτσι, πλενόμουν, τριβόμουν με μανία παντού, να’ μαι έτοιμη και αποστειρωμένη.
Όταν έβγαινα απ’ την μπανιέρα με τα νερά ακόμα να στάζουν και   κοιταζόμουν στον καθρέφτη, αντίκριζα ένα αποκρουστικό θέαμα. Μια τεράστια οργωμένη από ραγάδες κοιλιά και τέσσερα άκρα σακατεμένα, πόδια χέρια κομμένα και ραμμένα. Μια μπαλωμένη κούκλα με τυμπανισμό.  

Πέμπτη, 3 Απριλίου 2014

ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ

όσο κι αν προσπαθούν να σκοτώσουν μέσα μας την αγάπη
αυτή ζει μέσα στην καρδιά μας, και όσο χτυπά η καρδιά μας θα ζει
μην τα βάλεις κάτω ποτέ ......μην εγκαταλείψεις την αγάπη ποτέ
έστω και αν αυτό που αγαπάς είναι μια ιδέα, ένα άπιαστο όνειρο ή μια ανάμνηση μιας προηγούμενης ζωής , να αγαπάς όπως αγαπάς, χωρίς εκπτώσεις και περικοπές, χωρίς όρια και συμφωνίες, κι ας στραπαστάρεσαι κι ας γελοιοποιείσαι κι ας γίνεσαι κουρέλι, η αγάπη θέλει αίμα και δάκρυ,
Η αγάπη δεν είναι παιχνίδι που θα μάθεις να το παίζεις σωστά,
αγάπη είναι να παίζεις για να χάσεις !
να πηγαίνεις στο πεδίο της μάχης χωρίς ασπίδες και όπλα για να νικηθείς ! 

ΜΣ