14 μάη, σπίτι , στο ροζ δωμάτιο, στο κρεβάτι μου, με τα μάτια κλαμένα. Λείπεις
μου
Έτσι είναι, τον πόνο θα τον τραβήσεις, ακόμα και αν ξέρεις ότι δεν υπάρχει
σωτηρία, ότι υπάρχει αυτό που λέμε αξεπέραστη διαφορά, ακόμα κι αν βγήκες μόνο μερικές
φορές με κάποιον, ακόμα και αν ήταν λίγες οι στιγμές που μοιράστηκες μαζί του,
ακόμα και αν ήταν μόνο η αρχή, τον πόνο θα τον τραβήξεις. Κάποιο άρθρο γράφει
ότι ίσως να πονάει λίγο περισσότερο όταν χωρίζεις και είναι ακόμα η αρχή, γιατί
είναι όλες εκείνες οι ορμόνες στα χάι τους, γιατί είναι το στάδιο που συνδέεσαι
με κάποιον και ο οργανισμός παράγει οξυτοκίνη και δεν ξέρω τι άλλο. Το μόνο που
ξέρω είναι ότι είσαι ξεροκέφαλος, ότι δεν υπάρχει επιστροφή και ότι θα κλάψω
απόψε και ίσως λίγες νύχτες ακόμα.
Θα λέω στον εαυτό μου ότι κάθε εμπόδιο για καλό, θα το λέω μπας και το
πιστέψω και θα περιμένω εκείνο το καλό να έρθει μια μέρα. Σήμερα όμως μου
λείπεις. Είπα ότι θα επιτρέψω στον εαυτό μου να νιώσει ότι γεννιέται μέσα μου,
και σήμερα νιώθω λύπω, μια πίκρα και έναν πόνο απερίγραπτο που έχει τόσες μέρες
να σε δω, να σε ακούσω, να σε αγγίξω. Είναι μια παράξενη συνθήκη, όταν αναγκάζεσαι
να βγάλεις από την ζωή σου έναν άνθρωπο για ένα χαραχτηριστικό της
προσωπικότητας του με το οποίο δεν μπορείς να συμβιβαστείς, αλλά έχεις ήδη καταγράψει
μέσα σου άλλα τόσα κομμάτια από τον άνθρωπο αυτό, τι τα κάνεις όλα αυτά, αυτά
σου άρεσαν, τα εναγκάλισες, σου πρόσφεραν χαρά και ηδονή. Παράξενα όντα οι
άνθρωποι, να σου δίνουν ηδονή και χαρά, γέλιο και κλάμα, να νιώθεις ακουμπώντας
δίπλα σ αυτό το σώμα ότι βρήκες ένα σπίτι, μια πατρίδα και μόλις φύγει από
δίπλα σου, να είναι ένας ξένος εκείνος για σένα και μια ξένη εσύ για εκείνον.
Τι να τα κάνω τα κομμάτια σου που αγάπησα, τα κάνω πολύτιμους λίθους, να τα
κάνω μαργαριτάρια, να τα κάνω κολιέ. Καρφώνονται μέσα μου όσα μοιραστήκαμε αλέθονται
στην μνήμη μου και γίνονται αλμύρα και δάκρυα. Κοίτα πόσες φωτογραφίες μας
έβγαλα, δεν χρειαζόταν κάμερα, ήταν μια άλλη κάμερα αναμμένη, εκείνη που καταγράφει
τις πολύτιμες στιγμές. Η στιγμή όταν στέκομαι έξω από την πόρτα σου, στο πάτωμα
σπασμένα ρόδια δεξιά και αριστερά, χτυπώ το κουδούνι και ανοίγεις. Μπαίνω μέσα
και με φιλάς. Κάθομαι στο ψηλό σκαμπώ ακουμπώντας στον πάγκο της κουζίνας και
εσύ κάθεσαι μπροστά στο παράθυρο, εκείνο που είναι ακριβώς απέναντι από την
πόρτα, θέλεις να καπνίζεις και να βγαίνει ο καπνός έξω, θέλεις και εμένα να κάθομαι
εκεί και να μου μιλάς. Κάνεις το τσάι
σου και βγαίνεις έξω, κάθεσαι στην βεράντα, είναι οι βασιλικοί σου, είναι η
λεμονιά στην γλάστρα, είναι τα τσιγάρα, είναι το γυάλινο ποτήρι με το τσάι
κάθεσαι στην καρέκλα και εγώ έρχομαι και σε φιλώ στον λαιμό. Κάθεσαι έξω, εγώ
κάθομαι στον καναπέ μέσα, γράφω ένα ποίημα στο μικρό σου σημειωματάριο, σου ζωγραφίζω
ένα νησι, μια βάρκα, μια φοινικιά και γλάρους στον ορίζοντα και το αφήνω εκεί
στο τραπεζάκι.
Είμαι στο γραφείο και μου στέλνεις μήνυμα. Πέρασε από εδώ όταν σχολάσεις,
μου έλειψε η μυρωδιά σου. Έχει τρεις μέρες να βρεθούμε, έχει μια ολόκληρη
βδομάδα να κάνουμε έρωτα. Έρχομαι στο σπίτι, θέλω να κάνω μπάνιο σου λέω, είναι
η πετσέτα σου εκεί, η πετσέτα μου, στο γκρίζο χρώμα. Έμαθες πια, δεν βουτάς
μέσα όταν κάνω μπάνιο, με αφήνεις στην ησυχία μου και ξέρεις ότι θέλω να κλείνω
την πόρτα. Μετά το μπάνιο φοράω την λευκή σατέν ρόμπα μου, αυτή τώρα πλέον
είναι μόνιμα στο σπίτι σου, και ξαπλώνω στο κρεβάτι σου. Κάνεις ντους και η
καρδιά μου καλπάζει άγρια όταν πλησιάζει η ώρα που θα έρθεις κοντά μου. Σ αγαπώ
όταν κάνουμε έρωτα, είναι μια αγάπη βαθιά και απερίγραπτη, όσο βαθιά μπαίνει
μέσα μου το κοίταγμα σου, όσο βαθιά μπαίνει μέσα μου το σώμα σου. Πρώτη φορά το
ομολογώ, πρώτη φορά το νιώθω τόσο, τα μάτια σου, αγαπώ τον τρόπο που με κοιτούν
όταν κάνουμε έρωτα. Είναι μια στιγμή
αυτή, από τις πιο σημαντικές στιγμές που ζήσαμε, και χαλάλι ο πόνος που νιώθω, χαλάλι,
είναι γλυκός ο πόνος του έρωτα, σχεδόν τόσο γλυκός όσο και όταν ενώνεσαι με
έναν άνθρωπο. Ήταν απόλυτος, υπέροχος ο τρόπος και η ένταση στον τρόπο που
ενώνονταν τα σώματα μας. Χωρίς βία, χωρίς βιασύνη, τόσο αργά, τόσο γινόμασταν
ένα.
Ήρθε να μου μιλήσεις, ενώ ήμουν ξαπλωμένη στο κρεβάτι σου. Να μου πεις ότι
δεν θέλεις να πάμε πολύ βαθιά. Και σου λέω, κανένας δεν μπορεί να ελέγξει πόσο
βαθιά θα πάει. Τι θα νιώσει, πόσο θα συνδεθεί με κάποιον, πόσο θα ερωτευτεί, θα
αγαπήσει, πόσο θα πονέσει όταν ο άλλος φύγει. Είναι ένα ρίσκο που παίρνουμε σου
λέω, δεν γίνεται διαφορετικά. Και μετά μου είπες, το ξέρεις ότι σε θέλω, σε
θέλω, το ξέρεις ότι σε θέλω, και σε λίγα δευτερόλεπτά ήσουν και πάλι από πάνω
μου και μέσα μου, να μου κάνεις έρωτα και να με ρωτάς αν είμαι η γυναίκα σου
και το μωρό σου και ξεχνούσες τι έλεγες πριν λίγο. Εγώ σου απαντούσα όχι δεν
είμαι, δεν είμαι, όχι, όχι, όχι, έτσι για να σου την σπάσω. Είναι λίγο παράξενο
να ξαπλώνω ανάσκελα στο κρεβάτι και να μην βλέπω το σώμα σου από πάνω μου, και
τα μάτια σου να με κοιτάνε στο μισοσκόταδο. Λείπεις, μου λείπεις πολύ.
Να μην πας βαθιά λοιπόν. Να το προσπαθήσεις όσο μπορείς, Εγώ δεν μπορώ να
μην πάω, όταν νιώθω τα κύτταρα μου να ενώνονται με τα κύτταρα ενός άλλου
σώματος, δεν μπορώ να μην ενώνομαι, να μην συνδέομαι, να μην γίνομαι ένα. Το λατρεύω,
το γουστάρω, είναι ότι πιο υπέροχο μπορεί να βιώσει κάποιος, να βρίσκεις τρύπες
και να μπαίνεις μέσα στον άλλο, με τα κοιτάγματα, με τα λόγια, να τρυπάς τον εγκέφαλο
του και να χάνεσαι μαζί του. Έτσι το ζήσαμε, βαθιά, βαθύτατα, μόνο που ίσως για
σένα ήταν μόνο σεξ, και για μένα κάτι άλλο, δεν ξέρω ίσως, δεν με νοιάζει, εγώ
με εσένα το έζησα και ήταν ένα αποτέλεσμα που παράχθηκε από κοινού. Ήσουν εκεί,
μου το πρόσφερες, μου το χάρισες, μου το έδωσες ξανά και ξανά.
Τέλειωσαν τα δάκρυα για απόψε, νιώθω ότι θέλω να σε χαιδέψω τρυφερά και να
σου πω λόγια αγάπης, κι ας με πλήγωσε τόσο ο χαραχτήρας σου, κι ας υπάρχει ένα
αξεπέραστο τοίχος ανάμεσα μας, κάπου ανάμεσα στα τείχη βρίσκει ένα δρόμο η
αγάπη και θα στείλω το πνεύμα μου απόψε να έρθει να ξαπλώσει δίπλα σου, όπως
εκείνο το Σάββατο απόγευμα που κοιμόσουν στο δεξί σου πλευρό και εγώ
ακουμπημένο δίπλα σου σου χάιδευα το σώμα για ώρα και όταν πήγα να σταματήσω,
μου είπες, μη, μη σταματάς, θέλω το χέρι σου.
Ήθελες το χέρι μου, ήθελες τα χάδια μου, ήθελες να μην φεύγω από δίπλα
σου όταν κοιμάσαι, να είμαι εκεί , να νιώθεις ένα σώμα δίπλα σου, να είμαι
εκεί, κι ας κοιμόσουν διαγώνια και δεν μου άφηνες χώρο, κι ας ροχάλιζες τόσο δυνατά
που δεν τα κατάφερα δίπλα σου ούτε μια φορά να κλείσω μάτι. Με ήθελες εκεί. Θα έρθω
λοιπόν απόψε, νοερά, έτσι σαν αερικό, να ξαπλώσω δίπλα σου, να σε χαιδέψω, στο σώμα, στα μαλιά, να ακουμπήσω απαλά το
σώμα μου στο δικό σου, να πάρω λίγη από την αθώα σου ψυχή την ώρα που κοιμάται
και κοιμούνται όλα μέσα μας, και οι εγωισμοί και οι όροι και οι κανόνες, και
μένει μόνο η καθαρή μας ενέργεια. Θα έρθω αγάπη μου, κι ας μην έρθω ποτέ ξανά,
κι ας μην είμαστε ποτέ μαζί, κι ας ήταν τούτη η ιστορία χαμένο χαρτί από την
αρχή, κι ας τα έχουμε ξεχάσει όλα σε έναν χρόνο από σήμερα. Απόψε σ αγαπώ,
απόψε μου λείπεις, απόψε θα έρθω να σε δω πριν κοιμηθώ, ίσως το νιώσεις, ίσως πάλι είσαι πολύ κουρασμένος και κοιμάσαι πολύ βαθιά

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου