Πέμπτη 30 Απριλίου 2026

Άγιος Έρωτας

 Και εκεί που ήμουν, τώρα πώς να την αποκαλέσω, χειρότερη, αθλιότερη, φάση της ζωής μου, κάτι άλλαξε. Μου έφταιγαν όλα, οι ορμόνες, η προ εμμηνόπαυση, η λίμπιντο  μου ήταν στο 1%, έτρωγα όπως το γουρούνι, δεν με ένοιαζε για το βάρος μου, για την υγεία μου, η διάθεση μου ήταν χάλια, η ενέργεια μου χάλια, και η ψυχολογία μου χάλια.

Και μετά κάτι άλλαξε. Χτύπησε το παράθυρο στην αρχή, εγώ δεν πήρα είδηση, μετά βροντούσε την πόρτα, εγώ, τίποτα, φορούσα ακουστικά και, μετά πήρε φόρα και έριξε την πόρτα κάτω. 

Ώπα λέω μεγάλε ποιος είσαι και έρχεσαι απρόσκλητος;

Ο έρωτας μου λέει και δεν θα σου δώσω και λογαριασμό.  Με χρειάζεσαι, σήκω, θα σε φτιάξω.

Σηκώθηκα λοιπόν, τι να κάνω, είναι τσαχπίνης και δεν παίρνει από όχι. Ο έρωτας είναι ένα παράξενο ον, ποτέ δε ρωτάει και αν το παίζεις δύσκολη και χίλια όχι να πεις και να επιμένεις, άμα είναι να σε αρπάξει θα σε αρπάξει. Από την μέση, από τους ώμους, από το μαλλί, τελοσπάντων θα σε αρπάξει και θα σε πάρει μαζί του. Το σεξ, ναι, θέλει συναίνεση, ο έρωτας, όμως δεν ρωτά, έρχεται, μπαίνει, στρογγυλοκάθεται και καταγράφει σε ένα ντοσιέ της καθημερινές αλλαγές σου.  Μμ, ανησυχία, άγχος, αγωνία, συγκίνηση, άγγιγμα, το μαλλί γυαλίζει, τα μάτια γίνονται σαν λίμνες, το σώμα, το σώμα λοιπόν αλλάζει, έχω ακούσει για εκείνους που κόβουν το φαί όταν χωρίζουν, εγώ το κόβω όταν αρχίζω να ερωτεύομαι, δεν πεινώ πια, είμαι χορτάτη από άλλες αισθήσεις. Δεν έχω την ανάγκη να γεμίσω με τοξικές θερμίδες την άδεια ύπαρξη μου. Είμαι γεμάτη, καταλαβαίνεις, γεμάτη! Μπαίνει το αίμα στο κανάλι του, οι ορμόνες ανάβουν σαν τα παιχνίδια ενός λούνα παρκ που είναι όλα στην θέση τους, που ήταν χρόνια κλειστό και τώρα ανοίγει, και είναι όλα στην θέση τους, και οι πάγκοι γεμάτοι από λούτρινα, και ο πλανώδιος πωλητής με το μαλλί της γριάς, και τα παιχνίδια φρεσκομπογιατισμένα, τα μπαλόνια φουσκωμένα και ο κόσμος περιμένει με ανυπομονησία στην είσοδο να μπει και να τα γυρίσει όλα. Έτσι μας τα ανάβει όλα από την αρχή ο έρωτας και γινόμαστε και πάλι λειτουργίσιμοι.

 Και δεν λέω ότι είσαι χαρούμενος όλη μέρα, αντιθέτως, πάνω σε εκείνο το τρενάκι είσαι, ξέρεις εκείνο το rollercoaster που μόνο οι πολύ ριψοκίνδυνοι βγαίνουν πάνω. Εκεί πάνω είσαι, και πιάνει την ανηφόρα και η καρδιά σου πάει να σπάσει από αγωνία, και μετά βουτάει στο κενό και σκέφτεσαι ότι τώρα, θα ξεκουμπωθεί η ζώνη ασφαλείας σου και θα ξεχυθείς στο κενό.  Αυτή είναι η διαδρομή του έρωτα, ενώ μέχρι προ λίγου ήσουν μέσα στην βαρκούλα και κυλούσες αμέριμνα σε ένα ήσυχο ποταμάκι και δεν είχες έγνοια καμιά. Α ρε μπαγάσα, πώς με έπεισες και βγήκα εδώ πάνω, και τρομάζω και θα μου φύγει η ψυχή. Κράτα γερά, λέει εκείνος καθισμένος από δίπλα και γελά. Βγήκες τώρα, το τρενάκι δεν σταματά.

Από όλους τους Θεούς ο μεγαλύτερος θα έπρεπε να είναι ο Έρωτας γιατί είναι ο μόνος που μας ανασταίνει και μας βγάζει από τα τάρταρα, από την κατάθλιψη και δεν ξέρω από ποια άλλη τρύπα ήμασταν βυθισμένοι. Είναι μετάγγιση αίματος, όρεξης για ζωή, είναι σαν να πίνεις πολυβιταμίνες και μαγνήσιο μαζί, σαν να άκουσες τα καλύτερα νέα του κόσμου, σαν να νιώθεις, ότι αξίζει και πάλι η ζωή σου και δεν είναι μια απλή αστική υποχρέωση. Δεν ξέρω πόσο θα κάτσει, αλλά απολαμβάνω την χαρά του και τον πόνο του και πίστεψε με τα νιώθω όλα τόσο έντονα, και ταυτόχρονα, και είναι και τα δύο ηδονικά, τόσο που απολαμβάνω και τις στιγμές της αγωνίας μου, της ζήλειας μου. Τα απολαμβάνω γιατί είναι δικός μου, δικός μου καταλαβαίνεις, δικός μου ο πόνος, δική μου και η στιγμή και η χαρά, δεν κάθομαι και να μαραζώνω για τα άσχημα νέα που έρχονται μέσα από την οθόνη, δεν ανησυχώ γιατί πάει κατά διαόλου η ανθρωπότητα, δεν ασχολούμαι με τις ειδήσεις, δεν με νοιάζει, είμαι αδιάφορη και εγωίστρια και θέλω να ζω στον μικρόκοσμο μου. 

Εγώ, εσύ και το σύμπαν μας. Και ας φύγεις, ας χαθείς, δεν με νοιάζει, φτάνει που με θύμισες τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος φυσιολογικός, με πόθο, με πάθος, με ανάγκες, με οργασμούς, με κρατήματα απαλά, με χάδια τρυφερά, με ανάσες στο σβέρκο, με ατέλειωτα κοιτάγματα στα μάτια. Φτάνει με μου θύμισες ότι υπήρχε το σώμα μου και ήταν ακόμα ζωντανό, που τόσο βιάστηκα να το θάψω.  Αυτός μάλιστα, μας φέρνει την Άνοιξη μιας πιάνει από το χέρι σαν την Περσεφόνη και μας βγάζει από τον Άδη. 

Άγιος Ερωτας



 

 

 

 

 

Τετάρτη 29 Απριλίου 2026

η Ακτή

 Δεν θέλω να απομακρυνθώ από αυτήν την ακτή. Δεν θέλω ούτε εσύ να φύγεις. Θέλω να κάτσουμε δίπλα ο ένας στον άλλο, να ακούμε την ίδια μουσική, να πίνουμε από το ίδιο τσάι, να βλέπουμε τα ίδια κύματα και να αναπνέουμε τον ίδιο αέρα. Με τα λόγια, με τα λόγια δεν τα πάω και τόσο καλά, αλλά με το κενό, με αυτό τα καταφέρνω πάντα. Με το κενό, την σιωπή, όταν δεν έχουμε κάτι καινούριο να πούμε. Θέλω να σε βλέπω, κι ας μη μου μιλάς. Να σκύβω προς το μέρος σου και να σε μυρίζομαι, να ζηλεύω γιατί σε καταπίνει πάλι μια πολύ προσωπική μελαγχολία. Θέλω να μπορούσα να σου εξηγήσω την αλήθεια, μα πάλι πήγαν και ξηλώθηκαν οι λεξεις, τις κατάπιε πάλι εκείνη η λαίμαργη θολούρα, και πες μου πώς να περιγράψεις με είκοσι τέσσερα γράμματα, ένα παρελθόν που σε καταπίνει. Είναι παράξενη η μέρα, η μέρα που έρχεται ένας νέος άνθρωπος στη ζωή σου και σε πλημμυρίζει ξανά από την αρχή όλη εκείνη η ελπίδα, και όλα αλλάζουν, επιστρέφει το χρώμα στα μάγουλα σου και σταματά η ζωή σου να είναι σαν ασπρόμαυρη ταινία. Άσε τις λέξεις, δεν έχω ούτε εγώ άλλες πια να πω, ούτε να τις συντάξω, ούτε να τις προφέρω, ούτε να τις αναμασήσω. Μεταξύ μας, είναι μέρες και στιγμές που τις σιχαίνομαι. ‘Ασε τις λέξεις, για τους λόγιους, τους φιλοσόφους και τους πολιτικούς. Σε μένα δώσε μου μόνο το χρώμα σου. Είναι παράξενη η μέρα, η μέρα που έρχεται η αγάπη, είναι σαν παιδί που σου το αρπάζουν μέσα από τα σπλάχνα, και εσύ το ήθελες να είναι πάντα μέσα σου. Γιατί ξέρεις πώς άμα το γεννήσεις, θα μεγαλώσει, θα φύγει, θα γίνει άνθρωπος μεγάλος και εκείνο το παιδί δεν θα υπάρχει πια, θα ψάχνεις κάτι παλιές φωτογραφίες να θυμηθείς πώς έμοιαζε. Είναι παράξενη η μέρα που έρχεται η αγάπη, είναι γεμάτη χαρά και πείνα και λαχτάρα να τα ξανακάνεις πάλι όλα, να τα ξαναζήσεις πάλι όλα, να τα ξαναδώσεις πάλι όλα και γίνεσαι ηφαίστειο, και τρέχει από τις οπές η λάβα σου, ο ιδρώτας, το σάλιο, το δάκρυ σου και είναι ένας άνθρωπος που σε αρπάζει από το χέρι και σε τραβάει, έλα, έλα, έλα να παίξουμε, να τρέξουμε, να γίνουμε παιδιά. Και εσύ βάζεις φορέματα και καπέλο ψάθινο και είσαι και πάλι εκείνη η παιδούλα, εκείνη που ξέχασες πώς υπήρχε, εκείνη που ήταν πάντα εκεί κρυμμένη, ήσυχη, να μην σε ενοχλεί κάνοντας φασαρία. Πες μου μόνο, πώς τα κατάφερες και με συνοπτικές διαδικασίες την απόδιωξες πάλι; Πώς γίνεται να μην χαρούμε ποτέ μας ένα ολόκληρο απόγευμα, πώς μαζεύονται με μιας τα σύννεφα, πώς σκοτεινιάζει ο ουρανός, πώς μας πνίγει χωρίς προειδοποίηση αυτή η τρικυμία; Ένα απόγευμα ήθελα όλο κι όλο, εγώ και εσύ να κάτσουμε ο ένας δίπλα στον άλλο, να ακούμε την ίδια μουσική, να πίνουμε από το ίδιο τσάι, να βλέπουμε τα ίδια κύματα και να αναπνέουμε τον ίδιο αέρα.

Έχω νυστάξει, τα μάτια μου κλείνουν, είναι ο ύπνος ένα γαλάζιο καταφύγιο, γερμένη πάνω στις πέτρες θα τον αφήσω να με πάρει γλυκά, θα ανοίγω τα μάτια μου να κοιτάζω λίγο τον ουρανό και θα τα ξανακλείνω. Είναι πικρή η αλήθεια αγάπη μου, πως δεν μάθαμε ακόμα να αγαπούμε, μια κατανόηση ή συμπαράσταση δείχνουμε μόνο αν μας δείξει ο άλλος μια πληγή που μοιάζει λίγο με την δική μας, αν μας περιγράφει έναν πόνο που τον νιώσαμε και εμείς, αν μας τάξει ένα μέλλον που το ονειρευτήκαμε ήδη, πριν έρθει εκείνος. Το λέμε αγάπη, αν ταιριάζουν τα κουτάκια μας, στις διαστάσεις και στο βάθος, αν μου δίνεις κι αν σου δίνω, και είναι αυτή μια δίκαιη συναλλαγή. Και εγώ δεν ξέρω να αγαπήσω, παρά μόνο να είμαι υπομονετική, χαμογελαστή, και να αντέχω στωικά ότι με πληγώνει.
Παρόλα αυτά δεν θέλω να απομακρυνθώ από αυτήν την ακτή. Είναι οι πέτρες μου, είναι οι βράχοι μου, είναι τα αγριόχορτα μου, είναι εκείνη η όμορφη σιωπή, τόσες μέρες περίμενα να στην δείξω, πόσο όμορφη είναι η απέραντη σιωπή.
Δεν θέλω να απομακρυνθώ, ούτε κι εσύ ….

Πέμπτη 23 Απριλίου 2026

my hunter

When you touch me again, lower the sun, put out the moon and burn me a candlelight.

I'm afraid of loud sounds and I'm scared of lightning and I haven't learned to forgive yet. When you touch me, hold me like a fallen angel whose wings are broken, forgive me for I have sinned, forgive me for I have lost my path. Like an animal that the hunter just mortally wounded with his blade, you whisper in my ear thank you for giving you my life, and then you eat my bloody heart while it is still beating, so that my strength may become yours.
In the circle of life There were many deaths, but the resurrection was always one.
The water becomes a furrow and the blood is poured into the ditch, and from the blood the poppies take their bright red color, and from their songs the mountains rise higher, creating ravines that will hide the rebels and secret lovers.
My hunter is a rebel, a lover and a thief
hides my naked body in the middle of a ravine
the sun rays will never touch my naked skin
the eagles on the mountain tops will never hear my scream
He hides me from the world
never shares my flesh with other members of his tribe
and there alone, lights his fire every night
consumes me bite after bite
And I, will resurrect again next morning, singing lullabies and give him kisses, while he is still asleep with my taste in his mouth. I leave him and run again and hide behind the trees, my heartbeat raising, for I know when he wakes up, he will come to hunt for me again. When you kil me again, sharpen your blade, and a night with full moon sacrifice me to your Gods, so that they will be content and punish us no more with this endless circle of life. My little prince, my wicked thief, my heartless hunter.

My soul, my soul, how much pain do you feel when you mix blood with desire, my heart, my life, I wish I could tell you that love you, but I keep it a secret from us both.hen you touch me again, lower the sun, put out the moon and burn me a candlelight.
I'm afraid of loud sounds and I'm scared of lightning and I haven't learned to forgive yet. When you touch me, hold me like a fallen angel whose wings are broken, forgive me for I have sinned, forgive me for I have lost my path. Like an animal that the hunter just mortally wounded with his blade, you whisper in my ear thank you for giving you my life, and then you eat my bloody heart while it is still beating, so that my strength may become yours. In the circle of life There were many deaths, but the resurrection was always one. The water becomes a furrow and the blood is poured into the ditch, and from the blood the poppies take their bright red color, and from their songs the mountains rise higher, creating ravines that will hide the rebels and secret lovers. My hunter is a rebel, a lover and a thief hides my naked body in the middle of a ravine the sun rays will never touch my naked skin the eagles on the mountain tops will never hear my scream He hides me from the world never shares my flesh with other members of his tribe and there alone, lights his fire every night consumes me bite after bite And I, will resurrect again next morning, singing lullabies and give him kisses, while he is still asleep with my taste in his mouth. I leave him and run again and hide behind the trees, my heartbeat raising, for I know when he wakes up, he will come to hunt for me again. When you kil me again, sharpen your blade, and a night with full moon sacrifice me to your Gods, so that they will be content and punish us no more with this endless circle of life. My little prince, my wicked thief, my heartle ss hunter. My soul, my soul, how much pain do you feel when you mix blood with desire, my heart, my life, I wish I could tell you that love you, but I keep it a secret from us both.

Tars * Fear *

 Tars ** Fear

In my home, in my bedroom, in my bed, one in the morning, listening to a Persian singer, the same song for the tenth time. The title is Tars, it means fear. I feel him, I have felt him for days now, even when I said my first no. it’s the cellular change that’s happens when someone starts thinking of you. Let me not speak with words describing emotions, but describing cellular changes, changes in the energetic field around us, when two minds start thinking of each other, attracting each other in the quantum field. This energy comes back and invades your body, and my body has been invaded long before your words were written. I feel you before you speak, before you put down your thoughts into letters and make out of them words and sentences. It is always a risk to describe your truth, but the letters are never enough to make the words we. need to describe feelings. It is like attempting to put the water of the ocean into little silver spoons. I never know why it happens I just sit there and observe the changes, watch my breath changing, my heart beating differently, my dry human existence become full of liquid again, like a sweet fresh fruit. I thought, I really believed, I was already dead, I was already a dry desert, gave up all hope that it will rain ever again, and I made big declarations that I will never care about love any more, I am not a woman anymore, I am switched off entirely and it is ok this way, it is more safe, you don’t fear to feel any pain, if you are already dead.
And then, he came. And I said go away, and he agreed, he fave me back my silence, but a silence so loud I could still hear him. I said to him no, and he turned me no into maybe, maybe this one time, I will out out of my cave. I told to him don’t send me your words, and he agreed, and he send me songs instead. I told him, don’t send me your words, and he agreed, but send me flowers and birds knocking on my window. I told him don’t talk about love and he crawled into my bed and whispered fairytales in my ear. One by one he touched my cells and woke me, and now my eyes are wet, and my dead feels dizzy like there was a sweet drug slowly injected in my veins, and the bombs have silenced, and the world’s wars are distant, and my problems and fears are forgotten, there is only a faraway music in my head, and I sing when I wash the dishes, and I get lost when I watch the sea, and I speak to him , and write him a thousand poems in one afternoon but never found one right word to describe his eyes, my lips are drying at midnight but the water is tasteless, I am thirsty for the taste of sweat and salt, and I never want to see him, ever, I want to pause in this perfect moment of all the lust and passion and desire he awakend inside me, without ever touching me. He never had to, I feel him, from miles away, I can hear the music, I can smell the smoke and taste his tears. He gave me a piece of his soul, and brought back all the colors in life, like a blood donor, who’s blood will save some stranger’s life one day, he revived me. As from today, In my garden there is a tree named love.
the diaries

09 2023

 Δεν έχει τη μυρωδιά του θανάτου αυτή η απώλεια

Δεν έχει θρήνο ούτε αποχαιρετισμό
Δεν ξημερώνει αλλά δεν είναι ούτε μεσάνυχτα
Δεν έχει πόνο ούτε δάκρυ ούτε κάτι συνταρακτικό
Ήταν ο θρόνος μου μια στοίβα από χαρτόκουτα
Ήταν το παλάτι μου ένα σανίδι με καρφιά
έσβησαν οι φωτιές του μεσοκαλόκαιρου
και η ιέρεια ξυρίζει το κεφάλι
ο δράκος, ο βασιλιάς, ο διάβολος, ο λύκος, ο όφις, ο εξουσιαστής
η απίστευτη παράνοια της σημαντικότητας ενός καλού τέλους
η γύμνια, το ροζ, το χέρι του, οι αγαπημένοι σου ήχοι, η μανία, η ψιλοκομμένη σάρκα σου, τα εγκεφαλικά σου κύτταρα, η μυρωδιά της θάλασσας, το λευκό, η επιστροφή, η αναμονή, η ελπίδα, το ψέμα, το όμορφο ηδονικό σου ψέμα, η σκληρή επώδυνη αλήθεια, τα επιμελώς κρυμμένα, οι μέρες, το κεφάλι , τα μάτια σου
Είναι παράξενοι οι άνθρωποι Μαρία
Τα επαναλαμβανόμενα δάκρυα υπολείπονται αλατιού
Οι αμαζόνες ξεπέζεψαν απ’ τ’ άλογα
Θέλω μα δεν μπορώ να δώσω άλλη αξία
Μαρίνα Σαβεριάδου
Ποίηση 09/2023
Α’ δημοσίευση

Τετάρτη 15 Απριλίου 2026

Μακριά πολύ μακριά να ταξιδέψουμε

 

15 Απρίλη 2026

 Αποχαιρέτησα την κόρη μου σήμερα, μπαίνει στο αεροπλάνο και πάει πίσω στην Ελλάδα, μια εβδομάδα έκατσε. Η μεγάλη ακόμα πιο μακριά ,στην Χιλή αυτήν την φορά, Λατινική Αμερική για την ανθρωπολογική έρευνα της. Πήγα να λυπηθώ όταν την αποχαιρέτησα αλλά τώρα που το καλοσκέφτομαι, το διαπίστωσα, ότι νιώθω λίγη μεγαλύτερη ανακούφιση που είναι και οι δύο μακριά. Και αυτό είναι ειρωνικό και λίγο λυπηρό, μια μάνα να προτιμά να είναι μακριά τα παιδιά της. Μια μάνα όμως προτιμά να είναι μακριά τα παιδιά της παρά να είναι κοντά της και να είναι στο μάτι του κυκλώνα, Επεισόδια στην Πύλα και η Πύλα δέκα λεπτά μακριά από το σπίτι μας, και να ταν μόνο αυτό. Μια μόνιμη απειλή πάνω από το κεφάλι μας από τον καιρό που θυμάμαι τι σημαίνει να φοβάσαι. Φόβος για κάτι που δεν έζησες, στο μετάδωσαν όμως, μέσω του dna, μέσω της συλλογικής ανάμνησης, μέσω των αφηγήσεων, ποιος ξέρει. Μας έχει ενσταλάξει όμως η ζωή αυτήν την μόνιμη απειλή, αυτόν τον φόβο ότι θα έρθει κάποια μέρα μια βόμβα πάνω από τα κεφάλια μας, θά έρθουν να μας διώξουν και πάλι από τα σπίτια μας, θα έρθουν και εμείς τότε που θα πάμε;  Με κρατά σε αυτήν την γη, η αίσθηση του καθήκοντος, της ευθύνης και δυο γονείς που έχουν ανάγκη την παρουσία μου. Αλλά ζω σε τούτη την μόνιμη ανασφάλεια, και βλέπω όχι μόνο έναν μόνιμο πόλεμο να μαίνεται πάντα γύρο μου, αλλά και μια πολιτεία που μέρα με την μέρα σαπίζει. Βλέπω ανθρώπους να χάνουν πάλι τα σπίτια τους , όχι λόγω του καταχτητή, αλλά για να τα πουλούν κάποιοι άλλοι σε πλειστηριασμούς. Νόμοι άνομοι, βιαστές και παιδεραστές, κακοποιητές, σκάνδαλα, νέα σκάνδαλα, και όλοι να μένουν ατιμώρητοι.  Ένα μόνο έχει σημασία στην ζωή του ανθρώπου, μια είναι η βάση των πάντων και μία η αφετηρία. Το αίσθημα της ασφάλειας. Που είναι το αίσθημα της ασφάλειας; Πώς να ονειρευτώ, έστω, πώς να προγραμματίσω για το μέλλον μου, όταν όλα είναι ρευστά, απρόβλεπτα. Πώς; να ζω στην ουτοπία μου; Πώς να δημιουργήσω, πώς να νιώσω μια στιγμή όμορφα χωρίς να νιώθω βαθιά μέσα μου ενοχή όταν μέρα νύχτα ξεβράζει πτώματα η οθόνη μου; Σιχαμερό πράγμα ο πόλεμος, σιχαμερό πράγμα η απληστία.   Θέλω να φύγω από την νήσο των Αγίων, να πάω σε μια νήσο λιγότερο άγια ίσως πιο ανθρώπινη.

Και ας μην είναι νησί, ας είναι δάσος, πεδιάδα, βράχος, μια σπηλιά δροσερή, φτάνει να σωπάσουν οι σειρήνες και να μην μυρίζει πτώματα. Να μπορώ να γράψω για κάτι άλλο, να φανταστώ κάτι άλλο, να αναπνεύσω ελεύθερα, να απαλλαγώ από αυτήν την κληρονομιά να μην είμαι πρόσφυγας, να μην είμαι Κυπραία, να βάλω μια ρίζα σε ένα χώμα καθαρό, απαλλαγμένο από χυμένα αίματα και προπατορικά αμαρτήματα, να έχω΄ένα καμβά ολόλευκο δικο μου να βάλω ότι χρώματα θέλω εγώ.

 

 

 

Ασυμφωνία ενηλίκων

Aσυμφωνία ενηλίκων Όταν το ίσως γίνεται όχι, όταν έρθει η τελική ρήξη, εκείνη η μέρα που λες την τελευταία λέξη, ο τελευταίος τσακωμός, η ...