Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΕΛΟΙΖ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΕΛΟΙΖ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 16 Απριλίου 2014

ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΕΛΟΙΖ Β'ΜΕΡΟΣ

Αγαπημένε
Το γράμμα σου με βρίσκει καλά στην υγεία και ευτυχισμένη όσο ποτέ. Πρώτον ευτυχισμένη από τη στιγμή που παρέλαβα το γράμμα σου και δεύτερον γιατί διάβασα αυτά που γράφεις. Από τις πρώτες κιόλας λέξεις τα άψυχα γράμματα πήραν τη φωνή σου και μου μίλησαν , γέμισε το δωμάτιο μου από την παρουσία σου, σκίρτησε η καρδιά μου από χαρά και με πλημμύρισαν όμορφα συναισθήματα που δεν χωράνε σ’ ένα χαρτί και αδυνατώ να βρω λόγια να σου τα περιγράψω.
Ναι ! και εγώ αναπολώ με γλυκιά νοσταλγία εκείνη την πρώτη συνάντηση μας στην Πλάκα. Αυτό που δεν σου είχα πει εκείνη τη μέρα αγαπημένε, ήταν το πόσο λυπημένη και απελπισμένη ένοιωθα. Βλέπεις, είχα μόλις χάσει τη δουλειά μου στο νοσοκομείο που δούλευα σαν νοσοκόμα. «Περικοπές» αυτή ήταν η δικαιολογία που μου έδωσε ο προσωπάρχης. Ήταν το τέλος του μήνα και μαζί με τον τελευταίο μισθό πήρα και το χαρτί της απόλυσης μαζί και τον δρόμο της εξόδου.
Μπήκαν λοιπόν στο μετρό, σαν χαμένη, χωρίς προορισμό και κατέβηκα στον σταθμό της Ακρόπολης, ασυναίσθητα. Κοίταξα ψηλά τον Παρθενώνα, ν΄ατενίζει εδώ και τόσους αιώνες αγέρωχος και ένοιωσα πόσο μικρή και ασήμαντη ήταν η δική μου ύπαρξη μπροστά σε αυτό το αθάνατο μνημείο του Ελληνισμού. Κατόπιν, τα βήματα μου και οι σκόρπιες μου σκέψεις με οδήγησαν σ’ εκείνο το καφέ. Άνοιξα την πόρτα και μπήκα. Σε είδα απέναντι μου και τότε όλα απέχτησαν νόημα και αιτιολογία. Γιατί έχασα την δουλειά μου εκείνη τη μέρα, γιατί αντί να πάω όπως συνήθιζα στο σπίτι μου κατέβηκα εκεί, γιατί τα βήματα μου με έφεραν για πρώτη φορά σε αυτό το  καφέ, όλα έγιναν έπρεπε να γίνουν, τη στιγμή που έπρεπε να γίνουν, γιατί ήσουν εσύ εκεί και έπρεπε να είμαι κι εγώ.
Ποτέ δεν ήμουν από τους ανθρώπους που πιστεύουν στο κάρμα και τις συμπαντικές συμπτώσεις, όμως τώρα πια είμαι σίγουρη ότι κάποια ανώτερη δύναμη συνωμότησε ώστε να συναντηθούμε οι δυο μας εκείνη τη μέρα. Σε είδα να κάθεσαι με σκυμμένο κεφάλι, χαμένος στην εφημερίδα σου, στις σκέψεις σου, το καφέ ήταν πλημμυρισμένο με κόσμο που έψαχνε καταφύγιο από τη μπόρα, ο χώρος μύριζε φρεσκοψημένο καφέ, μια καρέκλα ήταν μόνο αδειανή, στο δικό σου τραπέζι, ψήλωσες το κεφάλι, μου χαμογέλασες και μου ένευσες με εκείνα τα ολογάλανα σου μάτια να καθίσω. Και έκατσα, απέναντι σου, δεν ξέρω πόσους καφέδες ήπιαμε ούτε πόσες ώρες κάτσαμε, θυμάμαι μόνο τις κουβέντες μας, λέξη προς λέξη και τις αραδιάζω στο μυαλό μου ξανά και ξανά. Μα πάνω απ’ όλα θυμάμαι τα μάτια σου και τον τρόπο που με κοιτούσαν διεισδύοντας στα τρίσβαθα της ψυχής μου, ξεκλειδώνοντας κάθε κλειδαριά με την οποία είχα για χρόνια καλά κλειδωμένη την καρδιά μου.
Εσύ, ο άγνωστος έγινες πιο γνωστός από ανθρώπους που ήξερα για χρόνια. Εσύ, ο ξένος, έγινες πιο οικείος κι από την οικογένεια μου. Εσύ, ο τυχαίος, έγινες το γραφτό που έμελλε να κεντήσουν οι μοίρες στα όνειρα μου. Εσύ και η ευλογημένη στιγμή που μπήκες στη ζωή μου. Η ζωή αγαπημένε. Κανείς δεν ξέρει τι θα του φέρει η ζωή, όπως δεν ξέρει τι θα του ξημερώσει την επόμενη μέρα. Και η ζωή πάντα φέρνει εκπλήξεις και ανατροπές όπως μια δροσερή μπόρα στο μέσο του καλοκαιριού και μια Αλκυονίδα στις παγωμένες μέρες του Γενάρη. Αυτό ήσουν κι εσύ για μένα, αυτός που έδιωξε το κρύο και την παγωνιά απ’ την καρδιά μου, αυτός που έδιωξε τα σύννεφα από τη σκέψη μου και έλαμψε σαν ήλιος γεμίζοντας με χαρά και αισιοδοξία.
Συγκινήθηκα με τον τρόπο που μου περίγραψες στο γράμμα σου με τον οποίο ασκείς το κατά πολλούς μακάβριο επάγγελμα. Είναι πραγματικά αξιέπαινη η αντιμετώπιση σου, η ανθρωπιά και η ευαισθησία που δείχνεις σε έναν άνθρωπο που βρίσκεται μπροστά σου νεκρός και όμως εσύ τον μεταχειρίζεσαι με τόσο σεβασμό, όσον αξίζει ο οποιοσδήποτε άνθρωπος, φτωχός ή πλούσιος, καλός ή κακός. Είμαι βέβαιη πως δεν κάνεις τυχαία αυτό που κάνεις. Θα μπορούσες κάλλιστα μπαίνοντας στην ιατρική να είχες επιλέξει οποιαδήποτε ειδικότητα, υπάρχουν τόσες πολλές με πολύ περισσότερα λεφτά αλλά και μεγαλύτερη αναγνώριση. Εσύ όμως, δεν επέλεξες κάτι άλλο, επέλεξες να γίνεις ιατροδικαστής, να διενεργείς νεκροψίες και να αντικρίζεις σε καθημερινή βάση το θάνατο.
Χρειάζονται τεράστια ψυχικά αποθέματα για να έρχεσαι κάθε μέρα πρόσωπο με πρόσωπο με τον θάνατο. Οι περισσότεροι τον αποφεύγουν. Είναι όμως και κάποιες φορές που είναι αναπόφευκτος όπως όταν χάνεται κάποιος δικός τους και πρέπει να πάνε στην κηδεία. Ακόμα και τότε όμως, τη στιγμή που περνάς πάνω από το πλημμυρισμένο με στεφάνια φέρετρο και κοιτάς με μάτια δακρυσμένα το άψυχο σώμα, δεν έχεις συνειδητοποιήσει ακόμα ότι αυτός δεν υπάρχει πια, παρακολουθείς απλά τη διαδικασία σαν ένας ακόμα θεατής με μουδιασμένα αισθήματα. Γιατί θάνατος δεν είναι η εικόνα του νεκρού, θάνατος είναι η απουσία του ζωντανού. Και η συνειδητοποίηση έρχεται όταν γίνεται αισθητή η απουσία αυτού που αγαπούσες. Τότε έρχεται και ο θρήνος, επώδυνος και βασανιστικός.
Σκέφτεσαι και αναπολείς όλα όσα έζησες, φορτώνεσαι με ενοχές για όλα όσα έπρεπε να πεις και δεν είπες, όλα όσα έπρεπε να κάνεις και δεν έκανες, αλλά τώρα είναι πια αργά. Ίσως αυτό να είναι ένα μάθημα για τους ανθρώπους που αντιμετωπίζουν τόσο επιφανειακά την παρουσία αυτών που ισχυρίζονται ότι αγαπούν. Γιατί αυτοί που αγαπάμε και μας αγαπούν, καρδιά μου, βρίσκονται κοντά μας σαν δώρο από τη ζωή και αυτό το δώρο πρέπει να το διαφυλάττουμε, να το εκτιμούμε και να το προστατεύουμε.
Η αγάπη, αγαπημένε, είναι ένα ντελικάτο λουλούδι, μια σπάνια ορχιδέα, που θέλει το νερό της, τον ήλιο της μα πάνω απ’ όλα ένα ξεχωριστό μέρος στο δωμάτιο της ψυχής μας με σταθερό περιβάλλον και τη κατάλληλη θερμοκρασία που τα της επιτρέψει να ζήσει και να φυτρώσει τα υπέροχα άνθη της. Έτσι , ντελικάτη είναι η αγάπη, δεν σηκώνει πάρε φέρε, άσκοπες μετακινήσεις και απότομες αλλαγές. Έτσι πρέπει να φερόμαστε σ’ αυτούς που αγαπάμε, να τους προσέχουμε όσο τους έχουμε κοντά μας, να τους δίνουμε την αμέριστη προσοχή μας, ότι πιο θετικό έχουμε μέσα μας. Να τους βοηθάμε να αναπτύσσονται και να ανθίζουν, να γίνονται καλύτεροι άνθρωποι και να γινόμαστε και εμείς μαζί τους.
Γιατί ποιο είναι το πρώτο και δυνατότερο σημάδι της αγάπης αν όχι να σε κάνει να θέλεις να γίνεσαι καλύτερος;  Να σε κάνει να ανθίζεις μέσα κι έξω, να ξυπνάς το πρωί και να έχει η ύπαρξη σου νόημα και σκοπό, να θέλεις να ζήσεις και να ρουφήξεις τη ζωή ως το μεδούλι, να νιώθεις ένας μικρός Θεός που μπορεί να κάνει τα πάντα. Είναι απίστευτο πόσο μεγάλες αλλαγές μπορεί να επιφέρει σε έναν άνθρωπο η αγάπη. Ναι, αγαπημένε, η αγάπη φέρνει τις πιο μεγάλες ανατροπές. Κάνει τον δειλό ατρόμητο, τον ντροπαλό θαρραλέο και αυτόν που δεν είχε φωνή να θέλει τώρα να πει πολλά και να μην τον φτάνουν οι λέξεις.
Φτάνουν όμως οι δικές μου λέξεις ,δε θέλω να σε κουράζω άλλο. Συγχώρα τη φλυαρία μου αλλά επέτρεψε μου να σου πω μόνο μια τελευταία και κράτησε την στην καρδιά σου.

Σ’αγαπώ

Ψυχή και σώμα, παντοτινά δική σου

Ελοίζ



ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΕΛΟΙΖ Α' ΜΕΡΟΣ

Αγαπημένη Ελοίζ
Ελπίζω το γράμμα μου να σε βρίσκει καλά και ευτυχισμένη. Το ίδιο μπορώ να πω και για μένα, από υγεία είμαι πολύ καλά. Όσο από ευτυχία, ναι ! μπορώ να πω με το χέρι στην καρδιά, να ομολογήσω μάλλον, χωρίς καμιά ντροπή και εγωισμό, ότι από τότε που γνωριστήκαμε σε εκείνο το γραφικό καφέ στην Πλάκα, νοιώθω πιο ευτυχισμένος από όσο ένοιωσα ποτέ στη ζωή μου. Η υπέρτατη ευτυχία μου όμως Ελοίζ, θα είναι η στιγμή εκείνη που θα αξιωθώ να σε δω και πάλι μπροστά μου.  Δεν είναι μόνο η ομορφιά σου που με έχει σκλαβώσει, είναι εκείνο σου το βλέμμα, που λέει χίλιες λέξεις χωρίς να μιλά. Τα μάτια σου Ελοίζ, αυτά βλέπω μπροστά μου, είτε ανοιχτά έχω τα δικά μου είτε κλειστά και δεν ξεχωρίζω πια πότε είμαι ξύπνιος και πότε κοιμάμαι γιατί το μόνο που βλέπω συνεχώς μπροστά μου είναι αυτά τα μεγάλα εκφραστικά μάτια σου. Είμαι ευτυχισμένος όμως, σου το ξαναγράφω, γιατί γεννήθηκες και υπάρχεις εσύ, γιατί στάθηκα τόσο τυχερός ώστε να είμαι εκείνο το Χειμωνιάτικο πρωινό, σ΄ εκείνο το συγκεκριμένο καφέ στην Πλάκα, για να σε δω να μπαίνεις και να παίρνει νόημα από εκείνη τη στιγμή και έπειτα η ανούσια ύπαρξη μου. Σ’ ευχαριστώ για εκείνες τις ώρες που μου χάρισες από τη ζωή σου, όπου παρέα ξεκλειδώσαμε τα μυστικά μιας ζωής, που μοιραστήκαμε τις αγωνίες και τους προβληματισμούς μας, με τόση οικειότητα που μόνον δύο άνθρωποι που έχουν ζήσει μιαν ολόκληρη ζωή μαζί νοιώθουν. Και εμείς ζήσαμε μαζί, ξανά, είμαι βέβαιος γι΄αυτό. Ίσως ήμασταν ζευγάρι στην Αγγλία του δέκατου-όγδοου αιώνα και ανταλλάζαμε ερωτικές επιστολές, μέχρι τη στιγμή που θα βρισκόμασταν. Ίσως πάλι να ήμασταν απλά δυο καλαμιές στις ακτές του Νείλου που μεγάλωναν πλάι πλάι και μας έκοψαν μετά, μας έκαναν πάπυρους για να γράφουν επάνω μας οι ιερείς για τους αστερισμούς και τις συναστρίες.  Ζήσαμε πάντως μαζί, η ψυχή μου σε αναγνώρισε από τη στιγμή που άνοιξες την πόρτα και μπήκες στο καφέ, από τη στιγμή που τα μάτια σου αντίκρισαν τα δικά μου και είδα μέσα τους  ν΄αντανακλάται η ψυχή μου. Εσύ ήσουν Ελοίζ, αυτή που πρόσμενα να΄ρθει σ΄όλη μου τη ζωή, η πηγή που αναζητούσε το διψασμένο μου στόμα για να σκύψει και να πιει το αστείρευτο  νερό της αθανασίας. Αθάνατος νοιώθω τώρα πια. Τώρα που σ΄έχω συναντήσει, που ξέρω πως υπάρχεις. Φτάνει που σ΄έχω δει μια φορά, αυτό μου είναι αρκετό για να πω ότι έχω ζήσει. Ο θάνατος Ελοίζ. Όλοι θα πεθάνουμε μια μέρα, αλλά πόσοι μπορούν να πουν με σιγουριά ότι έχουν ζήσει; Κι εγώ που ξυπνάω κάθε πρωί και αντικρίζω το θάνατο μπορώ πια να το πω. Αυτό είναι το επάγγελμα μου βλέπεις. Ξέρω, είναι άχαρο και ψυχρό, κάποιος θα μπορούσε να σκεφτεί ότι για να κάνεις το επάγγελμα μου πρέπει να είσαι το λιγότερο άκαρδος, χωρίς αισθήματα. Μα δεν είναι έτσι τα πράγματα. Έχω και καρδιά και αισθήματα και συνείδηση. Όσο και αν έχω εξοικειωθεί με την όψη του θανάτου, όσο και αν έχω συνηθίσει να αντικρίζω γυμνά μελανιασμένα πτώματα ανοίγοντας τα συρτάρια του νεκροτομείου και πάνω στο μεταλλικό παγωμένο τραπέζι, όταν έρθει η στιγμή να πάρω στα χέρια μου το φάκελο με τα στοιχεία του νεκρού, παύει να είναι ένα άψυχο παγωμένο σώμα. Το  σώμα έχει όνομα, διεύθυνση, ανθρώπους που τον αγαπούν. Λίγες ώρες πριν ανέπνεε, αισθανόταν, ίσως να γελούσε, ίσως να έκλαιε, αλλά σίγουρα δεν είχε γνώση ότι λίγες ώρες αργότερα θα βρισκόταν γυμνό μπροστά μου, ν’ ανοίγω με το χειρουργικό νυστέρι το στέρνο του, να αφαιρώ και να ζυγίζω την καρδιά του που μέχρι πριν λίγο χτυπούσε, ν’ ανοίγω το κεφάλι και να αφαιρώ τον εγκέφαλο που μέχρι πριν λίγο σκεφτόταν. Αλήθεια αναρωτιέμαι, ποιο να ήταν το τελευταίο όνειρο που είχε ονειρευτεί Ελοίζ; Αν κάποτε η επιστήμη προχωρήσει τόσο που να βλέπουμε τις τελευταίες εικόνες που είχαν περάσει από το μυαλό του νεκρού, τι θα βλέπουμε άραγε;
Ξέρεις πολλοί θεωρούν τη νεκροψία ισοδύναμη με ιεροσυλία, βεβήλωση του αποθανόντος, πολλές φορές οι ίδιοι οι συγγενείς αρνούνται με πείσμα να αποδεχτούν ότι πρέπει να γίνει η διαδικασία αυτή. και είναι απαραίτητο να γίνει, όταν δεν διευκρινίζονται τα αίτια θανάτου ή όταν υπάρχει η παραμικρή υποψία για δολοπλοκία. Είναι και αυτοί που περιμένουν αγωνιωδώς την νεκροψία και τα αποτελέσματα της για να πάρουν μια απάντηση, όταν ο αγαπημένος τους έχει φύγει απροσδόκητα και χωρίς προφανές αίτιο. Καταλαβαίνεις λοιπόν τη δική μου θέση και το βάρος της ευθύνης όταν εγώ είμαι αυτός που θα πρέπει να δώσει τις απαντήσεις. Μάλλον αυτός που δίνει τις απαντήσεις είναι ο ίδιος ο νεκρός, εγώ απλά καλούμαι να ψάξω καλά και να δώσω το πόρισμα. Και ένα νεκρό σώμα πάντα μιλά και έχει πολλά να πει, για τη ζωή που έζησε, για τον τρόπο που προκλήθηκε ο θάνατος του, σου μιλά και σου λέει, εδώ είναι το μυστικό κρυμμένο, ψάξε καλά και φανέρωσε το και δώσε μου δικαίωση, να μπορέσω να αναπαυτώ.
Πάντα πριν ξεκινήσω τη διαδικασία διαβάζω όπως σου είπα το φάκελο του, όχι μόνο για να μελετήσω τα απαραίτητα στοιχεία και το ιατρικό ιστορικό αλλά και για να ξέρω το όνομα του. Αυτό το όνομα που του έδωσαν στη γέννηση του, αυτό το όνομα που έχει μετά θάνατον. Υπάρχει ακόμα και μπροστά μου δεν έχω ένα ανώνυμο πτώμα, αλλά ένα Γιάννη, μια Μαρία, έναν Αντρέα, μιαν Ελένη. Και τους σέβομαι, πίστεψε με, σέβομαι τον άνθρωπο που έχω μπροστά μου, αντιμετωπίζω με δέος το θάνατο, γιατί πριν το θάνατο προηγήθηκε η ζωή. διενεργώ τη νεκροψία και προσπαθώ να κάνω το καθήκον μου, αντικειμενικά και όσο πιο σωστά γίνεται, με τα εργαλεία που μου διαθέτει η επιστήμη και οι γνώσεις μου για να βγάλω το σωστό πόρισμα. Ξέρεις οι γιατροί με άλλες ειδικότητες, χειρουργοί, παθολόγοι, μαιευτήρες, έχουν ανταπόδωση για το καλό τους έργο. Ευχαριστήριες κάρτες, ανθοδέσμες , εγκάρδιες χειραψίες και το σημαντικότερο δάκρυα χαράς. Εγώ  αυτά τα δάκρυα χαράς δε θα αξιωθώ ποτέ να τα δω. Το μόνο στο οποίο μπορώ να ευελπιστώ είναι την ώρα που θα έρθουν οι μαυροφορεμένες φιγούρες να παραλάβουν τον αγαπημένο τους για να τον πάνε στην τελευταία του κατοικία, να φύγουν  τουλάχιστον με την ικανοποίηση ότι κάποιος άγνωστος, με άσπρη στολή, σεβάστηκε τον αγαπημένο τους και έκανε ότι καλύτερο μπορούσε για να απαντήσει στα ερωτηματικά τους. Μόνον έτσι μπορώ να αποχωρήσω και εγώ με τη συνείδηση μου ήσυχη, αφήνοντας πίσω το θάνατο και επιστρέφοντας και πάλι στη ζωή. Και η ζωή, ζωή μου, τώρα πια με καλεί και μου φωνάζει με το όνομα σου Ελοίζ. Μόνο να  μπορούσα να τα παρατήσω όλα και να έρθω να σε βρω, για μια ώρα μονάχα, να βυθιστώ στα μάτια σου και να κρατήσω τα ζεστά χέρια σου στα δικά μου. υπάρχουν όμως και τα πρέπει, τα πρέπει τα δικά σου, τα πρέπει τα δικά μου, αυτά που μας επιβάλλει η ζωή και το καθήκον, κρατώντας μας αμείλικτα μακριά από αυτό που πραγματικά θέλουμε. Κι εγώ θέλω εσένα Ελοίζ, σε θέλω όσο τίποτα άλλο ψυχή μου, ψυχή δική μου. Και να ξέρεις σε περιμένω. Περιμένω το γράμμα σου, όπως περιμένει ένα μικρό παιδάκι τον πατέρα το βράδυ να γυρίσει με τα καλούδια, μα περισσότερο περιμένω τη στιγμή που θα σε συναντήσω και θα δω τα μάτια σου.

Ψυχή και σώμα, παντοτινά δικός σου






August

  Sunday aftenoon, in my little house in the Prairie. It has been more than a month to write and when it takes so long, it feels like a litt...