Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 14 Ιουλίου 2011

Ο ΚΛΕΦΤΗΣ

Ο ΚΛΕΦΤΗΣ

Μου λεγε η γιαγιάκα μου σαν ήμουνα παιδάκι,
για το μικρό αφεντικό που΄ γινε φτωχαδάκι
Την άκουγα με προσοχή και πάντοτε μ΄αρέσει,
 θα σας την πω τώρα και γω πάρτε λοιπόν μια θέση
Στην γειτονιά την πιο καλή, στην όμορφη Αθήνα,
 γέννησε η κυρά-Βαγγελιώ το γιο της Μάη μήνα.
Τον έλουζε, τον χτένιζε, για να τον δει λεβέντη,
κι΄οι δούλοι τον εφώναζαν πάντα μικρό αφέντη.

Πέντε χειμώνες χιόνιζε, περάσαν τα χρονάκια,
 κι΄ο γιος θα πήγαινε σχολειό με τ΄άλλα τα παιδιάκια.
Ντύνει τον κανακάρη της με λούσα και μετάξι,
 για να ναι αυτός ο κάλλιστος και πρώτος μες την τάξη.
Πάει ο γιος απ΄το πρωί και κάθεται στη θέση.
Μα το παλτό του διπλανού πιότερο του αρέσει
Λίγο πριν να σχολάσουνε με πονηριά τ΄αρπάζει.
 Μα σαν το βρίσκει η μάνα του του λέει «δεν πειράζει».

«Μικρούλης είσαι γιόκα μου,  μα είσαι πονηρός,
κόβει το μυαλουδάκι σου και θα γενείς γιατρός.»
Ο γιόκας άρπαζε αυτά που γυάλιζαν στο μάτι,
 στη μάνα του τα πήγαινε κι΄έπαιρνε ακόμα κάτι.
«μπράβο παιδί μου» του λεγε, «έξυπνο μαθητούδι,
 πανεπιστήμιο θα πας και θα γενείς γιατρούδι».
Έτσι ο γιος της πρόκοβε στον κόσμο και στην τάξη,
όμως το χούι το κακό δεν μπόρεσε ν΄αλλάξει.

Μεγάλωσε και έγινε κιόλας δεκαοκτώ,
 κι η μάνα του τον έστειλε να πάει στον στρατό.
Εκεί πάλι του γυάλισε, του λοχαγού η καδένα
 Την άρπαξε λοιπόν κρυφά, δεν το πε σε κανένα.
Μα ο λοχαγός σαν το μαθε, έτσι πώς να τ΄αφήσει;
 Τον κλέφτη βάλθηκε να βρει και να τον τιμωρήσει.
Άρχισε όπως το σκυλί να ψάχνει το στρατώνα,
βρέθ΄ η καδένα η χρυσή στου κλέφτη τ΄άσπρο στρώμα.

Αμέσως τ΄ομολόγησε και φυλακή τον βάζουν,
και την κατάντια του να δει τη μάνα του φωνάζουν
Έρχεται αυτή με δάκρυα στα σίδερα τον βλέπει,
 σπαράζει η καρδούλα της μ΄αυτός δεν επιτρέπει..
Μήτε μια λέξη να του πει, μήτε να τον φιλήσει,
 της λέει να φύγει απ΄εκεί μόνον να τον αφήσει.
«Μόνο πριν φύγεις μάνα μου θα θελα να σου πω,
 από μικρός σαν άρχισα κι έκανα το κακό
Ποτέ σου δε μου έμαθες πως ήταν μέγα σφάλμα
και πίστεψα πως η κλεψιά είναι σπουδαίο πράγμα
Με ψέματα και πονηριά ότι θα πάω μπροστά,
να τον τωρά το γιόκα σου σε κάγκελα κλειστά»

Έτσι κάπως τελείωσε του κλέφτη η ιστορία,
η φυλακή τον έφαγε τα χιόνια και τα κρύα
Μάθε τώρα λοιπόν και συ και πάντα να θυμάσαι,
στην κοινωνία και στη ζωή πάντα εντάξει να σαι.
Να ξέρεις πάντα πιάνεται αυτός που είναι φταίχτης
 Κάλλιον φτωχός και τίμιος, παρά αφέντης κλέφτης










Τετάρτη 8 Ιουνίου 2011

ΣΤΟΥ ΚΥΡ ΘΑΝΟΥ ΤΟ ΑΜΠΕΛΙ

Στου κυρ – Θάνου το Αμπέλι, δύο κότες στρουμπουλές
η Ασπρούλλα κι η Κοκκίνω, κάνουνε χρυσές δουλειές

Το πρωί σαν ξημερώσει και φυσήσει τ΄αεράκι
Από το αμπέλι κάτω, πέφτει φρέσκο σταφυλάκι

Τρέχουν τότε οι κοκόνες, το σταφύλι να τσιμπήσουν
Μέχρι και το τελευταίο, τίποτα να μην αφήσουν

Όμως λαίμαργες που είναι , το σταφύλι πως να φτάσει
Λίγο η μια και λίγο ή άλλη, η κοιλιά που να χορτάσει;

 Τότε οι δυο φιλενάδες, κάτσανε για να τα πούνε
Μήπως βρούνε καμιά λύση, σοβαρά να το σκεφτούνε

«Μια ιδέα» η Ασπρούλλα, λέει «έχω στο μυαλό
Τι θα έλεγες στις πλάτες να με πάρεις μια και δυο;»

«Μα ακούς τι λες κυρά μου, θα μου γδάρεις τα φτερά
Πρώτα δες ν΄αδυνατίσεις , πριν ανέβεις στην ουρά »

Έτσι συμφωνία κάναν, να μείνει η Άσπρη νηστικιά
Λίγο βάρος για να χάσει, ν΄αλαφρύνουν τα φτερά

Πέρασαν λοιπόν οι μέρες και έκαναν σαν είχαν τάξει
Η Κοκκίνω μάσα-μάσα  και η Άσπρη το΄χε ράψει

Το σταφύλι για να φτάσουν και να τρώνε ολημερίς
Μόνο λίγο θα κοιμούνται απ τις δώδεκα ως τις τρεις

Στου κυρ Θάνου το αμπέλι, δύο κότες στρουμπουλές
Το σταφύλι δεν χορταίναν, ήταν και οι δυο τρελλές

Φάε φάε η Κοκκίνω ως τις δώδεκα είχε σκάσει
Κι απ΄την πείνα η Ασπρούλλα ως τις τρεις τα χε τινάξει




















Πέμπτη 2 Ιουνίου 2011

ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΙΣ ΗΠΕΙΡΟΥΣ

ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΙΣ ΗΠΕΙΡΟΥΣ

Λίγο πριν τα μάτια κλείσω , ήρθε ένας ταξιδιώτης
έξω απ το παράθυρο μου, μ’ ένα μαγικό χαλί
χωρίς φόβο ή δισταγμό, το παράθυρο ανοίγω,
και στο κόκκινο χαλί του, σκαρφαλώνω στο στιγμή
«γεια σου φιλαράκο λέει» μ΄ονομάζουνε Ερμή
Ταξίδι ήρθα να σε πάω, να γνωρίσουμε τη Γη

Η Ασία η πιο μεγάλη, απ΄τις πέντε τις Ηπείρους
Τα πιο πολλά έχει νησιά και τους πιο πολλούς κατοίκους
Εκεί αμέσως πάμε τώρα, το ταξίδι αρχινά
Και τα πιο ψηλά της γης για να δούμε τα βουνά
Ιμαλάια τα λένε, το Έβερεστ η κορυφή
πολικές θερμοκρασίες, έχει πάντοτε εκεί
Ψηλές καμήλες και οάσεις σ΄απέραντες ερήμους
Στα ολόασπρα ντυμένους θε να δούμε  βεδουίνους
Κινέζοι και Ιάπωνες, Άραβες και Μογγόλοι
Οι μισοί μάτια σχιστά, μ’ Ασιάτες είναι όλοι

Στη δεύτερη την Αφρική, λέω τώρα να πάμε
Κάτω από το Μπαομπάμπ, φίνα θα την περνάμε
Ένα  δέντρο τεράστιο που στην Αιθιοπία μόνο ζει
Να σου κι η Μαδαγασκάτη, ένα όμορφο νησί
Εκεί ζει κι΄ο ελέφαντας, της γης ο πιο μεγάλος
Εκεί ζει κι΄ο πολύχρωμος, τσαχπίνης παπαγάλος
Λυπάμαι όμως τα παιδιά, που δεν έχουν να φάνε
Φουσκώνουν οι κοιλίτσες τους, υποφέρουν και πονάνε
Λυπάμαι που οι άνθρωποι, δεν βλέπουνε τον πόνο
Στα όπλα και στον πόλεμο, λεφτά ξοδεύουν μόνο

Πάμε ευθύς τώρα στην τρίτη που τη λένε Αμερική
Απ τον Αμέρικο Βεσπούτσι, που πρώτος έφτασε εκεί
Βρήκε εκεί πολιτισμούς, των Ϊνκας και των Μάγια
Κι Ινδιάνους με φτερά που μασούσανε παπάγια
Πριν πεντακόσια χρόνια έφτασαν με πλοία οι Ευρωπαίοι
Βρήκανε πλούτο και χρυσό και ξόφλησαν τα χρέη
Σε λίγα χρόνια γέμισε ο τόπος αποικίες
Και Ηνωμένες ύστερα τις είπαν Πολιτείες
Νέα Υόρκη, Μεξικό, Χιλή και Καναδάς
ο Αμαζόνιος ποταμός, δάση κι΄ο Παναμάς

Να που ήρθε κι σειρά της δικιάς μας της Ευρώπης
Που γνώση και πολιτισμό, της χρωστάει η ανθρωπότης
Εδώ είναι που αναπτύχθηκε του κόσμου η ιστορία
Εδώ που ανακαλύφθηκαν τα τρένα και τα πλοία
Η Ευρώπη λένε ήτανε του Αγήνορα η κόρη
που ο Δίας της αγάπησε κι΄άρπαξε με το ζόρι
Στο χάρτη αν δεις ενώνονται η Ευρώπη κι η Ασία
και έτσι ονομάζονται, αν θες και Ευρασία
απ’ όλες τις Ηπείρους τη λένε Γηραιότερη
όμως απ τις υπόλοιπες,είναι η ομορφότερη




Δύο ήπειροι έχουν μείνει, κι οι δύο μακριά
Τη μια τη λένε Αυστραλία, καγκουρώ έχει πολλά
Ζουν εκεί εκατομμύρια, στα αστικά τα κέντρα
Και έχει κοάλα ζωηρά, που βγαίνουνε στα δέντρα
Τελευταία η Ανταρκτική, κι ειν απ’ όλες πιο μικρή
Και ούτε ένας άνθρωπος, ποτέ δε ζει εκεί
Αυτή που λέτε βρίσκεται, στο Νότιο τον Πόλο
Καλύπτεται από χιόνι, ολόκληρο το χρόνο
Θαλάσσιοι ελέφαντες και κάτι πιγκουίνοι
Τολμάν εκεί να ζήσουνε μα τρέμουνε κι΄εκείνοι

Έτσι λοιπόν κάπου εδώ, τελειώνει το ταξίδι
Τις πέντε Ηπείρους μάθαμε, λιγάκι σαν παιχνίδι
Ασία είπαμε Αφρική, Αμερική κι Ευρώπη
Αυστραλία κι Ανταρκτική που ούτε ζουν ανθρώποι
Σε μία ώρα ταξιδέψαμε, ολόκληρη τη Γη
Στο σπίτι ας γυρίσουμε, προτού ο ήλιος βγεί
Να πάς στο κρεβατάκι σου, λίγο να κοιμηθείς
Και σαν ξυπνήσεις το πρωί, θα ξαναθυμηθείς
Στους φίλους σου θα πάεις να πεις, για τον μικρό Ερμή
Που όμορφα σε ταξίδεψε και γνώρισες τη Γη

































Τρίτη 31 Μαΐου 2011

ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΙΣ ΗΠΕΙΡΟΥΣ

ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΙΣ ΗΠΕΙΡΟΥΣ

Λίγο πριν τα μάτια κλείσω , ήρθε ένας ταξιδιώτης
έξω απ το παράθυρο μου, μ’ ένα μαγικό χαλί
χωρίς φόβο ή δισταγμό, το παράθυρο ανοίγω,
και στο κόκκινο χαλί του, σκαρφαλώνω στο στιγμή
«γεια σου φιλαράκο λέει» μ΄ονομάζουνε Ερμή
Ταξίδι ήρθα να σε πάω, να γνωρίσουμε τη Γη

Η Ασία η πιο μεγάλη, απ΄τις πέντε τις Ηπείρους
Τα πιο πολλά έχει νησιά και τους πιο πολλούς κατοίκους
Εκεί αμέσως πάμε τώρα, το ταξίδι αρχινά
Και τα πιο ψηλά της γης για να δούμε τα βουνά
Ιμαλάια τα λένε, το Έβερεστ η κορυφή
πολικές θερμοκρασίες, έχει πάντοτε εκεί
Ψηλές καμήλες και οάσεις σ΄απέραντες ερήμους
Στα ολόασπρα ντυμένους θε να δούμε  βεδουίνους
Κινέζοι και Ιάπωνες, Άραβες και Μογγόλοι
Οι μισοί μάτια σχιστά, μ’ Ασιάτες είναι όλοι

Στη δεύτερη την Αφρική, λέω τώρα να πάμε
Κάτω από το Μπαομπάμπ, φίνα θα την περνάμε
Ένα  δέντρο τεράστιο που στην Αιθιοπία μόνο ζει
Να σου κι η Μαδαγασκάτη, ένα όμορφο νησί
Εκεί ζει κι΄ο ελέφαντας, της γης ο πιο μεγάλος
Εκεί ζει κι΄ο πολύχρωμος, τσαχπίνης παπαγάλος
Λυπάμαι όμως τα παιδιά, που δεν έχουν να φάνε
Φουσκώνουν οι κοιλίτσες τους, υποφέρουν και πονάνε
Λυπάμαι που οι άνθρωποι, δεν βλέπουνε τον πόνο
Στα όπλα και στον πόλεμο, λεφτά ξοδεύουν μόνο

Πάμε ευθύς τώρα στην τρίτη που τη λένε Αμερική
Απ τον Αμέρικο Βεσπούτσι, που πρώτος έφτασε εκεί
Βρήκε εκεί πολιτισμούς, των Ϊνκας και των Μάγια
Κι Ινδιάνους με φτερά που μασούσανε παπάγια
Πριν πεντακόσια χρόνια έφτασαν με πλοία οι Ευρωπαίοι
Βρήκανε πλούτο και χρυσό και ξόφλησαν τα χρέη
Σε λίγα χρόνια γέμισε ο τόπος αποικίες
Και Ηνωμένες ύστερα τις είπαν Πολιτείες
Νέα Υόρκη, Μεξικό, Χιλή και Καναδάς
ο Αμαζόνιος ποταμός, δάση κι΄ο Παναμάς

Να που ήρθε κι σειρά της δικιάς μας της Ευρώπης
Που γνώση και πολιτισμό, της χρωστάει η ανθρωπότης
Εδώ είναι που αναπτύχθηκε του κόσμου η ιστορία
Εδώ που ανακαλύφθηκαν τα τρένα και τα πλοία
Η Ευρώπη λένε ήτανε του Αγήνορα η κόρη
που ο Δίας της αγάπησε κι΄άρπαξε με το ζόρι
Στο χάρτη αν δεις ενώνονται η Ευρώπη κι η Ασία
και έτσι ονομάζονται, αν θες και Ευρασία
απ’ όλες τις Ηπείρους τη λένε Γηραιότερη
όμως απ τις υπόλοιπες,είναι η ομορφότερη




Δύο ήπειροι έχουν μείνει, κι οι δύο μακριά
Τη μια τη λένε Αυστραλία, καγκουρώ έχει πολλά
Ζουν εκεί εκατομμύρια, στα αστικά τα κέντρα
Και έχει κοάλα ζωηρά, που βγαίνουνε στα δέντρα
Τελευταία η Ανταρκτική, κι ειν απ’ όλες πιο μικρή
Και ούτε ένας άνθρωπος, ποτέ δε ζει εκεί
Αυτή που λέτε βρίσκεται, στο Νότιο τον Πόλο
Καλύπτεται από χιόνι, ολόκληρο το χρόνο
Θαλάσσιοι ελέφαντες και κάτι πιγκουίνοι
Τολμάν εκεί να ζήσουνε μα τρέμουνε κι΄εκείνοι

Έτσι λοιπόν κάπου εδώ, τελειώνει το ταξίδι
Τις πέντε Ηπείρους μάθαμε, λιγάκι σαν παιχνίδι
Ασία είπαμε Αφρική, Αμερική κι Ευρώπη
Αυστραλία κι Ανταρκτική που ούτε ζουν ανθρώποι
Σε μία ώρα ταξιδέψαμε, ολόκληρη τη Γη
Στο σπίτι ας γυρίσουμε, προτού ο ήλιος βγεί
Να πάς στο κρεβατάκι σου, λίγο να κοιμηθείς
Και σαν ξυπνήσεις το πρωί, θα ξαναθυμηθείς
Στους φίλους σου θα πάεις να πεις, για τον μικρό Ερμή
Που όμορφα σε ταξίδεψε και γνώρισες τη Γη

































Πέμπτη 26 Μαΐου 2011

Ο ΜΠΑΜΠΑΣ ΠΑΝΤΑ ΔΟΥΛΕΥΕΙ....

Ο ΜΠΑΜΠΑΣ ΠΑΝΤΑ ΔΟΥΛΕΥΕΙ

Κάθε πρωί που με ξυπνάει, για το σχολείο η μαμά
Ο μπαμπάκας ήδη λείπει, έχει φύγει για δουλειά

Και το βράδυ σαν γυρίσει, είναι τόσο κουρασμένος
Δε μιλάει, δε γελάει, τόσο απογοητευμένος

Περιμένω πως και πώς, για να έρθει το Σαββάτο
Τον μπαμπά να δω λιγάκι και να παίξουμε στο πάρκο

Μια ωρίτσα θέλω μόνο, δε χρειάζεται πολύ
Nα μου κάνεις μια αγκαλίτσα, να μου δώσεις και φιλί

Αχ μπαμπά πόσο μου λείπεις, γιατί πάντα να δουλεύεις;
Αχ και να μουν η γραβάτα, στο λαιμό σου να με δένεις

Μα δεν είμαι η γραβάτα, κινητό ή πορτοφόλι
Είμαι μόνο ένα παιδάκι, που όλοι το ξεχνάτε,  όλοι!

Μα στο λέω σε λίγα χρόνια, θα δουλεύω όλη μέρα
Μπλε κοστούμι θα φορέσω, παρέα να μαστε πατέρα!













Τρίτη 24 Μαΐου 2011

ΤΑ ΜΥΡΜΗΓΚΙΑ ΠΑΝΕ ΔΙΑΚΟΠΕΣ

ΤΑ ΜΥΡΜΗΓΚΙΑ ΠΑΝΕ ΔΙΑΚΟΠΕΣ

Ζέστη κάνει αφόρητη στη μυρμηγκοπολιτεία
Βαθμούς σαράντα και μισό στην κυριολεξία
Πέντε μυρμήγκια ατρόμητα που ολημερίς δουλεύουν
Κοντεύουνε να σκάσουνε και πια δεν την παλεύουν
Αποφασίζουν τη δουλειά λοιπόν να παρατήσουν
Ψίχουλα, σπόρια και καρπούς για λίγο να αφήσουν

Μετράνε τ’ αποθέματα, γεμάτη η αποθήκη
Απ΄’εξω βάζουν φύλακα,  ένα τυφλό ποντίκι
Παίρνουν τα μπογαλάκια τους να πάνε διακοπές
Το χάρτη ανοίγουν με χαρά, βρίσκουν τo Μαρακές
Χάρμα θα την περνάν εκεί,  θα΄χει πολλή δροσιά
Θα ζούνε μέσα στους αγρούς και θα ρουφούν κρασιά

Χωρίς να χάσουνε καιρό,  βγάζουν διαβατήρια
Πάνε σε ταξιδιωτικό, κόβουν και εισητήρια
Μα όταν έρχεται η στιγμή, να μπουν στ΄ αεροπλάνο
Φόβος τους πιάνει ομαδικός, μην πέσουν από κει πάνω
Μαζεύουν τις βαλίτσες τους, γρήγορα κατεβαίνουν
Τ΄αεροπλάνο χαιρετούν σε πλοίο ανεβαίνουν

Μιας και δεν παν στο Μαρακές ας πάνε κρουαζιέρα
Πέρα απ΄τη Μεσόγειο κι απ’ τα στενά πιο πέρα
Μα πριν το πλοίο κινηθεί και βγει απ το λιμάνι
Και πάλι φόβος τρομερός, τα μυρμηγκάκια πιάνει
«Λες καταιγίδα να μας βρει, να πέσουμε σε μπόρα;
Κολύμπι εμείς δεν ξέρουμε, φύγαμε μάγκες τώρα…»

Το πλοίο πήγε στο καλό, μα τα μυργμήγκια μένουν
Για ύστατη προσπάθεια, σε τρένο ανεβαίνουν
Ταξίδι μιας και δεν θα παν σ΄άλλους προορισμούς
Λένε να πάν εδώ κοντά , να δουν κάτι γνωστούς
«Βρε, μ΄αν το τρένο συγκρουστεί και εκτροχιαστούμε;
Ας μην το πολυρισκάρουμε,  λέω να κατεβούμε. »

Κουράστηκαν οι φίλοι μας, ανέβα και κατέβα
Κι αφόρητος ο καύσωνας, δεν παίρνουνε αέρα
Αμάξι νοικιάζουνε και μπαίνουν όλοι μέσα
Μέσα τον ενθουσιασμό, ξεχνάνε και τα ρέστα
Σε στέκι παραλιακό, κλείνουνε για να πάνε
Μα πριν τη διασταύρωση,  πίσω ξαναγυρνάνε

Μεσάνυχτα και βρίσκονται στο ίδιο το σημείο
T΄αεροπλάνο έφυγε, το ίδιο και το πλοίο
Το τρένο το φοβήθηκαν , τ΄αμάξι δεν τους κάνει
Το σκέφτονται καλά λοιπόν, γελόκλαμα τους πιάνει
Είμαστε φοβιτσιάρηδες, γερό το μάθημα μας
Εμπρός τα ποδαράκια μας και πίσω στη φωλιά μας



































Δευτέρα 9 Μαΐου 2011

στην Γαβριέλλα και στην Κατερίνα μου...

Στην κόρη μου

Κοριτσάκι μου μικρό, αγγελούδι μου γλυκό
Κάθε μέρα που περνάει πιο πολύ σε αγαπώ

Σε κοιτάω να μεγαλώνεις, σαν μπουμπούκι ευωδιάζεις
Και την νύχτα που κοιμάσαι, αγγελάκι εσύ μοιάζεις

Σ΄αγαπάω πιο πολύ κι απ την ίδια τη ζωή
Σαν τον ήλιο εσύ λάμπεις που φωτίζει όλη τη γη

Χαμογελάς και στην καρδιά η χαρά με πλημμυρίζει
Της ζωής μου είσαι το φως και κρινάκι που ανθίζει

Είσαι τα πάντα στη ζωή , είσαι ουρανός  και γη
Μυρωδάτο περιβόλι και αστείρευτη πηγή

Ολοκάθαρη μου λίμνη και στην έρημο όαση
Από τότε που γεννήθεις είσαι η χαρά μου εσύ

Πέμπτη 5 Μαΐου 2011

Ο ΓΕΡΑΣΜΕΝΟΣ ΔΡΑΚΟΣ

Ο ΓΕΡΑΣΜΕΝΟΣ ΔΡΑΚΟΣ

Ένας δράκος γερασμένος
Μες την σκοτεινή σπηλιά του
Έπεσε σε μαρασμό
Κι είχε χάσει τη μιλιά του

Μόνο λίγο με τα μάτια
Έξω παρακολουθούσε
Και τα περασμένα νιάτα
Μέρα νύχτα΄ αναπολούσε

Τότε που ΄ταν στα καλά του
Και τον έτρεμε η πλάση
Τώρα κόντευε σχεδόν
Και το φως του πια να χάσει

Μές στην σκοτεινή σπηλιά του
Όλη μέρα μοναχός
Με μαράζι ξεφυσούσε
Μα δεν έβγαινε καπνός

Τη δράκαινα του είχε χάσει
Πάνε τόσα χρόνια τώρα
Αλλά κι΄ όλα τα δρακάκια
Είχαν φύγει απ΄ τη χώρα

Τι να κάνει o γέρο-δράκος
Μες τα΄αγιάζι και το κρύο
Κάνει αίτηση να πάει
Στο δρακογηροκομείο

Τη σπηλιά την κρύα θ΄αφήσει
Και στο ίδρυμα θα πάει
άλλους δράκους να γνωρίσει
και ζεστό φαί να φάει

Ωσπου ο δράκος ήταν νέος
Όλα φαίνονταν ωραία
Μα τα χρόνια σαν περάσουν
Όλοι θέλουν μια παρέα

Και ο δράκος και η κάμπια
Και του τσοπανάκου η γίδα
Όλοι τους όταν γεράσουν
Θέλουνε λίγη φροντίδα











Δευτέρα 2 Μαΐου 2011

ΤΟ ΛΕΝΑΚΙ

Το Λενάκι

Ελένη, Λενάκι, Ελενάκι μου

Έλα στο σπίτι, στο σπιτάκι μου

Να φάς πίτα, πιτούλα, μια τυροπιτούλα

Να δεις τη γάτα, γάτα μου, την όμορφη γατούλα

Να πιεις νερό, νεράκι μου, να φας και νερατζάκι

Να πάμε βόλτα στο βουνό, μετά στο χωριουδάκι

Να φάμε μια χορτόπιτα, με πράσο και ραδίκια

Να πάμε στη λιμνούλα,  να πάρουμε χαλίκια

Να δούμε τα βατράχια, που κάθονται στα βράχια

Να δούμε και τ΄αστέρια που λάμπουνε τα βράδια

Να πάμε και βαρκάδα σαν πέσει φεγγαράδα

Και στο σπιτάκι μου μετά να πιούμε λεμονάδα

Να πάμε και να ρθούμε νωρίς να κοιμηθούμε

Γιατί ξανά ποιος ξέρει μάτια μου πότε θ΄ανταμωθούμε

Σαν φύγεις απ το σπίτι, το σπιτάκι μου

Ελένη, Λενάκι, Ελενάκι μου


Τετάρτη 20 Απριλίου 2011

ΤΑ ΒΟΤΣΑΛΑΚΙΑ (το παραμύθι της γιαγιάς μου)

ΤΑ ΒΟΤΣΑΛΑΚΙΑ

Ψηλά σ΄απόκρημνο βουνό και σε βαθύ λαγγάδι,
Έχ΄ένα έρημο χωριό μ’ένα ξερό πηγάδι
Ζούσαν εκεί δυο αδελφές, η Πέτρα κ΄η Μαλάμω
Η μία ζούσε στα χρυσά, κι΄η άλλ΄έπεφτε χάμω
Η Πέτρα φούρνο άνοιξε και ζύμωνε όλη μέρα
η άλλη χήρα και φτωχιά, πώς να τα βγάλει πέρα

Η μια με χίλια βάσανα, απέχτησε μια κόρη
Τρία η άλλη έκανε, δυο κόρες κι΄έν΄αγόρι
Στην αδελφή της δούλευε, απ΄το πρωί (η) Μαλάμω
Και στην ποδιά της μάζευε, τ΄αλεύρι από χάμω
Να πάει το βράδυ σπίτι της, πιττούλες για να φτιάξει
Να φάνε τα παιδάκια της , η πείνα τους να πάψει

Μα ένα βράδυ φοβερό, που χε μεγάλη μπόρα
Η Πέτρα με πολύ θυμό, την διώχνει - κούφια ώρα
«που να χεις την κατάρα μου, που κλέβεις το αλεύρι»
«συγχώρα μ΄αδελφούλα μου, μόνο καλό να σ΄εύρει»
Μα είχε πέτρα την καρδιά. Που να τη συγχωρήσει;
Δεν είχε αγάπη μέσα της, λίγο να της χαρίσει

Πάει (η) Μαλάμω σπίτι της, με την ουρά στα σκέλια
Δεν είχε αλεύρι-ούτε ψωμί, μον άδεια΄ειχε τα χέρια
Κι΄απ το πολύ μαράζι της που κλαίγαν τα παιδάκια
Πιάνει και βάζει στη φωτιά, να ψήσει βοτσαλάκια
Πηγαίνετ΄αγγελούδια μου νωρίς να κοιμηθείτε
Και μόλις το φαί ψηθεί, φωνάζω σας να ρθείτε

Μα πώς να ψήσει το φαί, που ψέμματα τους λέει
Και η Μαλάμω μόνη της, όλο το βράδυ κλαίει
Μα ξάφνου στην άφεγγη νυχτιά και στην μεγάλη μπόρα
Η πόρτα του σπιτιού χτυπά. «Ποιος να΄ναι τέτοια ώρα;»
«Άνοιξε κόρη μου χρυσή, που να χεις την ευχή μου»
« τι από με ζητάς παππού, κι΄έρχεσαι στην αυλή μου;»

«ένα ποτήρι με νερό, λίγο ψωμί να φάω
Να ξημερώσει ο Θεός, και στο καλό να πάω»
«Μείνε παππού, μετά χαράς, δε θα σε μαραζώσω,
Μα στο τσουκάλι μου φαί, δεν έχω να σου δώσω»
«γιατί λες κόρη μου καλή, ψέμματα σ΄ ένα γέρο;»
«αφού δεν έχω τίποτες, ψωμί πώς να σου φέρω;»

«Και , τι ΄ν΄αυτό που ψήνεται, κει πέρα στη φωτιά σου;
Θες να πιστέψω νηστικά κοίμησες τα παιδιά σου;»
«αλίμονο μου νηστικά κοίμησα τα μικρά μου,
Βότσαλα ψήνω στη φωτιά και σκίζεται΄η καρδιά μου»
«Άνοιξε κόρη μου να δω τα μαύρα βοτσαλάκια
Με δες που λέει ψέμματα και ψήνει φασολάκια»

«αλήθεια λες καλέ παππού, να ζήσεις χίλια χρόνια
Μόνο με θαύμα γίνονται, τα βότσαλα φασόλια»
«Ξύπνα Μαλάμω τα παιδιά, να φάμε και να πιούμε
Φέρε μας και γλυκό κρασί, να το φχαριστηθούμε
Και να χεις πίστη στο Θεό που όλα τα κοιτάζει
Χορτάνει εκείνους που πεινούν και διώχνει το μαράζι»











Δευτέρα 11 Απριλίου 2011

ΤO ΠΑΡΤΥ ΤΗΣ ΚΑΤΣΙΚΑΣ

Στου κυρ Παντελή τη φάρμα, στα γενέθλια της κατσίκας
Είπαν έκπληξη τα ζώα, να της κάνουν, της Μαρίκας

Στο μεγάλο αχυρώνα, στις εννέα και μισή
Πρόσκληση έβγαλε η χήνα, να΄σαστε όλοι εκεί

Η γαλοπούλα ροζ κορδέλες, κρέμμασε απ το ταβάνι
Και ο γάιδαρος με φράκο, τον πορτιέρη πάλι κάνει

Η αγελάδα όλο κέφια εκτονώνεται στην πίστα
Έχει κιόλας πάει δέκα μα δε φάνηκε η κατσίκα

Η κοτούλα μεθυσμένη κακαρίζει ένα σκοπό
Και ο σκύλος στη γατούλα  θα χαρίσει ένα ταγκό

Η αράχνη με μανία τον ιστό της πάλι πλέκει
Όλοι ήρθαν μα κανένας την κατσίκα δεν την βλέπει

Στο μπουφέ ο γέρο λύκος κόβει φέτες το ρολό
Και το πρόβατο προσφέρει καντείφι και χυμό

Η αλεπού έχει πεινάσει και έχει φάει τριάντα σύκα
Κι όλοι αναρωτιούνται τώρα, που να είναι η κατσίκα

Το κουνούπι γυροφέρνει τρελλαμένο μία λάμπα
Και η κάμπια στο ρυθμό της λέει να χορέψει σάμπα

To γλυκό πάει να λιώσει κι είναι όλοι θυμωμένοι
Πήγε έντεκα μα η κατσίκα,  είναι εξαφανισμένη

Νευρίασε το άλογο, κλωτσάει και χλιμιντρίζει
Κι η ψείρα εκεί απ τις οκτώ, από τα νεύρα αφρίζει

Η μύγα απ την πλήξη της, τα βάζει με τη σφήκα
Τους βρήκαν τα μεσάνυχτα, μα πουθενά η κατσίκα

Έτσι αποφασίζουνε το πάρτυ να διαλύσουν
Και αύριο πρωί πρωί να ρθουν να καθαρίσουν

Κλείνουνε την γεννήτρια, σβήνουνε και τα φώτα
Κι ο γάιδαρος υπεύθυνος να κλείσει και την πόρτα

                            Μα ξάφνου ο κυρ-Παντελής, μπαίνει στον αχυρώνα
Κι απ την αμηχανία του κοιτάει μόνο το χώμα

« κάτι κακό έχω να σας πω, λυπάμαι βρε παιδιά
μα πέθανε η κατσίκα μας απόψε στις εννιά»
























Παρασκευή 8 Απριλίου 2011

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΚΗ


Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΚΗ

Αχ θεούλη μου καλέ , άκουσε την προσευχή μου
Ο Γιαννάκης είμαι,  θυμάσαι; Η Μαριώ ειν΄η αδερφή μου
Το λοιπόν γοργά θ΄αρχίσω, κι όλα τώρα θα στα πω
Τίποτα δε θα σου κρύψω, μιας και έχω καλό σκοπό

Της κυρά-Κούλας τη γατούλα, θυμάσαι,  τα πάμε και χτες
Σήμερα την τάισα πάλι και της άρεσε ο κεφτές
Συγχώρα με Θεούλη,  για αυτό που είχα κάνει
Ξέρεις, που πήρα από τη γυάλα, και της τάισα το ψάρι

Άλλο κακό δεν έχω κάνει, απ΄όσο ξέρω και θυμάμαι
Α! Ναι, η μαμά μου θύμωσε το βράδυ, νωρίς λέει να κοιμάμαι
Ότι και να έχω κάνει, να το ξέρεις πως λυπάμαι
Το χειρότερο παιδί , δεν το θέλω εγώ να ΄μαι

Τα Χριστούγεννα θα έρθουν, ο Χειμώνας ειν΄ κοντά
Στείλε και στον Άι Βασίλη, χαιρετίσματα πολλά
Λέω σε καμιά βδομάδα, να του στείλω και τη λίστα
Ζητώ για με ένα σκυλάκι  και για τη Μαριώ μια ξύστρα

Ο μπαμπάς μου είπε όμως,  άμα κάνω αταξίες
Δώρο φέτος δε θα πάρω, μάλλον θα χει τιμωρίες
Γι΄ αυτό κάνε και συ κάτι, μια κουβέντα πες καλή
Για το φίλο το Γιαννάκη και θ΄αλλάξω στη στιγμή

Το λοιπόν και κάτι άλλο,  θέλω τώρα να σου πω
Έχω μια μικρή απορία που τη σκέφτομαι καιρό
Στην τηλεόραση σαν βλέπει ο μπαμπάς μου τις ειδήσεις
Στα κρυφά βλέπω λιγάκι, όμως μη με μαρτυρήσεις

Εκεί μέσα όλο δείχνει, πόλεμους και φασαρίες
Αρρώστιες, πείνα και σεισμούς, πλήμμυρες και ξηρασίες
Ο πλανήτης λένε, η Γη μας, καθόλου πως δεν πάει καλά
Απ τις τρέλλες των ανθρώπων, έπαθε πολλή ζημιά

Με όλα αυτά που ακούω φοβάμαι, έστω και να το ρωτήσω
Θα προλάβω Θεέ μου εγώ, να μεγαλώσω και να ζήσω;
Κι όλα αυτά που οι ανθρώποι κάνουν, και τη Γη έχουν βασανίσει
Δεν πρέπει κάποιος να βρεθεί και αυτούς να τιμωρήσει;

Τέλος πάντων έχω νυστάξει και εσένα έχω κουράσει
Ελπίζω μόνο η προσευχή μου, στα ψηλά που ΄σαι να φτάσει
Να θυμάσαι να προσέχεις τη μαμά μου τον μπαμπά
Τη Μαριώ την Κυρά-Κούλα και τη γάτα την παχιά

Στους ανθρώπους τους κακούς, καιρός είναι να θυμώσεις
Τα παιδάκια όλου του κόσμου, αχ θεούλη μου να σώσεις
Να προσέχεις και εμένα το μικρούλη το Γιαννάκη
Που μένω στο ψηλό βουνό, σ΄ένα κίτρινο σπιτάκι








Τετάρτη 23 Μαρτίου 2011

Η ΜΙΚΡΟΥΛΑ ΜΑΓΙΑ

Η μικρούλα Μάγια
Δεν έχει φορέσει παπούτσια ποτέ
Και τα ρούχα της ένα φόρεμα σκισμένο
Μα δεν τη νοιάζει, δεν θα κρυώσει

Η μικρούλα Μάγια
Δεν έχει πάει σχολείο ποτέ
Και δεν ξέρει να διαβάζει και να γράφει
Μα δεν τη νοιάζει, εξετάσεις δε θα δώσει..

Η Μικρούλα Μάγια
Δεν έχει γνωρίσει τη μάνα της ποτέ
Και δεν ξέρει τι σημαίνει χάδι κι΄αγκαλιά
Μα δεν της λείπει σαν δεν το ΄χει νοιώσει

Η Μικρούλα Μάγια
Δεν είχε κούκλες Μπάρμπι και τουβλάκια ποτέ
Μα κάνει τόση πολύ χαρά σαν καταφέρει
Σ΄ένα σωρό από σκουπίδια να σκαρφαλώσει

Η μικρούλα Μάγια
Δεν έχει φάει σοκολάτα και καραμέλες ποτέ
Μόνο ψίχουλα, αποφάγια και μπανανόφλουδες
Μα δες,  η κοιλίτσα της έχει τόσο πολύ φουσκώσει

Η μικρούλα Μάγια
Δε θα προλάβει να μεγαλώσει ποτέ
Αλλά εκεί που πάει η μαμά της περιμένει
Αγάπη , όμορφα ρούχα, σοκολάτες και παιχνίδια να της δώσει

Προδοσία, το αίσθημα της αηδίας και ανάπτυξη ψυχοσωματικών δερματικών παθήσεων

  Feeling disgusted and breaking out in a skin rash after a major betrayal are deeply connected psychosomatic and neurobiological reactions ...