Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΙΚΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΙΚΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 25 Ιουλίου 2019

Τα δίδυμα

η ιστορία που ακολουθεί είναι μια ιστορία μέσα σε μια άλλη ιστορία που ονομάζεται ΤΟ ΣΗΜΑΔΙ
που πήρε έπαινο από την εταιρία Θεατρικών συγγραφέων Κύπρου σε διαγωνισμό μονόπρακτου

  
O Μιχάλης τζ' ο Γαβρίλης * το παραμύθι των διδύμων *


Ήτουν γιατί τζιαι που λαλείς, πριν που σαράντα γρόνια
Ένα χωρκόν πολλά μιτσήν, στους κάμπους τζιαι τ’ αλώνια
ήτουν τζιαι μια κατάβαρη, κορού πρωτογεννούσα
εκόντεψεν η ώρα της, τζ’ οι πόνοι την βαστούσαν

φωνάξασιν τζιαι τη μαμμού, να την καλογεννήσει
ζώνη χρυσοβαλάντους μου, στη μέση να της δίσει
που το πορνόν εσφίγγετουν, τζ’ έβαλλεν το σταυρόν της
τζιαι το χωρκόν συνάχτηκεν έξω που το στενό της

άνταν τζ΄ η μέρα εγύρισεν, τζιαι φάνην το φεγγάρι
εφώναξεν τζιαι η μαμμού, «καλώς το παλληκάρι
μα νάκκον πάρε υπομονή, χαρκούμαι έσιει αλλ’όνα»
τζ΄ο άντρας της που τη χαρά, πετάχτην πας το δώμα

αλλώναν πόνον τζ΄έφκαλεν, το δεύτερον μωρούιν
τζιαι ο Θεός μου έδωκεν, ήτουν τζιαι τζείνον γιούιν
εν τα παιθκιά ούλλοι λαλούν, ευλογία τζιαι χαρά
άμαν τα γιούθκια γεννηθούν, ευτύς η μάνα τραουδά

«έχω γιον τζι’ έχω χαρά, πον να μου λαλούν τζυρά
έχω γιον τζι΄έχω μανιέρα, πον να μου διούν τσαέραν»
Σφικτά τα τουλουπιάσασιν, ευτύς να μεν ριάσουν
Τζ’ η μάνα τα εβύζασεν, γάλαν, να μεν πεινάσουν

Ήρτεν τζ΄ο τζύρης να τα δει, τζιαι να τα καμαρώσει
Τα γιούθκια του που έσπειρεν, καμάριν, ν΄αναγιώσει
Κατά που πρέπει έδωκεν, ονόματα Αγγέλων
Γαβρίλην τζιαι τον Μιχαλιόν, Μεγάλων Αρχαγγέλων




Μα αζούλεψεν ο σατανάς, τζ’ έβαλεν τα στο μμάτι
μιαν γύφτισσαν τους έπεψεν, να κάμει την απάτη
μιαν μέραν έσσω έκοψεν, μονάσιην τη λεχούσα
τζιαι είπεν της τάχα πουλεί, κεντήματα τζιαι λούσα

«ριάλλια πάνω μου εν έχω, μήτε λίρες κρατώ
μα ρέξε έσσω, μάγκου μου, νάκκον για να τα δω»
εσσιάστηκεν τζ’η μάγισσα, τουλουπιασμένα γιούθκια
αγκάλλια μέσα στο βουρνίν , τζοιμούνταν ζγιαν τ’ αρνούθκια

«να σου τα γλέπει ο Θεός, να σου τα χαρινίσκει»
Είπεν της, μα το κακό, έτο που νεφανίσκει
Εμπήκεν τζιαι καλόκατσεν τα λούσα να της δείξει
Αμμάν ήτουν άλλος ο σκοπός, να μας φυλάει ο Θεός, μασιαίριν να της μπείξει

«Πίννεις να ψήσουμεν καφέ; Για προτιμάς τσιαούι
Έχω τζιαι λεχουζούδκια, τζιαι φρέσκο χαλλουμούι»

«Ψήσε τον να σεις την ευτζήν, διπλά τριπλά ο πλάστης μου, να σου τα πέμπει πίσω
Τζ΄ότι θκιαλέξεις που δαμέ, βρασιόλι για γρουσαφικόν, εγιώ θα στο χαρίσω»

Τζιαι τον καβέν τους είπιαν τον, τζ’ εκάμαν εις υγείαν
Αμμά η γυφτού μανίκωννε, να κάμει την μαγείαν

Ευτύς εποταβρίστηκεν, να γύρει το φετζάνην
Τάχα την τύχην της να της πει, που φκαίνει κατά που λαλούν, ολόγιομο φεγγάρι

Τζ΄είπεν της πως ο άντρας της, εν’ θα φκαλλεν το γρόνον
Τζιαι τυχερό της έλαχε, να πάρει μέγαν πόνον
Αμμά είπεν τζιαι σειρόττερα, που ΄ναν καταραμένη
Ζγιαν την πατσάλαν την κουφή, σιηλιοφαρμακωμένη



«Οι γιούες σαν μιαλίνουσιν, τζιαι πιάσουν τους δεκάξι
Θα τσακκωθούσιν άσιημα, τζ’ η γνώμη τους θ’ αλλάξει
Για μάθκια κόρης γαλανά, θα φκάλουσιν μασιαίρι
Τζιαι θα πεθάνει ο Μιχαλιός, που του αρφού το σιέρι»

Τα νέα άμαν τζ΄άκουσεν, εφύρτην του λαμάτου
Τζιαι το φετζιάνιν έσυρεν, στην τρύπαν τ΄ αποπάτου
Λάμνε τζιαι σου στ΄ανάθεμαν, της γύφτισσας αρρώνει
Φκάλλει την έξω τζιαι εφτύς, την πόρταν της μπαρρώνει

Ώστι ο σειμώνας έφκυκεν, τζ’ ήρτεν το καλοτζαίρι
Που οι σκάπουλλοι γυρεύκουσιν, νιές κορασιές για ταίρι
Που το πορνόν ο άντρας της, στο θέρισμαν ισιώνει
Τραβά τα ποινάρκα του, ψηλά να μεν πυρώνει

Ο ήλιος μεσουράνησε , τζιαι τζείνος στες μηλιές
άνοιξεν την μαντήλαν του, να φάει ψουμίν τζ΄ελιές
αμμάν στη ρίζα του δεντρού, μια φίνα εκαρτέραν
εδάκκασεν τον στο μερί, σκοτείνιασεν η μέρα

μαντάτον μαύρον φοβερόν, εφέραν της καλής του
ευτύς ξεράναν οι ανθοί, τα δέντρα της αυλής του
μαύρην μαντίλαν φόρησε, μαύρο τζιαι το φουστάνιν
τζιαι δεν εβρέθην άδρωπος, τον πόνον της να γιάνει

ίσια που τα εξύασεν, της γύφτισσας τα λόγια
αρκέψαν τζ΄εφακκούσασιν, όπως τα κομπολόγια
τζιαι μονομιάς θυμήθηκεν, τζ΄έμπηκεν της μασιαίρι
«πως θα πεθάνει ο Μιχαλιός, που του αρφού το σιέρι»

ήτουν τζιαι εν ήτουν γρονιά, ίσια που παρπατήσαν
τζιαι μές τα αγκάλια της νωστά, ππέσαν, ποκαματοίσαν
εθώρεν τα τζιαι ποταμοί, τρέχαν τα δάκρυα της
για το κακόν το ριζικόν, πο’ ππεσε στα μωρά της




ο Μιχαλιός στα δεξιά, ξανθός τζιαι παχουλλούης
αριστερά ο Γαβριλής, ψιντρός τζιαι καστανούης
Ποιον αγαπά λλιόττερο; o κόσμος να χαλάσει….
ζυγίζει η αγάπην μια οκκά; στη μέση να μοιράσει;

στην καρκολούα τα’ βαλεν, πάνω πουν το ανόι
νανούρισμα τους τραουδά, αμμά τζιαι μοιρολόι

«Αγιά Μαρίνα τζαι τζυρά που ποτζοιμίζεις τα μωρά
Ποτζοίμις τα μωρούθκια μου τζαι τα μιτσικουρούδκια μου

έπαρτα πέρα των περών, τζει πόσιει καθαρό νερό
να πλύνεις τα ρουχούθκια τους τζαι τα πουκαμισούθκια τους

έπαρτα πέρα γύριστα τζαι πάλε στράφου φέρμου τα
τζαι πάλε στράφου φέρμου τα, γιατί εν μωρά τζαι θέλω τα

να κάμουν νάννι, νάννι τους τζαι έσιει δουλειές η μάνα τους
τζαι έσιει δουλειές η μάνα τους, να κάμουν νάννι, νάννι τους

να κάμουν νάννι, νάννι τους, τζ΄επέλλανεν η μάνα τους
που το μαράζιν τον καμόν, τζ΄έν έσιει η πίκρα νεπαμόν

νανούρισμα τραούδησεν, αμμά τζιαι μοιρολόι
τζιαι κρεμμασμένην το πορνόν, την ήβραν πας τ’ ανόι

Μίνασιν τέλεια ορφανά, που μάνα τζιαι πατέρα
Είχασιν μόνο μια στετέ, τζιαι τζείνη ήτουν πέρα
Άλλην λεχούσαν εν είσιε, νάκκον να τα βυζάσουν
Γάλαν γαδάρας φέρασιν, να φάσειν να χορτάσουν

Το ένα μωρόν εζήτησε, να πιάσει μια Τουρκάλλα
Ήτουν σιηράτη, μανισιή, παιθκιά εν είσιεν άλλα
Είσιεν το που τζιαιρόν καμόν, να σιεν ένα μωρούι
Τζ’ έκαμεν σιήλιες θκυο χαρές, που βρεν παλληκαρούι



Είδεν τα τζιαι εθκιάλεξεν, γιον της τον Γαβριλή
Σουννέττι του εκάμασιν, τζ΄ εφκάλαν τον Αλή
Παραχωρκού εδώκασιν, ευτύς τζιαι το Μιχάλη
Σε μια που ΄σιεν πολλά παιθκιά, μα τζιαι καρκιά μιάλη

Εσκέφτην «τόσα ανάγιωσα, βλάφτει ένα μωρό;
Έσιει για τ’ άλλα ο Θεός, θα βρει τζαι τ΄ορφανό»
έτσι ο Θεός τα έφερε τζιαι τα μωρά εχωρίσαν
τζιαι ότι ήτουν δίδυμα, ποττέ τους δεν γνωρίσαν

Τα γρόνια επεράσασιν, άντρες τζ’ οι θκυο γινήκαν
τζιαι του Μιχάλη δώσασιν, μια νύφη δίχως προίκα
αμμά τουν όμορφη πολλά, ξανθή γαλανομμάτα
εσσιέτουν ούλλον το χωρκό, στη στράταν που επαρπάταν

της Παναγιάς ξημέρωσε, τζιαι είσιεν παναήρι
τζ΄ο Μιχαλιός της Αντζελούς έκαμεν το χατήρι
το γάδαρο σαμάρωσεν, να πάν να προσκυνήσουν
τζιαι στη Χρυσοσπηλιώτισσα, εικόνα να φιλήσουν

στο μοναστήρι φτάνουσιν, χαζίριν να νυχτώσει
τζιαι ο Μιχαλιός εγύρευκεν, το γάρο να μαντρώσει
«κάτσ’ Αντζελού εσού δαμέ, να δω που θα τον δείσω
να βρω φαί τζιαι νακκουρίν, νερόν να τον ποτίσω»

κάθεται τζείνη μόνη της, τζ΄ο Μιχαλιός ισιώνει
η ώρα γλήορα περνά, τζιαι μόνη της κρυώνει
κόσμος πολλύς τζιαι άγνωστος, που δίπλα της περνά
τζ΄η Αντζελού αμάθητη, κλαίει τζ΄αροθυμά

απέναντι της τον θωρεί, τον Μιχαλιό θαρκέται
βουρά τσιππώνει πάνω του, τζ΄ευτύς παρηορκέται
αμμά ο άλλος την κουντά, μακρά τζιαι την πετάσσει
«κόρη μου μα επέλλανες;» τζ΄ευτύς το δειν του αλλάσσει
  

Εν τζ΄έφτασεν να το σκεφτεί, τζιαι είδησην να πάρει
πως έν ήτουν ο Μιχαλιός, μα άλλον παλληκάρι
ο άντρας της που μακριά, εσσιάστηκεν τα ούλλα
εθόλωσεν το μμάτι του, έφαν΄τον η αζούλα

ήτουν μεάλη προσβολή, ο ξένος να της τζείσει
ρεζίλι μέσα στο χωρκό, ήτουν να καταντήσει
εποτυλίχτηκεν ευτύς, καφκάες αντακώνει
τζιαι τη κκελλέ του άννοιξε, τζιαι του τη γαιματώνει

που το ζωνάρι τράβησε, τζ΄ ο άλλος το μασιαίρι
τζ΄επέθανεν ο Μιχαλιός, που του αρφού το σιέρι
γιατί ώσπου ριζώνουσιν, στο χώμα τα σπερμένα
ποττέ εν ιξεγράφουνται, της μοίρας τα γραμμένα

Μαρίνα Σαβεριάδου



μια μικρή ιστορία αγάπης στην Πόλη Χρυσοχούς

είχαμε μια μικρή συζήτηση με ένα φίλο για την οικειότητα και μου θύμησε αυτήν την μικρή ιστορία αγάπης που έζησα τότε ..έφηβη πριν 25 και κάτι χρονους που πήγαμε με το σχολείο κατασκήνωση στην Πόλη χρυσοχούς

όταν λέω πήγαμε από το δικό μου το σχολείο ήμουν εγώ και η διπλανή μου, και οι υπόλοιπες κορούδες από άλλα σχολεία από όλη την Κύπρο

περάσαμε πολλές περιπέτειες εκείνο το καλοκαίρι στην κατασκήνωση αλλά σήμερα δε θα σας πω για τις περιπέτειες μας. θα σας πω για κάτι που μου έκανε εντύπωση και το θυμήθηκα πρόσφατα προχτές δηλαδή που έπρεπε να ετοιμάσω ένα κείμενο με θέμα οι καλοκαιρινές μας νύχτες 

Είχαμε λοιπόν ένα δάσκαλο που ήταν υπεύθυνος της ομάδας μου "ΟΙ ΤΡΟΜΕΡΕΣ" (τρομάρα μας) στην κατασκήνωση , Παφίτης, μελαχροινός, πράος και καλόψυχος. Νομίζω ήταν από τους λίγους ανθρώπους που γνώρισα στη ζωή μου που ήταν τόσο καλόψυχοι. Είναι αυτοί οι τύποι ξέρεις που σου μιλούν πάντα με ήπιο τόνο, που ότι κι αν συμβαίνει πάντα έχουν αυτό το ήρεμο χαμόγελο, που προσπαθούν να επιλύουν τις όποιες συγκρούσεις (και υπήρχαν πολλές συγκρούσεις σε μια κατασκήνωση γεμάτη πελλοέφηβες) με χιούμορ και καλή διάθεση. 


Ο υπεύθυνος δάσκαλος μας λοιπόν αυτός, για την ιστορία θα τον πούμε κύριο Χ. ήταν πάντα εκεί με χαμόγελο και με την καλή του την κουβέντα και φυσικά εμείς τον λατρεύαμε σαν πατέρα.


Η κατασκήνωση μας δεν ήταν σε κατασκηνωτικό χώρο, ο χώρος ήταν στο Γυμνάσιο της Πόλης Χρυσοχούς και εμείς χωρισμένες σε ομάδες κοιμόμασταν μέσα στις τάξεις του σχολείου, τις οποίες είχαν διαμορφώσει σπρώχνοντας τα θρανία γύρω και βάζοντας σε σειρά κάτι σιδερένια κρεβάτια. 


Τα απογεύματα είχαμε έξοδο. Πηγαίναμε περπατητές στη θάλασσα εκεί όπου είναι ο κατασκηνωτικός χώρος. Εκεί λοιπόν ένα απόγευμα και εγώ πάντα με την κολλητή μου είδαμε ότι ο κύριος Χ. είχε φέρει την οικογένεια του στη θάλασσα, δύο μικρά κοριτσάκια και τη γυναίκα του. Κάτσαμε και εμείς εκεί κοντά και μιλούσαμε. Τότε προσέξαμε και εγώ και η φίλη μου την γυναίκα του που θα πρέπει να ήταν γύρω στα τριάντα. Δύο δεκατριάχρονες λοιπόν έβλεπαν 


Προσέξαμε λοιπόν ότι η κοπέλα δεν ήταν αυτό που θα έλεγε κάποιος λεπτή, ήταν μάλλον γεματούλα και όχι μόνο αυτό είχε και κάτι άσπρες γραμμές πάνω στους γοφούς της που τότε δεν ξέραμε τι ονομάζονται αλλά μετά μάθαμε ότι τις λένε ραγάδες. 


Εμείς τότε ήμασταν μωρά, λεπτά, αθλούμασταν, ούτε ένα περιττό κιλό και τίποτα πάνω στο δέρμα μας. Λοιπόν σχολιάζαμε εμείς οι "τέλειες" έφηβες το πόσο χαλασμένο ήταν το σώμα και το δέρμα αυτής της κοπέλλας και μάλιστα λέγαμε καλα και δεν ντρέπεται και βάζει και μαγιώ. 


Μετά προσέξαμε κάτι άλλο. Προσέξαμε τον κύριο Χ. Ο κύριος Χ. λοιπόν που ήταν μέρες μακριά από την οικογένεια του αφού ήταν στην κατασκήνωση και πρόσεχε εμάς, τώρα που τους είχε κοντά του ήταν καταχαρούμενος και φαινόταν. Δεν ξεκολλούσε από το πλάι της γυναίκας του και τη ρωτούσε αν θέλει νερό και αν θέλει φρούτο και τη φιλούσε τρυφερά και της κρατούσε το χέρι και κάθονταν δίπλα δίπλα και κοίταζαν τα κοριτσάκια τους που έπαιζαν. 


Και ξαφνικά ενώ το θέμα συζήτησης ήταν το σώμα της γυναίκας αυτής, που ήταν πρωτοφανές θέαμα για εμάς, σωπάσαμε και οι δύο με τη φίλη μου και βλέπαμε αυτή την ιστορία αγάπης να εξελίσσσεται μπροστά στα μάτια μας


-Κοίταξε, λέω στη φίλη μου, πόσο την αγαπάει και μέσα μου εσκέφτουμουν μα πώς γίνεται, αφού το σώμα της είναι έτσι;


-Ναι, μου λέει εκείνη, για εκείνον δεν έχει σημασία τίποτα

Και από τότε κατάλαβα τι είναι αγάπη, για εκείνον που σε αγαπά να μην έχει σημασία τίποτα, ούτε αν δεν έχεις πια τόσο τέλειο σώμα, ούτε αν έχεις ραγάδες, και οτιδήποτε άλλο φέρνει ο χρόνος μαζί του.. είδα, ξέρω, καταλαβαίνω πια και τυχερές οι γυναίκες που έχουν συντρόφους σαν τον κύριο Χ. 


Οι άνθρωποι αυτοί είναι φτιαγμένοι με αυτό το υλικό που η αγάπη που έχουν να δώσουν στην οικογένεια τους είναι γεμάτη λατρεία και αφοσίωση.. τυχερός αυτός που αγαπιέται έτσι.. κύριε Χ. να σαι καλά και να τους αγαπάς πάντα ..

Συνοψίζοντας λοιπόν μια νόρμαλ γυναίκα θέλει αγάπη και λέγοντας νόρμαλ εννοώ (να μεν είναι καμιά πελλοφαλλαρισμένη , αππωμένη, που γουστάρει λούσα τζιαι λευτά τζιαι τον άντρα δούλο να της τα φέρνει) η νόρμαλ γυναίκα λοπιόν θέλει αγάπη όπως και ο νόρμαλ άντρας και τούτοι οι δύο έχουν να δώσουν έναν μεγάλο αγώνα παλεύοντας αυτό που ονομάζεται οικειότητα γιατί ο χρόνος μετρά ανάποδα και για τους δύο. 


Η γυναίκα θα κάνει γέννες , θα κάνει καισαρικές, θα πέσει το στήθος, ο άντρας το πιο πιθανόν θα χάσει τα μαλλιά του, μπορεί να συνοδεύει την γυναίκα του με το μέγεθος της κοιλιάς στις εγκυμοσύνες και πολύ πιθανόν να διατηρήσει την κοιλιά του μετά που θα γεννήσει η γυναίκα. του. 

Σκέφτου όμως τη στιγμή που εκείνη νιώθει χάλια, μόλις ένα μήνα μετά τη γέννα, με τις ραφές της καισαρικής να πονούν και το στήθος να είναι κρεπαρισμένο από το γάλα και τη ψυχολογία της στα πατώματα γιατί το μόνο που νιώθει είναι μια μηχανή που παράγει τροφή για ένα βρέφος και εκείνος, ναι εκείνος που ήταν το επίκρεντο της προσοχής της και τωρα΄νιώθει ο ίδιος ένα παραμελημένο μωρό και πολλές φορές δεν ξέρει καν τι ρόλο παίζει εκεί, εκείνος λοιπόν, είναι αυτός που θα την κάνει να ξανανιώσει γυναίκα.


και κάποτε θα γυρίσει ο τροχός και να είναι εκείνος ένα άθλιο κουρέλι, να έχει χάσει τη δουλειά του, να μην έχει λεφτά και δεν έχει χειρότερο πράγμα για ένα άντρα από το να μην είναι αυτοσυντήρητος και να νιώθει ότι μπορεί να προσφέρει . Γ αυτό λέω ο μεγαλύτερος σύμμαχος σου ειναι ο σύντροφος σου ή τουλάχιστον έτσι θα έπρεπε να είναι. 


Η οικειότητα λοιπον δεν είναι και τόσο απειλητική αν εξαιρέσεις το γεγονός όιτι θα φτάσει κάποια στιγμή που θα σου λέει το ίδιο ανέκδοτο για τριακοστή φορά αλλά οκ . το θέμα είναι πώς όταν λείψουν τα ανέκδοτα και βαρεθεί ο ένας να ακούει τον άλλο, αντί να κάτσουν αν μάθουν νέα ανέκδοτα να λένε, πάνε και βρίσκουν άλλους ανθρώπους για να πουν τα ίδια ανέκδοτα.. κάπως έτσι; Ναι; το πρόβλημα είναι όμως ότι αν ξέρεις μόνο δέκα ανέκδοτα και σε κάποιον νέο να πάεις να τα πεις, επειδή μόνο λίγα ξέρεις, θα περάσει η πρώτη εντύπωση και θα σε βαρεθεί και ο άλλος.. αντί να γυρεύκεισαι ποτζεί τζιαι ποδά για νέο ακροατήριο, μάθε νέα ανέκδοτα λοιπόν και αν είναι και κανένα τσιαττιστό για να υπάρχει ενδιαφέρον με το ακροατήριο που ήδη έχεις ..


Ενός λεπτού σιγή για τα ζευγάρια που άντεξαν να κοιμούνται μαζί τριάντα και πλέον χρόνια και να μεν πνίξει ο ένας τον άλλο...
Μαρίνα Σαβεριάδου




Δευτέρα 22 Ιουλίου 2019

Απόβαση

Απόβαση
Πάνε σαράντα δυο χρονια και τριακόσιες εξήντα τρεις μέρες να μιλήσουμε.
Το τελευταίο μήνυμα που μου έστειλες ηταν για να μου πεις πως εφευγες για το μέτωπο.
Ο χρόνος παραποιεί την εικόνα σου και την καπηλευει.
Και η μνήμη ξερει πως αν σε θυμάμαι ατόφιο δε θα αντέξω την απώλεια.
Και θυμώνω μαζί σου και τα βάζω μαζί μου που σ άφησα να φύγεις και δικαιωνομαι και βάζω ακόμα ενα λιθαράκι στο τείχος που μας χωρίζει.
Και θυμώνω που διάλεξες εκείνην
Που πηγες σ εκείνην
Να πολεμήσεις για εκείνην
Να υπερασπισεις εκείνην
Να σώσεις εκείνην
Ξεχνώντας πως ορκιστηκες οτι ανήκεις σώμα και ψυχή σε μενα.
Κι εγω δεν ήμουν ηρωομανα να σε κανω χαλάλι , ήμουν ερωτευμένο κοριτσοπουλο που μ απαρνηθηκες για κείνη.
Μα κοιτα να δεις που σημερα φανηκα άτυχη πάλι.
Σε θυμήθηκα
Θα σου φανεί χαζό αλλα την ώρα που έβαζα το παιδί για ύπνο είδα αραδιασμενες τις κούκλες στο κομοδίνο και την οπτασία σου εκεί. Στεκοσουν μπροστά στην πόρτα με μια σακούλα κι έβγαλες από μέσα μια κούκλα, ενα μάλλινο σκουφάκι κι ενα κασκόλ.
Και μου χαμογελουσες .
Έτσι όπως χαμογελουσες πάντα όταν επεστρεφες σπίτι με τα δωρα. Κατέβηκα στο σαλόνι κι άνοιξα το δεύτερο συρταρι στο λευκό επιλο και είναι ακόμα εκεί τα φλυτζάνια με το χριστουγενιατικο ντεκόρ που έφερες για μένα.
Δεν μου έκανε ποτε καρδιά να το ανοίξω .
Σε θυμήθηκα
Και θυμήθηκα πως καποτε ήσουν εδώ κι οσο ήσουν εδώ δεν είχα ποτε λόγο να είμαι θυμωμένη.
Κι αν τωρα κρατιέμαι σαν μανιακη απ το θυμό είναι που είναι δυσκολότερη η μάχη για όσους μένουν στα μετόπισθεν.
Θα συνεχίζω να παραμένω θυμωμένη μαζί σου , θα θυμηθώ κάθε βλακεία που είπες, κάθε μικρή σου παράλειψη. Πως αλλιώς να αντέξω τοσων χρονων εγκατάλειψη;
Είμαι θυμωμένη που με παρατησες και δε σε θέλω πια ακούς;
Σ αγαπάω σ αγαπάω και μου λείπεις ακούς ;
Και πως να θάψω ψυχή μου τόση αγαπη κάτω από μια αδειανή παγωμένη λευκή ταφόπλακα;
ΜΣ

Δευτέρα 27 Μαΐου 2019

Σήμερα η ενιαχρονη κόρη με πλήρη συνείδηση του λόγου της είπε σε έναν πενηνταχρονο κύριο. Ξέρεις, τα αγόρια και εσείς οι άντρες είσαστε ανωριμοι. Τελοσπαντων, οχι όλοι, τελοσπαντων, εκτός εσύ . (Προσπάθησε στο τέλος να το σώσει.) Η ουσία είναι ότι μια ενιαχρονη έχει ήδη σχηματίσει άποψη για το αντίθετο φύλο και την παρρησία να την εκφράζει. Σε λίγα χρόνια θα μεγαλώσεις και θα κρατάς μερικές απόψεις για τον εαυτό σου, για το παρόν έχεις πλήρη ελευθερια λόγου :) για αποφυγή παρεξηγήσεων δεν αναφέρω αν συμμερίζομαι η όχι την πιο πάνω άποψη, εγώ μεγάλωσα :-)

Ο Φρέντι ήταν ένα μικρό πορσελανινο ποντικάκι. Όταν το αγόρασαν ο πωλητής τον τοποθέτησε προσεχτικά σε ένα διαφανές πλαστικό σακουλάκι γιατί ο Φρέντι ήταν μόνο τρία εκατοστά και πολυ ευθραυστος. Πέρασε μέρες στο συρτάρι του ταμπλω ενός αυτοκινήτου και μετα τον έβαλαν σε ένα άλλο συρτάρι ενός άλλου αυτοκινήτου. Εκεί γνώρισε ένα μικρό μαύρο βραχολακι και έπιασαν κουβέντα. Εσυ πως βρέθηκες εδώ, ρώτησε ο Φρέντι το βραχιολακι. Κοιτα, με αγορασαν για να με φορέσουν στο χέρι αλλα ήμουν πολύ σφικτό. Με έβγαλαν λοιπόν και επειδή δεν ήθελαν να με πετάξουν με φυλαξαν στο συρτάρι αυτό. Εσυ; ρώτησε το βραχιολακι τον Φρέντι. Εμενα με αγορασαν για να ζήσω κάπου. Σε κάποιο γραφείο όπου θα με έβλεπαν και θα χαμογελούσαν. Όπως βλεπεις ομως είμαι πολύ μικροσκοπικος και γυαλινος και φοβούνταν ότι θα σπάσω. Οι άνθρωποι μας βλέπουν και μας παίρνουν γιατί μας θέλουν αλλά δεν ξέρουν πάντα τι να μας κάνουν και που να μας τοποθετήσουν για να είμαστε ασφαλείς. Μην ανησυχείς , απάντησε το βραχιολακι , οι άνθρωποι μας ξαναθυμουνται όταν βρεθεί η κατάλληλη θέση για μας. Και που ξέρεις Φρέντι, ίσως σκεφτούν να σε βάλουν σε ένα όμορφο κουτί και τοτε θα μπορείς να είσαι πάνω σε ένα γραφειο και να σε θαυμάζουν χωρίς να κινδυνεύεις να σπάσεις. Και που ξέρεις, απάντησε ο Φρέντι, ίσως με το πέρασμα του χρόνου να μην είσαι τόσο στενο και να μπορεί κάποιο χέρι να σε φοράει άνετα χωρίς να το σφιγγεις. Για το παρόν όμως θα κάνουμε οι δύο μας παρεούλα στο μικρό συρταρακι. ΜΣ Μικρα παραμυθια
Της ψυχής μου μικροί εθισμοι, σας αφήνω πίσω με ότι βαραίνει, κλεινω τα αυτιά στων σειρηνων τα όμορφα τραγούδια, κλείνω τα μάτια σε ότι με τυφλωνει, με καθε μου δάκρυ λύνω της συνήθειας τους κομπους, αφήνω πίσω ότι με φυλακίζει και κρατάω ότι μ απελευθερώνει. Αγάπη στη γη ξανά μη με δεσεις, εγω όπως σε ονειρεύτηκα θα σε περιμένω , με λευκοκεντημενα να 'ρθείς φτερά, μαζί να πετάξουμε για πάντα ψηλά.
Η γυναίκα Η γυναίκα μεγαλώνει με παραμύθια και πρότυπα. Στα παραμύθια μαθαίνει ότι μια μέρα θα έρθει ο πρίγκηπας με το άσπρο άλογο για να την κάνει βασίλισσα και ότι για να την διαλέξει πρέπει να είναι η πιο όμορφη του παραμυθιού. Τα πρότυπα της είναι η κούκλα BARBIE που είναι η μόνη παιδική κουκλα με βυζί 3C και κώλο πιο στητό από της Λόπεζ και ένας ΚΕΝ που έχει πουλί αλλά όχι μπαλάκια. Τελοσπάντων ντύνει και ξεντύνει την κουκλίτσα της που έχει ασορτί παπουτσάκια και τσαντούλες και σάλια και ένα σπίτι με ανσανσέρ και ένα σκυλάκι κανίς με φιογκάκι. Μεγαλώνει βλέποντας στα περιοδικά και στην τηλεόραση να παρελαύνουν γυμνές και ημίγυμνες καλλονές και σιγά σιγά εμπεδώνεται στο μυαλό της ότι για να έχει αξία μια γυναίκα πρέπει να είναι καλλονή. Αλλά δεν γενιούνται όλες καλλονές ούτε άνω του 1,70, ούτε με τέλειες αναλογίες, ούτε με τέλεια χαραχτηριστικά. Οπότε δεν νοιώθει αντάξια. Το αποτέλεσμα είναι ότι από την εφηβεία και μετά το κορίτσι και μετέπειτα γυναίκα σπατάλαει μεγάλο μέρος της ζωής της, των χρημάτων της, της ενέργειας της και της ψυχολογίας της να προσπαθεί με κάθε μέσο να μοιάσει στην τέλεια εικόνα που τα μέσα επιβάλλουν η οποία στις πλείστες φορές είναι ψεύτικη και επικάλλυμμένη από ένα πολύ καλό Photoshop. Αφού προσπαθήσει να φτιάξει την εικόνα της τότε έρχεται και η σειρά του πρίγκηπα ο οποίος θα συνεισφέρει οικονομικά στην διατήρηση της εικόνας της πριγκίπισσας του. Αυτά για την εικόνα, προχωρούμε στην συμπεριφορά Η γυναίκα λόγω των πιο πάνω που είπαμε έχει μεγάλη ανασφάλεια. Πάντα κοιτάζει γύρω της αν υπάρχει κάποια ομορφότερη, ψηλότερη και ειδικά αν κοιτάζει ο πρίγκηπας ο οποίος κινδυνεύει με αποκεφαλισμό αν ξενοκοιτάξει. Η γυναίκα κατά τις εξόδους της κρατά πάντα τον πρίγκηπα από το μπράτσο γιατί αυτό είναι το μήνυμα «μην πλησιάζετε» προς τις υπόλοιπες γυναίκες. Όταν κάτσουν στο καφέ ή στο εστιατόριο θα φροντίσει να έχει πάντα οπτική επαφή με τον «πρίγκηπα» της για να ελέγχει αν τον βλέπουν ή αν βλέπεις αυτός κάποια άλλη. Αν δει κάτι που θα την ενοχλήσει δε θα κάνει σκηνή φυσικά, θα πάρει με απόλυτη φυσικότητα και ηρεμία το φραπέ της , αλλά θα μασά το καλαμάκι βλέποντας τον στα μάτια κάνοντας τον να χλωμιάσει και να ξεροκαταπίνει ξέροντας τι τον περιμένει. Η γυναίκα που ζηλεύει είναι η χειρότερη θύελλα, καταιγίδα και τσουνάμι μαζί. Είτε φταίει είτε δεν φταίει ο πρίγκηπας θα πληρώσει τη νύφη πολύ ακριβά. Συμβουλή μου. Μην της πείτε ποτέ ατάκες του τύπου , αγάπη μου μα έβαλες λίγο βάρος ; έφαες την ! μα είδες πόσο ομόρφησεν η κουμέρα; Έφαες την ! μα άλλαξε χτένισμα η φίλη σου ; έφαες την ! Γενικά μην λέτε οτιδήποτε καλό για οποιαδήποτε άλλη γυναίκα εκτός αν είναι η μάνα της και σ΄αυτήν μην λέτε ποτέ αυτό που σκέφτεστε αν είναι άσχημο, πείτε το διπλωματικά ή συμβουλευτείτε οδηγό βοήθειας. Η γυναίκα μια φορά το μήνα περιμένει περίοδο και τότε έχει τα νεύρα της και γίνεται πιο επικίνδυνη από τη Μοσάντ και την ΚαΓκεΜπέ μαζί . Εάν δεν της έχετε πει ή κάνει κάτι κακό σήμερα, θα ψάξει καλά το αρχείο και θα ανασύρει ότι έχετε πει και κάνει και την έθιξε την τελευταία δεκαετία. Θα σας τα ψάλλει, μετά θα κλάψει για ώρα και μετά θα σου πει συγνώμη αγάπη μου , μόλις είδα περίοδο και πονώ πολύ. Φέρνεις μου ένα Panadol; Γυναίκες. Κάποιες μαγειρεύουν. Μερικές δεν μαγειρεύουν. Κουβαλάνε ταπεράκια από τη μαμά και την πεθερά και την Παρασκευή παραγγέλουν take-away. Αυτές που μαγειρεύουν αρνούνται κριτική για το μαγείρεμα τους γιατί το φαί τους είναι τέλειο και μην τολμήσεις να το συγκρίνεις με της μάνα σου, είναι άξιες να το πετάξουν όλο και να σε αφήσουν νηστικό. Τα πρώτα χρόνια θα ζηλεύει γιατί πας κανένα μεσημέρι να φας στη μάνα σου και τα επόμενα θα σε στέλλει στη μάνα σου γιατί τα κουπέπια της είναι καλύτερα και φέρε και λίγα για μένα. Μεγάλο ποσοστό γυναικών χρησιμοποιούν το σεξ ως μοχλό πίεσης για τον άντρα τους. Αν τους έχει φταίξει θα πουν από μέσα τους η ευθέως. «τώρα να δεις θα κάνεις ένα μήνα να» Αν θέλει όμως κάτι εκείνη, θα λουστεί, θα αρωματιστεί θα ανάψει κεράκια, θα περιποιηθεί δεόντως τον πρίγκηπα και δύο λεπτά πριν αποκοιμηθεί θα του πει με γλυκιά φωνή «αγάπη μου, θέλω να μου πάρεις ένα τηλέφωνο» και τότε αυτός θα της πει «εντάξει αγάπη μου» για να γλυτώσει τη φασαρία και να κοιμηθεί ήσυχος γιατί ως γνωστόν μετά το σεξ ο άντρας νυστάζει. Η γυναίκα έχει φίλες. Με τις φίλες της, ειδικά αν είναι πιστές και από την παιδική ηλικία θα έχει στενότερη σχέση απ ότι μαζί σας. Και με τις φίλες τις θα μοιραστεί και συζητήσει τα πάντα. και όταν λέω τα πάντα εννοώ τα πάντα. Και δεν την νοιάζει αν σας παντρεύτηκε και έχετε παιδιά, θα σας θάψει αν χρειαστεί και θα ρθει μετά σπίτι λες και δεν συμβαίνει τίποτα. Το κεφάλαιο γυναίκα είναι ανεξάντλητο και ίσως επανέλθω αλλά όσο χιουμοριστικά και αν παρουσίασα το θέμα βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα. Η γυναίκα έχει εξουσία και ξέρει πώς και πότε θα την χρησιμοποιήσει . Θα κλείσω παραθέτοντας αυτό που διάβασα σε ένα βιβλίο πριν χρόνια και είναι πέρα για πέρα πραγματικότητα. Το δυνατό φύλο Γίνεται αδύνατο φύλο Λόγω αυτής της αδυναμίας του Για το αδύνατο φύλο ΜΣ

04/08/2014
Η Κυπριακή κοινωνία αποτελείται από μικρές και μεγάλες ομάδες που χωρίζονται και ηλικιακά. Έχουμε λοιπόν τους παππούδες και τις γιαγιάδες μας που έζησαν όπως έζησαν και παντρεύτηκαν και μεγάλωσαν τα παιδιά τους και στις πλείστες των περιπτώσεων οι γιαγιάδες καταπιέζονταν αλλά δεν υπήρχε τότε η επιλογή, ούτε υπήρχε η γνώση , η επιλογή, ή η τόλμη για κάτι άλλο οπότε σιωπούσαν και μάθαιναν να ζουν με αυτά που είχαν. Μετά έχουμε την ηλικία των σαραντάρηδων και πενηντάρηδων σήμερα, αυτοί λοιπόν έζησαν σε μια εποχή που ήταν της μόδας να παντρεύονται στα είκοσι και στα δεκαοχτώ. Αυτό από μόνο του είναι μια παράνοια η οποία εξαλείφει αυτόματα την επιτυχία του γάμου. Δεν είναι δυνατόν ένα κορίτσι να τελειώνει το σχολείο ή να έχει εγκαταλείψει πολλές φορές το σχολείο και να παντρεύεται τον πρώτο που ερωτεύτηκε ή της έχουν προξενέψει , να γίνεται μάνα στα δεκαοκτώ ή στα είκοσι. Η το αγόρι με το που τέλειωνε το στρατό να γίνεται σύζυγος και πατέρας. Και η κάθε προσπάθεια δημιουργίας οικογένειας από παιδιά καταλήγει ή σε έναν νεκρό γάμο ή σε ένα διαζύγιο ή σε σωρεία προσπαθειών των συζύγων να ξεφύγουν. όταν δεν έχεις ζήσει τη ζωή σου, όταν δεν έχεις εμπειρίες τότε κάπου στα τριάντα και μετά αρχίζεις να ψάχνεσαι. ήδη έχει περάσει ο πρώτος έρωτας και αρχίζουν να φαίνονται τα κενά και τότε προσπαθούν οι άνθρωποι να καλύψουν τα κενά. Οι άνδρες κοιτάζουν γύρω γύρω, οι γυναίκες δεν είναι ικανοποιημένες με τη σκούπα και το φλόκκο και το μαγείρεμα. όλοι θέλουν πια κάτι άλλο. Μετά ήρθε η επιλογή του διαζυγίου και αυξήθηκαν δραματικά τα ποσοστά διαζυγίων σε σημείο που έγιναν μάστιγα σε ένα νησί που η οικογένεια ήταν ο πιο δυνατός πυρήνας. Και το διαζύγιο είναι μια οδυνηρή λύση που αφήνει δύο άνθρωπους να ξαναξεκινούν από το μηδέν και το κυριότερο παιδιά , που όποιας ηλικίας και να είναι ο χωρισμός των γονιών του θα του στοιχίσει. Και μετά τι ; Ξαναφτιάχνεις οικογένεια ; Με ένα νέο σύζυγο ; Μια νέα σύζυγο ; Αλήθεια πόσο εύκολο είναι για μια γυναίκα που έχει παιδιά να ξαναπαντρευτεί ; Στατιστικές λένε ότι και ο δεύτερος γάμος θα είναι 80% αποτυχία, απλά και μόνο επειδή υπάρχουν παιδιά από τον προηγούμενο γάμο. Πληθαίνουν λοιπόν τα διαζύγια. Και πληθαίνουν οι μονογονιοί. Και πληθαίνουν τα παιδιά που βλέπουν τους γονιούς τους να έχουν χωρίσει και θα μεγαλώσουν έχοντας ήδη απορρίψει ήδη το μύθο του γάμου στο μυαλό τους. Για μένα ο γάμος είναι μια κοινωνική υποχρέωση που δεν συμβαδίζει με την εποχή. Σαν λαός είμαστε πολύ ανώριμοι και πολύ πίσω. Προτεραιότητα είναι η ύλη και όχι το πνεύμα. Το τελευταίας τεχνολογίας i-phone και τα μεγάλα σπίτια είναι ακόμα σε πρώτη ζήτηση. Παιδιά έρχονται με πτυχία και δεν έχουν άποψη και κοινωνική μόρφωση απλά παπαγαλίζουν ότι έμαθαν. Τα παιδιά πρέπει να ξέρουν ποιοι είναι, τι θέλουν, τι αξίζουν , που βαδίζουν και όχι τι έχουν και τι μπορούν να αγοράσουν με τα λεφτά του μπαμπά. ίσως αν μάθουμε στα παιδιά μας ότι η αξία είναι μέσα μας, στο μυαλό μας και στο συναίσθημα μας, στην ανθρωπιά, στην κατανόηση, ίσως τότε τα μάθουμε να σέβονται και τον εαυτό τους και παράλληλα και αυτόν που θα επιλέξουν στην πορεία για σύντροφο. Ίσως κάποτε δούμε να δημιουργούνται και πάλι σωστές και όμορφες οικογένειες που αντέχουν στον χρόνο, στα προβλήματα και στις προκλήσεις της εποχής. ίσως αν επιτρέψουμε στα παιδιά μας να ζήσουν τα νιάτα τους όπως πρέπει να ζούνε τα νιάτα, να μάθουν, να έχουν εμπειρίες , να κάνουν λάθη, να ερωτευτούν και να ξερωτευτούν χωρίς να τους απειλούμε με το γάμο και να το αποφασίζουν να δημιουργήσουν οικογένεια όταν και αν είναι έτοιμοι. Μετά τα τριάντα ΜΣ
Αυτό τα λόγια που λέμε και τα ακραια που κανουμε εν βρασμώ ψυχής μπορεί να τα ξανασκεφτομαστε την επόμενη μερα αλλά μακροπρόθεσμα αποδεικνυονται σωστά. Δεν μετανοιωσα ποτέ, την μετάνοια την αφήνω σ αυτούς που με πλήγωσαν. Είμαι αληθινή αλλά και απόλυτη. Γι αυτό και απαιτώ σεβασμό.

Αυτό που τόσο αγαπάμε βρισκουμε τρόπο να σκοτώσουμε. Μια λάθος λέξη που γίνεται η τέλεια αφορμή, ένα αντίο που αρνούμαστε να πούμε, πνιγουμε στο θυμό τη λύπη και εγωιστικά και αμετάβλητα αποχωρούμε. Τα δάκρυα δεν θα τα αφήσουμε να κυλήσουν
Έτσι κι αλλιώς ο θάνατος έρχεται πάντα μεταχρονολογημενα. Μάθαμε να φοβόμαστε τη χαρά, γι αυτό σκοτωνουμε πριν μας σκοτώσει ότι περισσότερο αγαπούμε. Προχωρούμε. ΜΣ
Ήταν πολύ όμορφο το κελί. Το εφτιαξε όπως ονειρευόταν. Μόνο που το παράθυρο ήταν πολύ ψηλά και δεν μπορουσε να δει εξω. Μια μερα έσκυψε στο παράθυρο αυτή και λάμψη γέμισε στο κελί και στη ψυχή του. Έκατσε μαζί του για ωρες και του περιέγραψε πως είναι έξω. Ξέρεις , ήμουν κι εγώ σ ένα κελί, όμορφο σαν το δικό σου, τόλμησα όμως και βγήκα έξω αφήνοντας πίσω μου την ασφάλεια του. Έξω βλεπεις τον ήλιο μα και τη βροχή , τον γαλάζιο ουρανό και την μπόρα. Υπάρχει η ευτυχία μα και μέρες που φοβάσαι, αυτό είναι το κόστος της ελευθερίας. Στο λέω όμως κι άκουσε με, ο αέρας είναι καθαρός και οι δρόμοι περιμένουν να τους περπατήσεις, και μια γαλάζια θάλασσα όλη δική σου να την κολυμπησεις. Εγώ να σου τα περιγράψω μόνο μπορώ, κι ο χρόνος να σκουριασει τις αλυσίδες, το κελί θα ναι πια μόνο στο μυαλό. Απο εκεί μέσα μόνο εσύ μπορείς να δραπετεύσεις, ο καθένας τις αλυσίδες μόνος του τις πετά. Όταν έρθει η στιγμή. Όχι πιο πριν ούτε πιο μετά. Κι όταν εγώ θα χω φύγει να θυμάσαι τα λόγια μου και να μην ξεχνάς να ονειρεύεσαι. ΜΣ
Αυτές οι μικρές λεπτομέρειες, οι μικρές αναθεματισμενες ασήμαντες λεπτομέρειες. Που τελικά κάνουν όλη τη διαφορά. Γιατί οι άνθρωποι επικοινωνούν στη σιωπή, με βλέμματα, αγγίγματα και οι κεραίες είναι σε πλήρη λειτουργία όταν έχεις απέναντι αυτόν που αγαπάς. Και η αγάπη δε γελιεται ούτε κοροιδευεται ούτε τρώει αμασητα τα λόγια που της λες. Η αγάπη βλέπει και νοιώθει , μετρά, ζυγίζει, κρίνει και ξέρει πάντα να λαμβάνει τα σήματα. Ευλογία και κατάρα να βλεπεις τις μικρές ασήμαντες λεπτομέρειες. ΜΣ

Η μόνη φυλακή είναι ο φόβος και ο φόβος της μοναξιάς φυλακίζει τους ανθρώπους που φοβούνται και μένουν μαζί, ζουν μαζί αλλά είναι μόνοι. Η πραγματική αγάπη είναι αν δεν μπορώ να σε κάνω ευτυχισμένο να σε αφήσω να φύγεις. Το να κρατάς κάποιον δίπλα σου δυστυχισμενο είναι εγωισμός. Αν δεν με κανεις ευτυχισμένη και με αγαπάς με αφήνεις να φύγω. Αυτό είναι πραγματικη αγάπη , η αγάπη δεν είναι ιδιοκτησία. Είναι ελεύθερη συνειδητή επιλογή και οι άνθρωποι αλλάζουν κάθε μέρα, τα συναισθήματα αλλάζουν επίσης και χρειάζεται θάρρος και συναισθηματική ωριμότητα να ξέρεις πότε κάτι έχει τελειωσει και όσο δύσκολο κι αν φαίνεται η φυγή του δυνατοτερου θα δώσει και στους δύο φτερά. Στην αγάπη να αφήνεις πάντα την πόρτα ανοιχτή. ΜΣ

Υπάρχουν οι πολεμοχαρείς , υπάρχουν οι ειρηνοποιοι και υπάρχουν και αυτοί που δεν ανήκουν πουθενά .... Στη μέση του πουθενά τα βραδυα τα άστρα λάμπουν για τις μοναχικές ψυχές και λίγο πριν χαράξει βλέπεις για πρώτη φορά τα μάτια αυτού που έμελλε να σε κατοικήσει, εκεί , μέσα σου, μαζί, να ανηκετε στο πουθενά 

ΜΣ


Κι όταν ήρθε η σειρά της σταχτοπουτας να δοκιμάσει το γυάλινο γοβακι , ο πριγκηπας γονάτισε μπροστα της σιγουρος ότι αυτή ήταν η πριγκίπισσα του, όμως εκείνη του είπε "φύλαξε το γυάλινο γοβακι για άλλη, εγώ προτιμώ αυτά με τα καρφιά" του έδωσε μια στα αχαμνά και έζησαν αυτοί Καλα και εμείς καλύτερα....

26/07/2014
Τις μεγάλες αγάπες δεν τις σβήνει η απόσταση , ούτε ο χρόνος που περνά, της ψυχής ο δεσμός ούτε πεθαίνει ούτε γερνα, κι αν σε τούτη τη ζωή χωρίζουν δύο κορμιά, αχωριστες μένουν αιώνια οι ψυχές, τις μεγάλες αγάπες, καρδιά μου, μην τις κλαις.....

Πέμπτη 23 Μαΐου 2019

κι άμα θέλω θα κολυμπήσω στις πέντε τα χαράματα
κι άμα θέλω θα χορέψω στις έξι το πρωί πριν πάω δουλειά
κι άμα θέλω θα σ' αγαπώ και θα σ' ερωτεύομαι και ας τρελαίνομαι
κι άμα θέλω θα παρατήσω όλα τα πρέπει στη μέση για ένα και μόνο ακόμα θέλω
γιατί ξύπνησα μια μέρα και είπα ...τι στο διάολο... θέλω να ζήσω... κι αυτό είναι το μόνο πρέπει κι έτσι το θέλω.

ΜΣ.
τα όμορφα παραμύθια δεν ξεκινάνε με ένα "μια φορά και έναν καιρό" αλλά με ένα "Καλημέρα, σ' αγαπώ"
τα όμορφα παραμύθια δεν τελειώνουν με ένα "και ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα" .......μένουν οι ήρωες ατελείς και οι ιστορίες χωρίς τέλος....
Αλλά μεταξύ μας δεν μας νοιάζει κιόλας, η ζωή μας δεν είναι παραμύθι, έχει πραγματικά τέρατα και δράκους και πραγματικές μάγισσες και θάνατο, πόνο και δάκρυ και θλίψη και μέρες αφόρητης μοναξιάς και απελπισίας !
Είναι όμως αρκετή μια και μόνο ανατολή, ένα και μόνο ηλιοβασίλεμα για να διαπιστώσεις ότι η ζωή είναι ομορφότερη από οποιοδήποτε παραμύθι !!!!

ΜΣ


Δευτέρα 20 Μαΐου 2019

Νερό η αγάπη ξεγλιστράει
μέσα από χέρια που κάποτε κρατούσαν σφικτά
μέσα από κορμιά που κάποτε κοιμόντουσαν αγκαλιά
χαλάρωσαν τα δάχτυλα
και οι αγκαλιές έγιναν γυρισμένες πλάτες
άφησες το χέρι μου
θέλεις και τα δυο σου χέρια στο τιμόνι
μου γύρισες την πλάτη
η ανάσα μου στο πρόσωπο σου σε θυμώνει
μα
νερό η αγάπη και παγώνει
όταν σβήσει η φωτιά
κι η ψυχή μόνη
κρυώνει

ΜΣ
μου λες πονάει το αδειανό κρεβάτι
και ας έχει περάσει καιρός
κι ας έχει ξεθωριάσει πια ακόμα και το περίγραμμα από το σώμα του
μου λες πονάει
κοίτα όμως
όσο κι αν πονάει ένα αδειανό κρεβάτι
δεν πονάει όσο ένα αδειανό τραπέζι
γιατί όπως κι αν το δεις
αν σου φαίνεται αδειανό το διπλό κρεβάτι
κι αν μπάζει μοναξιά
βάζεις διπλό σκέπασμα και λίγα ακόμα μαξιλάρια
ένα στο προσκέφαλο
ένα για αγκαλιά
κι ένα ανάμεσα στα πόδια σου
έτσι όπως έσφιγγες τότε το δικό του
την παλεύεις μέχρι τα μεσάνυχτα
που θα σε πάρει ο ύπνος
στο τραπέζι όμως
πάντα θα υπάρχει απέναντι μια αδειανή καρέκλα να σε κοιτάζει
κρεβάτια υπάρχουν μονά
τραπέζια ποτέ για έναν
φώναξε στη μάνα σου, φώναξε στα παιδιά
κάτσετε να φάτε μαζί
χρειάζεται αγάπη να φτιαχτεί το φαί
χρειάζεται οικογένεια να μοιραστεί
χρειάζεται ακόμα μια θέση να γεμίσει η ψυχή
και απέναντι ένα ζευγάρι χαμογελαστά μάτια
ΜΣ

August

  Sunday aftenoon, in my little house in the Prairie. It has been more than a month to write and when it takes so long, it feels like a litt...