Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΙΚΡΕΣ ΜΑΚΑΒΡΙΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΙΚΡΕΣ ΜΑΚΑΒΡΙΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2020

Memento Mori 1 year anniversary

 ενας χρόνος έκλεισε από την έκδοση του Memento Mori 

ευχαριστώ όλους που το διάβασαν και μου έστειλαν τα συγκινητικά τους σχόλια 

μέχρι το επόμενο.... 











































Τετάρτη 19 Αυγούστου 2020

memento mori

Κάποτε, πριν από πάρα πολλά χρόνια, στραγγάλισα έναν λευκό κύκνο, που κολυμπούσε δίπλα στο ταίρι του, μέσα σε μια γαλάζια λίμνη.Τον ξεγέλασα βγάζοντας πουλιού κραυγές, κι αυτός πλησίασε στην όχθη ,κι εκεί, ενώ το αριστερό μου χέρι του χαίδευε απαλά το κεφάλι, το δεξί μου του έσπαγε το λαιμό.


Πριν με πεις δολοφόνο σκέψου μόνο...















Πέμπτη 23 Μαΐου 2019

τσιγγάνοι έρωτες σε μυστικιστικά καραβάνια
τσιγγάνες ψυχές χορεύουν γύρω από φωτιές
τσιγγάνικα κορμιά φοράνε κόκκινα φουστάνια
κόκκινα σαν το αίμα που κυλάει σε φλέβες καυτές....

ΜΣ (μικρές ερωτικές ιστορίες)

Μικρές διαδρομές


Πάντα η ίδια καθημερινή διαδρομή, 7.30 στο πράσινο λεωφορείο. Να κάθομαι στην ίδια θέση, πάντα αριστερά, δύο θέσεις πριν το τέλος. Κρατώ τη τσάντα στα γόνατα μου, δε θέλω να την αφήνω στο άδειο κάθισμα, φωνάζει στον άλλο μην καθίσεις και δε θέλω να είμαι αγενής.
Κάθε μέρα οι ίδιοι επιβάτες, ένας νεαρός με ρολά χαρτιά στα χέρια τυλιγμένα, αρχιτέκτονας νομίζω, ένας κοντός και χοντρούλης κύριος με την πένα του πάντα στερεωμένη στη δεξιά τζέπη του πουκάμισου του, μια όμορφη ξανθιά που μπαίνει πάντα τελευταία. και κάποιοι καινούργιοι επιβάτες κάθε μέρα, για να σπάζει η ρουτίνα.
7.30 το λεοφωρείο προς Λευκωσία οι περισσότεροι κοιμούνται με γερμένα στο πλάι κεφάλια, άλλοι με τα συρματάκια στα αυτιά τους ακούνε μουσική, δυο τρεις μιλάνε χαμηλόφωνα και στο μπροστινό μέρος ο οδηγός γελά δυνατά. Πρωί, μισοκοιμούνται ακόμα οι ψυχές, δεν τις βαραίνει ακόμα το άγχος της ημέρας, κάποιοι ίσως είναι ευτυχισμένοι αυτές τις πρώτες πρωινές ώρες.
Δευτέρα, στη συνηθισμένη θέση, κρύβομαι πίσω από ένα ζευγάρι γυαλιά, κρατώ σφικτά τη τσάντα και προσπαθώ να κοιμηθώ. Κάθεσαι δίπλα μου, ενστικτωδώς κάθομαι πιο ίσια για να μην με ακουμπάς, όμως με αγγίζεις. Ανοίγω τα μάτια μου, σου χαμογελώ ανόρεχτα και τυπικά «καλημέρα»
Φοράς τζην παντελόνι και άσπρο πουκάμισο. Δεν έχω όρεξη για κουβέντες. Κοιτάζω έξω από το παράθυρο και προσποιούμαι ότι συνεχίζω να κοιμάμαι ενώ περνούν από το μυαλό μου βλακείες. Πόσο καλά σιδερωμένο είναι το πουκάμισο σου, τι κολώνια είναι αυτή που φοράς.
Φτάνουμε…. Κατεβαίνεις πρώτος …
Την Τρίτη, στη συνηθισμένη θέση, ξανακάθεσαι δίπλα μου «καλημέρα»
Πάντα με εκείνο το μπλε τζην και το πάντα καθαρό και φρεσκοσιδερωμένο λευκό πουκάμισο, πάντα με εκείνη την παράξενη απροσδιόριστη κολώνια. Ούτε και σήμερα λέμε τίποτα περισσότερο, δεν είμαστε πρωινοί τύποι.
Την Τετάρτη κάθομαι και σε περιμένω…. Είμαι σε αναμονή. Μπαίνεις «καλημέρα» Όταν κατεβαίνεις αφήνεις στο κάθισμα σου ένα λευκό τριαντάφυλλο. Το παίρνω και αμέσως το μυρίζομαι, δε μυρίζει τριαντάφυλλο, μυρίζει εκείνο το παράξενο απροσδιόριστο άρωμα που έχει η κολώνια σου.
Την επόμενη μέρα δεν έρχεσαι στο λεοφωρείο…ρωτάω μια κυρία που κάθεται πάντα πίσω μου αν σε ξέρει …με κοιτάει παράξενα…για ποιον κύριο μιλάς… για αυτόν που καθόταν δίπλα μου….γελάει…όνειρο θα έβλεπες … όχι …. Το τριαντάφυλλο είναι ακόμα στη τσάντα μου.. δεν γίνεται να ήταν όνειρο. Γυρίζω μπροστά, αναρωτιέμαι αν έχω τρελλαθεί.
Αν ήσουν τελικά ένα όνειρο ή ένα φάντασμα, χίλιες φορές να είναι όλοι αυτοί εδώ μέσα φαντάσματα και να σαι εσύ πραγματικός.
Κατεβαίνω ….. βγάζω το τριαντάφυλλο από τη τσάντα και το μυρίζομαι…. Μυρίζει λες και βγήκε μέσα από ένα δάσος με κυπαρίσσια… όπως εσύ…
Γυρίζω και κοιτάζω λυπημένη το λεοφωρείο που απομακρύνεται … σε βλέπω να κάθεσαι στη θέση μου βλέπω τα χείλη σου να μου λένε «καλημέρα»

ΜΣ (μικρές ερωτικές ιστορίες)

13/06/2014

Παρασκευή 4 Ιουλίου 2014

Ο ΑΓΓΕΛΟΣ

Το μικρό νεκροταφείο στεκόταν μόνο του, πάνω σε ένα λόφο λίγο έξω από τη ήσυχη πόλη. Περιστοιχισμένο από ένα ψηλό άχαρο γκρίζο τοίχο, με τις πράσινες κορυφές των κυπαρισσιών να ξεπροβάλλουν κοιτάζοντας πάνω από τον τοίχο με περιέργεια και δυο σιδερένιες μαύρες καγκελόπορτες που έμοιαζαν να οδηγούν στον κήπο της Εδέμ.
      Σταμάτησα το αυτοκίνητο μπροστά στην είσοδο και κατέβηκα. Ένας χρόνος έκλεινε σήμερα από το θάνατο της μητέρας μου. Τελευταία μέρα του Σεπτέμβρη, είχε κιόλας σουρουπώσει και ένα ψυχρό αεράκι φυσούσε πάνω από τις ταφόπλακες δροσίζοντας τις ψυχές. Προχωρούσα με αργά βήματα προς το βάθος. Το νεκροταφείο είχε σχεδόν γεμίσει και για να φτάσω στη μητέρα μου έπρεπε να περπατήσω αρκετά. Απολάμβανα αυτό τον μικρό περίπατο και είχα πια εξοικειωθεί με το περιβάλλον και δεν μου προκαλούσε κανένα φόβο ή περίεργο συναίσθημα, απεναντίας απολάμβανα την ησυχία και γαλήνη που απόπνεε το απομονωμένο μέρος, το απαλό απογευματινό αεράκι που μουρμουρούσε χαμηλόφωνα τις κορυφές των κυπαρισσιών, τις γάτες που περιπλανιόντουσαν ή ξάπλωναν νωχελικά πάνω στους τάφους. 
     Έφτασα κοντά της. «Γεια σου μανούλα” της είπα κοιτάζοντας τη φωτογραφία της, στα τριάντα, όμορφη και χαμογελαστή σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία. Πρόσθεσα λάδι στο καντηλάκι, άναψα το θυμιατό και προσευχήθηκα. Ένας χρόνος πέρασε, μα ακόμα δεν είχα 0συνειδητοποιήσει την απουσία της. Κάθε μέρα πήγαινα στο σπίτι περιμένοντας να τη δω, να την ακούσω να τραγουδάει μαγειρεύοντας, αλλά όχι η μαμά ήταν εδώ, βουβή και αμίλητη. Έκατσα κοντά της και της μίλησα, γιατί η μαμά πάντα με ακούει, κλείνω τα μάτια και νοιώθω το χάδι της στο πρόσωπο μου. Κλείνω τα μάτια και από το πουθενά έρχονται οι πιο παράξενες αναμνήσεις, όπως εκείνη τη φορά που διπλώναμε τη μπουγάδα στο υπνοδωμάτιο της και της λέω «για ξαναπες αυτό το τραγούδι μαμά» και εκείνη με ρώτησε «ποιο τραγούδι» «αυτό που μόλις τραγούδησες μαμά» της απάντησα και άρχισα να επαναλαμβάνω με ρυθμό τα λόγια που μόλις είχα ακούσει «του φωνάζει ο γάτος γεια σου, θα σου κόψω την ουρά σου. Πες μου και το υπόλοιπο» συμπλήρωσα και η μαμά με κοίταξε αποσβολωμένη απαντώντας μου «δεν το τραγούδησα, το σκεφτόμουν μόνο, δεν άνοιξα καν το στόμα μου» «εγώ πάντως το άκουσα μαμά» της είπα «τηλεπάθεια μάλλον». Αυτές οι μικρές παράξενες αναμνήσεις πετάγονταν από το πουθενά.
      «Καλησπέρα» μια ανδρική φωνή με έβγαλε από τις σκέψεις μου. «Καλησπέρα» απάντησα με τα μάτια βουρκωμένα
«’Ερχεσαι συχνά; δεν σε έχω ξαναδεί»
 «Όχι, έχει καιρό να έρθω» απάντησα νοιώθοντας ενοχές που δεν έβρισκα το κουράγιο να πηγαίνω συχνότερα στον τάφο της μάνας μου. «Έσύ;» ρώτησα από ευγένεια παρά από πραγματική περιέργεια
«Είναι σαν να μη φεύγω ποτέ» μου απάντησε χαμογελώντας απροσδιόριστα. Σηκώθηκα από το πεζούλι που καθόμουν, πήρα τη τσάντα μου για να φύγω. Η παρουσία αυτού του άντρα μου προκαλούσε ταραχή. Δεν ήταν πάρα πολύ ψηλός, αλλά ήταν μελαχρινός και πανέμορφος, με πυκνά μαύρα μαλλιά και φρύδια και ένα ζευγάρι παράξενα γκρίζα μάτια που αναβόσβηναν σαν φωτάκια στο ολόλευκο αγγελικό πρόσωπο του. Φορούσε μαύρο παντελόνι και πουκάμισο, πράγμα αναμενόμενο για κάποιον που μάλλον πενθούσε κάποιον πολύ αγαπημένο του. Εγώ πάλι, ποτέ δεν μπόρεσα να μαυροφορέσω, όσο κι αν πένθησα τη μάνα μου, αυτό το μαύρο πλάκωνε τη ψυχή μου παραπάνω κι απ το θάνατο.
«Πώς σε λένε;»  με ρώτησε ο άγνωστος
«Μικαέλλα» απάντησα
«Χαίρω πολύ, Άγγελος» μου έδωσε το χέρι του για χειραψία. Είχε το πιο παγωμένο χέρι που είχα αγγίξει ποτέ, αλλά ήταν ήδη τέλος Σεπτέμβρη και το ύφασμα του πουκάμισου του φαινόταν πολύ λεπτό, δικαιολογημένα ήταν παγωμένος, εγώ είχα κιόλας ρίξει πάνω μου τη ζακέτα μου.
«Χάρηκα Άγγελε, καληνύχτα»
«Επίσης, καληνύχτα» μου είπε. Προχώρησα προς την έξοδο του κοιμητηρίου γιατί σχεδόν είχε σκοτεινιάσει και άρχισα να φοβάμαι.
Μια βδομάδα αργότερα επέστρεψα και πάλι στο κοιμητήριο. Για κάποιον απροσδιόριστο λόγο αυτός ο άντρας δεν έβγαινε από το μυαλό μου και δεν ήταν μόνο η ομορφιά του που με έλκυε τόσο, ήταν κάτι άλλο, πιο βαθύ που απλά δεν μπορούσα να καταλάβω ακόμα. Έφτασα στο μνήμα της μητέρας μου, άναψα όπως πάντα το θυμιατό αλλά τα μάτια μου κοίταζαν γύρω ψάχνοντας αυτόν.
«Καλησπέρα Μικαέλλα» άκουσα τη φωνή του και γυρίζοντας το κεφάλι τον είδα πίσω μου λες και είχε εμφανιστεί από το πουθενά.
«Καλησπέρα Άγγελε» (μου) πρόσθεσα μέσα μου χαμογελώντας σαν χαζή που τον ξαναέβλεπα.
«Πώς είσαι Μικαέλλα;»
«Μια χαρά, ευχαριστώ, εσύ;»
«Όπως βλέπεις, καλά! Εδώ, όπως πάντα»
Μιλήσαμε για το πόσο όμορφη είναι ζωή, περπατώντας ανάμεσα στους στενούς διαδρόμους και  πάνω από τις φωτογραφίες αυτών που κοιμόντουσαν τον αιώνιο ύπνο. Εκείνοι,  ήταν περισσότεροι από εμάς, εμείς ακόμα ζωντανοί. Καταλήξαμε σε ένα μικρό ξύλινο παγκάκι, βαμμένο και αυτό στο χρώμα του κυπαρισσιού, καθίσαμε δίπλα δίπλα, σαν μαθητές στο διάλειμμα, και συνεχίσαμε να μιλάμε και η μια κουβέντα έφερνε την άλλη, μέχρι που νύχτωσε για τα καλά και άναψαν τα άστρα στον ουρανό, λαμπυρίζοντας με τον ίδιο ρυθμό που τρεμόσβηναν τα καντηλάκια. Βρισκόταν κολλημένος δίπλα μου και έβλεπα το στήθος του να ανεβοκατεβαίνει σε κάθε αναπνοή και τα γκρίζα μάτια του να γυαλίζουν στο σκοτάδι, απαράλλαχτα με τα μάτια της γάτας που καθόταν στον τάφο απέναντι. Το κρύο διαπερνούσε τη ζακέτα μου, ανατρίχιασα. Η ώρα ήταν περασμένη και το πεινασμένο μου στομάχι διαμαρτυρόταν έντονα.
«Έχει περάσει η ώρα, μήπως να φεύγαμε;»
 «Ναι! Έχεις δίκαιο» μου είπε και σηκώθηκε «Καληνύχτα Μικαέλλα»
 «Καληνύχτα Άγγελε» (μου) πρόσθεσα μέσα μου και παρακαλούσα να γίνει πραγματικά δικός μου. Αυτή τη φορά δεν άντεξα να περιμένω μια βδομάδα για να επιστρέψω. Σε τρεις μέρες βρέθηκα εκεί και είμαι σίγουρη ότι αν με έβλεπε η μάνα μου από εκ’ εκεί πάνω θα χαμογελούσε με τον τρόπο και το μέρος που βρήκε να με χτυπήσει ο έρωτας, ίσως και να έτριβε τα χέρια της με ευχαρίστηση που όλο αυτό συνέβηκε εν μέρει εξαιτίας της. Χαμογέλασα στη σκέψη και ψήλωσα το κεφάλι προς τα σύννεφα ίσως και την έβλεπα να μου νεύει συγκαταθετικά από εκεί πάνω.
«Χαίρομαι που σε βλέπω ξανά» άκουσα τη γνωστή πια φωνή. Ήταν μπροστά μου, ήταν πανέμορφος, και έκανε την καρδιά μου να καλπάζει.
«Κι εγώ Άγγελε μου» αυτή τη φορά ξεγλίστρησε και το ‘μου’ αλλά ήταν πολύ αργά για να το πάρω πίσω. Τον είδα όμως να χαμογελά, του άρεσε.
«Σε περίμενα Μικαέλλα μου» και πήρε το χέρι μου στο δικό του, εντελώς φυσικά, λες και ήταν κάτι που έκανε εδώ και χρόνια. Περπατήσαμε και μιλήσαμε για τόσα πολλά πράγματα και πέρασε η ώρα, πέρασε η μέρα, ήρθε η επόμενη και εγώ βρέθηκα και πάλι εκεί, για να τον δω, τον Άγγελο μου, να τον δω, να του μιλήσω, να κρύψω το χέρι μου στο δικό του, για να του πω για το όνειρο μου που άρχισε να γίνεται ένα με το δικό του. Δεν επιδιώξαμε ακόμα να συναντηθούμε κάπου αλλού. Μας βόλευε η γαλήνη και η ηρεμία του χώρου αυτού. Δεν υπήρχε κανένας να μας διακόψει, καμιά ενόχληση στην όμορφη μελωδία που τραγουδούσαν τα τελευταία τριζόνια αποχαιρετώντας τις τελευταίες ζεστές μέρες του Σεπτέμβρη.
     «Σ΄αγαπώ» μου είπε ένα από εκείνα τα μοναδικά βράδια ενώ καθόμασταν αγκαλιασμένοι στο παγκάκι.
     «Κι εγώ σ΄αγαπώ» έστρεψα το πρόσωπο μου προς το μέρος του και με φίλησε. Κι εγώ χάθηκα στην υπέροχη αίσθηση που είχαν τα χείλη του, στην υπέροχη μυρωδιά που είχε το δέρμα του, παραδόθηκα στη θαλπωρή που ένοιωθα κρυμμένη στη φιλόξενη του αγκαλιά. Δεν ξέρω για πόση ώρα κράτησε το φιλί και πότε ακριβώς κούρνιασα απάνω του και αποκοιμήθηκα. Όταν άνοιξα τα μάτια μου είχε κιόλας χαράξει. Βρισκόμουν ακόμα στην αγκαλιά του και εκείνος καθόταν κοιτάζοντας με χαμογελώντας χωρίς να έχει μετακινηθεί όλο το βράδυ.
     «Δε μούδιασε το χέρι σου να με κρατάς όλη νύχτα;» ρώτησα
      «Δε μου έκανε καρδιά να σε ξυπνήσω, φαινόσουν τόσο γαλήνια»
     «Ναι, αλλά αποκοιμήθηκα και ποιος ακούει τώρα τις φωνές του αφεντικού» διαμαρτυρήθηκα και σηκώθηκα να φύγω βιαστικά. Προχώρησα με γοργά βήματα προς την έξοδο. «Κάποιος έχει κλειδώσει την καγκελόπορτα Άγγελε» φώναξα
     «Τι;» φώναξε καθισμένος ακόμα στο παγκάκι. Ήρθε προς το μέρος μου.
     «Οι καγκελόπορτες είναι κλειδωμένες απ’ έξω. Κάποιος μας έκλεισε μέσα» επανέλαβα θυμωμένη με αυτόν τον επιτήδειο που μας έκανε τέτοια φάρσα. «Πώς θα πάω τώρα στη δουλειά μου λες; Και το χειρότερο δεν έχω στη τσάντα μου ούτε το κινητό, το άφησα καταλάθος στο αυτοκίνητο.»
      «Ηρέμησε Μικαέλλα» μου είπε ήρεμα
     «Πώς να ηρεμήσω Άγγελε; Για πόση ώρα θα μείνουμε εδώ μέσα κλειδωμένοι; Έχω και υποχρεώσεις εκεί έξω ξέρεις, ευθύνες, ανθρώπους που θα ανησυχήσουν αν δεν πάω στο γραφείο στην ώρα μου.» ήμουν πια εξοργισμένη με την αδιάφορη του στάση λες και τίποτα ιδιαίτερο δεν συνέβαινε.
      «Ηρέμησε Μικαέλλα» επανέλαβε και αυτός ο ήπιος τόνος με εκνεύρισε ακόμα περισσότερο. «Δε θα ανοίξουν οι καγκελόπορτες» «Τι εννοείς δε θα ανοίξουν οι καγκελόπορτες» ψήλωσα τον τόνο μου «τι είναι αυτό; Μαύρο χιούμορ πρωινιάτικα;» ένοιωθα το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι μου.
     «Ηρέμησε Μικαέλλα» είπε απλά για τρίτη φορά και με έβγαλε εκτός εαυτού.
     «Σταμάτα να μου λες να ηρεμήσω λες και έχω δει μια κατσαρίδα. Μου έχεις σπάσει τα νεύρα. Πες μου μόνο πώς στο καλό θα βγω από δω μέσα, εσύ μείνε όσο θες άμα γουστάρεις, εγώ θέλω να βγω αμέσως!»
     «Δε θα βγεις Μικαέλλα»
     «Σταμάτα Άγγελε. Γιατί το κάνεις αυτό, βλέπεις να γελώ; Δε γελώ!»
     «δεν αστειεύομαι Μικαέλλα»
      «άρχισες να με φοβίζεις Άγγελε. Πάψε σε παρακαλώ»
      «Δεν έχεις κάτι να φοβάσαι. Όλα θα πάνε καλά»
     «Ποια όλα; δεν καταλαβαίνω για ποια όλα μιλάς, πραγματικά με τρομάζεις» είπα και άρχισα να φοβάμαι μήπως είχα πέσει στα χέρια κάποιου ψυχοπαθή δολοφόνου και σε λίγο θα με έκανε κομματάκια. Κοίταζα γύρω μου με απελπισία και δάκρυα άρχισαν να κυλούν στα μάτια μου.
«Μην κλαις σε παρακαλώ» μου είπε με λυπημένη φωνή και με πλησίασε.
«μη με πλησιάζεις» του είπα αλλά αυτός είχε ήδη τυλίξει τα χέρια του γύρω μου, έφερε το κεφάλι μου στη βάση του λαιμού του, πήρα βαθιές ανάσες και ηρέμησα. «Υπόσχομαι όλα θα πάνε καλά» μου χαίδεψε το κεφάλι «έχε μου εμπιστοσύνη»
«Σου έχω, αλλά μα το Θεό δεν καταλαβαίνω τι μου γίνεται»
 «Θα καταλάβεις μικρό μου, πολύ σύντομα. Έλα μαζί μου»
 «Που θα με πας; υπάρχει άλλη έξοδος;» επέμενα εγώ
«Θα δεις» Περπατούσε μπροστά σίγουρος ότι τον ακολουθούσα. Θα μπορούσα να τρέξω μακριά να βρω από κάπου να σκαρφαλώσω και να γλυτώσω από αυτήν την ανεξήγητη ιστορία, αλλά όχι, τον ακολουθούσα σαν μαγεμένη. Προχωρήσαμε και πάλι στο βάθος του νεκροταφείου, σταμάτησε μπροστά σε έναν γνώριμο τάφο και έμεινε να κοιτάζει. Μου ένευσε να κοιτάξω κι εγώ.
«Ο τάφος της μητέρας μου» είπα
«Όχι εδώ, δίπλα. Θέλω να φανείς δυνατή και να κοιτάξεις Μικαέλλα»
«Δε θέλω»
 «Πρέπει»
«Αρνούμαι» είπα και έκλεισα σφικτά τα μάτια.
 «Κοίταξε Μικαέλλα» είπε επιτακτικά «Δεν μπορείς να το αποφύγεις, θα πρέπει να κοιτάξεις και τώρα είναι η στιγμή να αντικρίσεις την αλήθεια» Άνοιξα τα μάτια διστακτικά. Μπροστά μου ένας φρεσκοσκαμμένος τάφος, χωρίς πλάκα, μόνο ένα μικρό βουναλάκι από χώμα καλυμμένο με στεφάνια και ανθοδέσμες που δεν είχαν προλάβει ακόμα να ξεραθούν. Μπροστά από τον τάφο ένας μικρός ξύλινος σταυρός που έγραφε. ΜΙΚΑΕΛΛΑ Ι. 13/10/1993 – 28/09/2013
«Είμαι νεκρή;» ψέλλισα
«Ναι»
«Πώς;» ξαναρώτησα με φωνή που μόλις ακουγόταν
«Αυτοκινητιστικό δυστύχημα»
«Εσύ είσαι νεκρός;» γύρισα προς το μέρος του . Δεν απάντησε.
«Ποιος είσαι τελοσπάντων;»
«Ο Άγγελος σου Μικαέλλα»
«Όχι» φώναξα αρνούμενη να δεχτώ αυτό που έβλεπα μπροστά μου και με όλες μου τις δυνάμεις άρχισα να τρέχω μακριά του, μακριά από αυτό τον ξύλινο σταυρό που έγραφε το όνομα μου, «δεν είναι αλήθεια, δε γίνεται να είμαι νεκρή». Άρχισα να ψάχνω απελπισμένα για κάποια έξοδο, (αποκλείεται, θα βρω κάποια έξοδο) προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό μου.
«Μικαέλλα, είναι ανώφελο να τρέχεις» άκουσα να μου φωνάζει « γύρνα πίσω Μικαέλλα»
---------------------------------
«Γύρισες πίσω Μικαέλλα. Έτσι μπράβο μικρούλα, ξύπνα» Ακούω κάποιον να με φωνάζει και βλέπω κάποιο αμυδρό φως βγαίνοντας αργά μέσα από ένα κατάμαυρο τούνελ. Το κεφάλι μου πάει να σπάσει. Ένα μικρό κίτρινο φωτάκι πηγαινοέρχεται μπροστά στα μισόκλειστα μάτια μου. Αρχίζουν να φαίνονται καθαρές εικόνες. Τον έβλεπα και πάλι μπροστά μου μόνο που αυτή τη φορά δεν είναι μαυροφορεμένος.
«Γεια σου Άγγελε!» Φοράει ολόλευκη ποδιά και ένα στηθοσκόπιο γύρω από το λαιμό του.
«Βαλεντίνος είναι το όνομα μου και έχω την τιμή να είμαι ο προσωπικός σας νοσηλευτής μέχρι τις έξι που τελειώνει η βάρδια μου.» απαντάει χαμογελώντας με περηφάνια.
 «Που βρίσκομαι» ρωτώ σε πλήρη σύγχυση.
«Μα που αλλού; Στο νοσοκομείο.»
«Στο νοσοκομείο;» ρωτάω πάλι εντελώς εκτός τόπου και χρόνου.
«Είχες αυτοκινητιστικό δυστύχημα μικρή μου, αλλά ευτυχώς ήσουν τυχερή. Επέζησες. Εδώ και δυο βδομάδες είσαι σε κώμα αλλά χαίρομαι που βρίσκεσαι και πάλι μαζί μας. Απ’ εδώ και πέρα όλα θα πάνε καλά»
«Είσαι βέβαιος ότι δε σε λένε Άγγελο; Σε θυμάμαι από κάπου» ξαναρωτώ επιμένοντας.
«Και βέβαια με θυμάσαι. Ήμουν ο πρώτος που έφτασα κοντά σου μετά το δυστύχημα. Είχες εγκλωβιστεί στο κάθισμα σου και σου μιλούσα, σου έδινα κουράγιο όσο οι πυροσβέστες προσπαθούσαν να σε απεγκλωβίσουν. Ήσουν πανικοβλημένη που δεν άνοιγε η πόρτα, κρατούσες το χέρι μου σφικτά και με παρακαλούσες να μη σε αφήσω. Μετά σε βάλαμε στο ασθενοφόρο, είχες εγκεφαλική αιμορραγία και σε λίγο έχασες τις αισθήσεις σου. Αλλά όπως βλέπεις δε σε άφησα, κάθε μέρα ήμουν εδώ, δίπλα σου και περίμενα να ξυπνήσεις Μικαέλλα. Φεύγω τώρα για λίγο γιατί περιμένουν κι άλλοι ασθενείς αλλά θα είμαι σε λίγο και πάλι κοντά σου» είπε κλείνοντας μου το μάτι φεύγοντας αφήνοντας με να προσπαθώ να καταλάβω τι γινόταν, αν ήμουν ζωντανή ή νεκρή, αν ονειρευόμουν ή όχι, τι γινόταν επιτέλους.
«Δεν ξέρω αν τον λένε Βαλεντίνο αλλά είναι πραγματικός άγγελος αυτό το παιδί.» άκουσα μια γλυκιά γυναικεία φωνή από δίπλα μου.
«Μαμά» είπα και είδα δυο δακρυσμένα μάτια να με κοιτάνε
 «Καλωσόρισες κόρη μου» έσκυψε και με φίλησε τρυφερά
«Μαμά, είσαι ζωντανή;»
«Ζωντανή είμαι αγάπη μου, εδώ δίπλα σου. Εσύ μας έφυγες για λίγο αλλά δόξα το Θεό, ξαναγύρισες κοντά μας, δυο βδομάδες μετά το δυστύχημα»
«Τι μέρα είναι σήμερα μαμά;»

«13 Οκτώβρη Μικαέλλα. Τα γενέθλια σου. Σήμερα ξαναγεννήθηκες, Χρόνια Πολλά. »

Δευτέρα 9 Ιουνίου 2014

Η ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ

     Το πράσινο λεωφορείο έκανε πάντα τη διαδρομή των 8 με εκκίνηση την όμορφη παραλία των Φοινικούδων.  Η διαδρομή ήταν σχετικά ήσυχη. Το λεωφορείο ποτέ δεν γέμιζε εντελώς, αφού οι περισσότεροι επιβάτες έπαιρναν την γραμμή των 6.30 ή 7.30.
     Η Άννα όμως ταξίδευε με τη διαδρομή των 8 και έφτανε στη Λευκωσία και στο κατάστημα που εργαζόταν λίγο πριν τις 9. Καθόταν πάντα στην ίδια θέση, όπως και οι περισσότεροι επιβάτες άλλωστε. Ήταν λες και είχαν προσυμφωνήσει μεταξύ τους και είχε ο κάθε ένας κρατημένη τη θέση του σαν μια οικογένεια που κάθεται στο τραπέζι πάντα στην ίδια καρέκλα. Προτελευταία θέση για την Άννα, στο αριστερό παράθυρο, να κοιτάζει απ’ έξω τα βουνά και μετά να κλείσει λίγο τα μάτια της. Δεν κοιμόταν, απλά σκεφτόταν πολλά και διάφορα, άκουγε μουσική από τα μικροσκοπικά συρματάκια στα αυτιά της και χαλάρωνε με το ρυθμικό κούνημα του λεωφορείου.
     Δεκατρείς του Γενάρη. Ο κόσμος μουδιασμένος ακόμα από τις γιορτές και τα ξενύχτια, δεν είχε επανέλθει εντελώς. Η Άννα μπήκε στο λεωφορείο βιαστικά κλείνοντας την ομπρέλα της, καλημέρισε τον οδηγό, έδειξε την κάρτα της, προχώρησε στο διάδρομο και έκατσε στη θέση της.  Το λεωφορείο ξεκίνησε με τους μεγάλους καθαριστήρες να πηγαινοέρχονται διώχνοντας τις χοντρές στάλες της βροχής. Τοποθέτησε τα συρματάκια στα αυτιά της,  έψαξε για σταθμό. Σταμάτησε σε ένα αγγλικό μουσικό κομμάτι. Της φάνηκε παλιό. Όμορφα μελαγχολικό.
Το λεωφορείο έκανε δυο ακόμα στάσεις μαζεύοντας κόσμο και μπήκε στην ευθεία για τη Λευκωσία. Λίγα μέτρα πριν τον κυκλικό κόμβο η Άννα κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο είδε έναν ψηλό άντρα με λευκά ρούχα να στέκει στην άκρη της αερογέφυρας. Της φάνηκε παράξενο, τι να κάνει τέτοια ώρα εκεί στη βροχή; Πριν προλάβει να σκεφτεί τον είδε να ανεβάζει το ένα πόδι πάνω από το κιγκλίδωμα, μετά το άλλο και αμέσως χωρίς δισταγμό να πηδά στο κενό.
   «Οδηγέ», φώναξε πανικοβλημένη τραβώντας με βία τα σύρματα από τα αυτιά της «Σταμάτα οδηγέ» άρχισε να ουρλιάζει, αλλά ο οδηγός είχε ήδη στρίψει μπαίνοντας στη λωρίδα προς Λευκωσία κάνοντας το αδύνατον να κάνει επαναστροφή.
Οι επιβάτες αναστατώθηκαν με τις φωνές της, άρχισαν να κοιτάζονται με απορία μεταξύ τους, να βγάζουν τα ακουστικά τους, και να ρωτούν με επιμονή τι συνέβη. Ο οδηγός φανερά ενοχλημένος τη ρώτησε: «Γιατί φωνάζεις έτσι κυρία μου;»
«Κάποιος έπεσε από τη γέφυρα. Τώρα, μόλις τον είδα, πήδηξε από τη γέφυρα»  Οι επιβάτες άρχισαν να μουρμουρίζουν αναστατωμένοι, πότε, ποιος, που. Ο οδηγός απάντησε παγερά αδιάφορος.
 Ας ειδοποιήσει κάποιος την αστυνομία. Εγώ όπως βλέπεις έχω μια κούρσα να κάνω και ο κόσμος πρέπει να φτάσει στις δουλειές τους. Σε δευτερόλεπτα ένα κινητό βρέθηκε στο χέρι της από το πουθενά και μια γυναικεία ανήσυχη φωνή την παρότρυνε.
«Μιλήστε, είναι αστυνομικός. Πείτε τους τι είδατε»
Η Άννα πήρε το τηλέφωνο.
«Παρακαλώ, αστυνομία;»
«Το είπαμε αυτό κυρία μου, εσείς τι έχετε να μας πείτε; Έχετε κάτι να καταγγείλετε;»
«Μάλιστα»
«Το όνομα σας παρακαλώ, το χρειαζόμαστε για να καταγράψουμε την καταγγελία»
«Άννα Αθανασίου»
«Πείτε μας»
«Να, περνώντας πριν λίγο από τον κυκλικό κόμβο από Λάρνακα προς Λευκωσία είδα κάποιον άντρα να πέφτει από την αερογέφυρα στο κενό»
«όταν λέτε πέφτει, τον έσπρωξε κάποιος;»
«Όχι, μόνος του, απλά πήδηξε»
«Ευχαριστώ, θα στείλω αμέσως ένα περιπολικό και ένα ασθενοφόρο στο σημείο»
Η Άννα άκουσε τον αστυνομικό να καλεί από τον ασύρματο μια μονάδα εξηγώντας τους τι συνέβη και που έπρεπε να πάνε. Μετά επανήλθε στη γραμμή.
«Κυρία Άννα, είστε ακόμα στη γραμμή;»
«Ναι»
«Αυτός ο αριθμός που μας καλείτε είναι ο αριθμός σας;»
«Όχι»
«Αφήστε μας ένα αριθμό για να μπορέσουμε να επικοινωνήσουμε αργότερα μαζί σας»
----------------------------------------------------------
Η Άννα έφθασε στο κατάστημα με αντίκες που δούλευε ως πωλήτρια στις εννιά παρά πέντε ακριβώς, όπως πάντα. Μέχρι τις εννιά είχε ξεκλειδώσει τη διπλή γυάλινη είσοδο, ανάψει τα φώτα, και φτιάξει τον πρώτο της καφέ. Άναψε τον υπολογιστή και άρχισε να ξεσκονίζει με το ειδικό βερνίκι τα παλιά έπιπλα που στόλιζαν το μαγαζί, περιμένοντας κάποιον συλλέκτη να τα πάρει.
Η τελευταία άφιξη στο κατάστημα ήταν ένα παλιό γραφείο που είχε ανακαλύψει η ιδιοκτήτρια του σπιτιού σε μια παλιά οικοδομή που θα κατεδαφιζόταν και την ειδοποίησαν να πάει να το παραλάβει. Όταν το είχε φέρει ήταν σε άθλια κατάσταση και ετοιμόρροπο, με το ένα πόδι ξηλωμένο, τα δυο του σκαλιστά συρτάρια να κρέμονται και σχεδόν για πέταγμα. Η Άννα όμως το ανέλαβε και με πολύ μεράκι και αγάπη το επανέφερε στην αρχική του κατάσταση. Από μικρή είχε αγάπη για το ξύλο και ήξερε ακριβώς πώς να το ξαναζωντανεύει. Έτσι και το μικρό παλιό ετοιμοθάνατο γραφείο. Στα χέρια της ξαναπήρε ζωή και τώρα έστεκε περήφανο στην βιτρίνα περιμένοντας κάποιον να το αγαπήσει όσο και η Άννα.
Το παράξενο με το γραφείο ήταν μια φωτογραφία που βρήκε η Άννα στο δεξί συρτάρι. Μια πολύ παλιά ξεθωριασμένη φωτογραφία, με έναν άντρα, με λευκά ναυτικά ρούχα και καπέλο με χρυσοκέντητα τα αρχικά Ι.Π., να στέκεται δίπλα στη θάλασσα και να κρατά ένα τριαντάφυλλο. Πολύ παράξενο, τόσες φωτογραφίες είδε της εποχής, ποτέ πριν δεν είχε δει έναν άντρα να κρατά ένα τριαντάφυλλο. Δεν τη φύλαξε τη φωτογραφία. Βρήκε μια παλιά ασημένια κορνίζα, την έβαλε προσεχτικά μέσα και την ακούμπησε πάνω στο γραφείο, έτσι ο άντρας ήταν και πάλι κοντά στο γραφείο του, εκεί που βρισκόταν εδώ και τόσα χρόνια.
Έμεινε να τον κοιτάζει. Έμοιαζε να την κοιτάζει και αυτός. Ήταν πολύ όμορφος άντρας. Ανατρίχιασε.  Θυμήθηκε τον άλλο άντρα που είδε το πρωί και αναστέναξε. Η αστυνομία θα έπρεπε να ήταν ήδη εκεί. Έβλεπε μπροστά της τη σκηνή. Άκουγε τις σειρήνες του ασθενοφόρου. Τον έβλεπε στο φορείο ματωμένο.
«Θεέ μου, ας είναι ζωντανός, μόνο αυτό, να ναι ζωντανός»  παρακαλούσε από μέσα της. Ο ήχος του κινητού την ξάφνιασε. το άρπαξε απότομα από την τσάντα και κοίταξε το νούμερο, ήταν από την αστυνομία.
«Κυρία Αθανασίου;»
«Η ίδια»
«Από την αστυνομία σας καλούμε. Θα πρέπει να έρθετε στο τμήμα για κατάθεση παρακαλώ σχετικά με το πρωινό συμβάν. Είναι απαραίτητο.»
«Καταλαβαίνω»
«Το συντομότερο δυνατόν»
«Θα ξεκινήσω αμέσως»
«Περιμένουμε»
«Με συγχωρείτε, μπορώ γίνεται να ρωτήσω κάτι;»
«Ρωτάτε, παρακαλώ»
«Ο κύριος που έπεσε. Ζει; Χτύπησε; Πώς είναι;»
«Κυρία Άννα»
«Ναι»
«Κοιτάξτε, δεν έχουμε εντοπίσει κανέναν κύριο στο σημείο που μας υποδείξατε»
«Τι; Μα αφού τον είδα με τα μάτια μου. Πήδηξε !»
«Γι΄αυτό πρέπει να έρθετε αμέσως. Θα πάμε ξανά επιτόπου να μας δείξετε ακριβώς το σημείο»
«Έρχομαι»
----------------------------------------------------------------
     Ήταν σχεδόν μια το μεσημέρι όταν η Άννα έφθασε επιτέλους στο σπίτι.
     Πέρασε όπως της ζήτησε ο αστυνομικός από το τμήμα και αμέσως την έβαλαν σε ένα περιπολικό και τους οδήγησε στο σημείο που είχε δει τον άντρα να πέφτει από την αερογέφυρα.  Στο πάνω μέρος ήταν προφανές ότι δεν υπήρχε κάποιος. Κατέβηκαν με το περιπολικό στον δρόμο κάτω από τη γέφυρα. Σταμάτησαν ακριβώς από κάτω. Κατέβηκαν με τον αστυνομικό.
Δεν είχε κανέναν. Ούτε πτώμα, ούτε τραυματία, ούτε σημάδι, ούτε καν ένα χορταράκι πατημένο. Μόνο λίγα σκουριασμένα τενεκεδάκια και χαρτιά στην άκρη του δρόμου και ένα μικρό άσπρο σκυλάκι που περιφερόταν πεινασμένο.
-Όπως βλέπετε Κυρία Άννα, δεν υπάρχει κανένας.
-Έχετε δίκαιο. Δεν ξέρω πώς και τι αλλά ξέρω τι είδα.
-Τι να πω και εγώ, είναι ένα μυστήριο. Γι’ αυτό θα πρέπει να πάμε πίσω στο τμήμα για να μας δώσετε και γραπτή κατάθεση.
---------------------------------------------------------------
Κόντευε δύο το μεσημέρι και η Άννα ετοιμαζόταν να σχολάσει. Ήταν πτώμα από την κούραση και τα μάτια της έκλειναν σχεδόν από την νύστα. Την προηγούμενη μέρα δεν είχε κοιμηθεί σχεδόν καθόλου, σκεφτόταν συνεχώς εκείνη τη λευκή φιγούρα να πέφτει από τη γέφυρα, έπαιζε ξανά και ξανά την ίδια σκηνή στο μυαλό της και αναρωτιόταν αν είχε τρελαθεί ή αν είχε παραισθήσεις. Το μυαλό της πήγαινε να σπάσει. Δεν ήταν δυνατόν, αφού το είδε με τα μάτια της. Σκεφτόταν και το σκυλάκι, εκεί στο κρύο,  μόνο και πεινασμένο, έπρεπε να το πάρει μαζί της χτες μα με όλη εκείνη τη σύγχυση δεν το σκέφτηκε. Κι αυτή η φωτογραφία απέναντι όλο την κοιτούσε, την κοιτούσε λες και της έλεγε έλα να μυριστείς το κόκκινο τριαντάφυλλο.
Το πρωί αποκοιμήθηκε, έχασε το λεωφορείο και αναγκάστηκε να έρθει με το αυτοκίνητο της στη δουλειά, καλύτερα όμως γιατί βιαζόταν να επιστρέψει το συντομότερο στο σπίτι. Μπήκε στο αυτοκίνητο της και ακούμπησε τη τσάντα της στο διπλανό κάθισμα. Μέσα βρισκόταν η φωτογραφία του νεαρού ναύτη. Ένα παράξενο ένστικτο της έλεγε ότι έπρεπε να την πάρει μαζί της. Εκείνος ο άντρας ήθελε να βρίσκεται κοντά της και εκείνη ήθελε να βρίσκεται κοντά του.  Σε μισή ώρα βρισκόταν στην είσοδο της Λάρνακας. Αντί να μπει στην πόλη έστριψε προς το σημείο που είχε πάει χτες κάτω από την γέφυρα. Ήθελε να ξαναπάει εκεί, κυρίως για να δει αν ήταν ακόμα εκεί το σκυλάκι. Παρακαλούσε να το βρει ζωντανό και να το πάρει μαζί της.
Σταμάτησε και κατέβηκε με αγωνία από το αυτοκίνητο. Του φώναξε και εκείνο βγήκε φοβισμένο από τα χόρτα.
«Εδώ είσαι μικρούλη; Μη φοβάσαι, θα σε πάρω μαζί μου και θα σε φροντίσω, δεν σε αφήνω ξανά στο κρύο» του είπε χαϊδεύοντας το στο κεφάλι και εκείνο λες και κατάλαβε άρχισε να κουνά την ουρά του χαρούμενα. Τότε άρχισε να τρέχει μακριά της.
«Ε, μικρούλη έλα εδώ, δεν είναι ώρα για παιχνίδια»  του φώναξε αλλά το σκυλάκι κατηφόριζε το μικρό λόφο κοντοστέκοντας για να την κοιτάξει λες και της ένευε να το ακολουθήσει. Κάτι της έλεγε να το ακολουθήσει. Άρχισε να κατηφορίζει προσεχτικά το λόφο πίσω του, το γρασίδι ήταν ακόμα υγρό από την βροχή και γλιστρούσε.  Έφτασε στο σκυλάκι και εκείνο αφού την κοίταξε προχώρησε αργά λίγα ακόμα βήματα και σταμάτησε. Τότε έβγαλε ένα παράξενο ήχο που έμοιαζε περισσότερο με κλάμα παρά με γαύγισμα μικρού σκυλιού.
Το πλησίασε, στεκόταν μπροστά σε μια μικρή άγρια τριανταφυλλιά. Ένα μόνο κόκκινο τριαντάφυλλο ήταν ανθισμένο. Η Άννα ανατρίχιασε, ήταν πολύ παράξενο για να είναι σύμπτωση. Οι τριανταφυλλιές δεν φυτρώνουν μέσα στους κάμπους μόνες τους. Μόνο σε κήπους και αυλές. Όμως αυτή βρισκόταν εδώ, ανθισμένη, στη μέση του πουθενά. Και το σκυλάκι ήθελε να της τη δείξει, γιατί;
Το σκυλάκι άρχισε να σκάβει δίπλα στη τριανταφυλλιά και να γαυγίζει μανιωδώς. Η Άννα έμεινε να το κοιτάζει με απορία. Γιατί έσκαβε, τι μυρίστηκε; το βρεγμένο χώμα πεταγόταν δεξιά και αριστερά, τι ήταν αυτό που ήθελε να ξεθάψει; κάτι άσπρο φάνηκε μέσα στα χώματα και το σκυλάκι έκανε στην άκρη αφήνοντας την Άννα να δει το εύρημα του. Η Άννα γονάτισε δίπλα του με περιέργεια. Ναι, κάτι είχε βρει τελικά. Άπλωσε το χέρι και πήρε το άσπρο αντικείμενο. Το τράβηξε προσεχτικά μέσα από το χώμα. Ήταν ένα λευκό ναυτικό καπέλο. Η Άννα έμεινε αποσβολωμένη να το κοιτάζει, ήταν ίδιο και απαράλλαχτο με το καπέλο που φορούσε ο άγνωστος ναύτης στη φωτογραφία.  Με τα ίδια αρχικά. Ι.Π. Το περιεργάστηκε, ήταν λερωμένο από τα χώματα, το ύφασμα ήταν φθαρμένο και σχισμένο αλλά τα χρυσά μονογράμματα έλαμπαν λες και μόλις είχαν ραφτεί με χρυσοκλωστή.
---------------------------------------------------------
«Άννα;»
«Εγώ είμαι μαμά»
«Άργησες Άννα μου και κρύωσε το φαγητό. Να στο ξαναζεστάνω;» φώναξε η μάνα της από την κουζίνα.
«όχι μαμά, άσε θα το κανονίσω , πήγαινε να ξεκουραστείς. Κοίτα όμως που σου έχω μια έκπληξη.»  είπε χαρούμενα η Άννα κρατώντας στην αγκαλιά της το σκυλάκι.
«Αααααα, ούρλιαξε η μαμά της αφήνοντας να της πέσει το πιάτο που κρατούσε στα χέρια. Παναγία μου. που το βρήκες αυτό;»
«Έλα ρε μαμά, πώς κάνεις έτσι; Ένα μικρό σκυλάκι είναι.»
«όχι το σκύλο Άννα, το άλλο που κρατάς. Που το βρήκες;» της είπε δακρυσμένη.
«για το καπέλο μιλάς μαμά;»
«Που το βρήκες Άννα μου;» ξαναρώτησε η μάνα της και το πήρε απαλά στα χέρια της κοιτάζοντας το με λατρεία.
«Μαμά;»
«Είναι το δικό του Άννα, ορίστε τα αρχικά του Ι.Π.»
«Τι λες μαμά;»
«Πρέπει να μιλήσουμε κόρη μου»
«Ακούω μαμά»
«Εδώ και μέρες τον ονειρεύομαι. Ψηλό, όμορφο με τη στολή του, ντυμένο στα άσπρα του, τα ναυτικά ρούχα. Ήξερα πως θα ερχόταν, τον περίμενα.»
«Μαμά; δεν καταλαβαίνω. Για ποιον μιλάς; »
«Για τον πατέρα σου Άννα»
«Τι λες μαμά; O πατέρας μου δεν ήταν ναυτικός. Οικοδόμος ήταν και πέθανε πέρσι.»
«όχι κορίτσι μου, αυτός που πέθανε, ο άντρας που σε μεγάλωσε δεν ήταν ο πατέρας σου. Αυτός ο άντρας με παντρεύτηκε, όταν ήδη ήμουν έγκυος από τον πατέρα σου. Και ο πατέρας σου ήταν ναυτικός. Αγαπιόμασταν πολύ Άννα μου. Μα μόλις έμαθε ότι ήμουν έγκυος φοβήθηκε και το έσκασε. Από ότι έμαθα μπάρκαρε σε ένα καράβι για Ιταλία και δεν ξαναγύρισε. Σε ένα μήνα οι δικοί μου με είχαν αρραβωνιάσει με τον Κωστή. Ο Κωστής δεν μπορούσε να κάνει παιδιά και έτσι έγινε μια μυστική συμφωνία που βόλεψε και τους δυο μας. Δεν άργησε να γίνει και ο γάμος. Με τον Κωστή περάσαμε καλά αλλά δεν αγαπηθήκαμε ποτέ. Όσο για τον πατέρα σου, αυτόν δεν τον ξεπέρασα ποτέ, αυτός ήταν ο παιδικός μου έρωτας, ο πρώτος και ο μοναδικός.»
Η Άννα χρειάστηκε λίγη ώρα για να χωνέψει όσα συγκλονιστικά είχε μόλις ακούσει. Κοίταζε αμίλητη τη μάνα της όσο αυτή έβαλε φαγητό στο σκυλάκι και έφτιαξε τσάι και για τους δυο τους. Έμοιαζε ανακουφισμένη που μοιράστηκε όλο αυτό το βάρος που κρατούσε μέσα της και τη βασάνιζε για χρόνια. Ή Άννα λάτρευε τη μάνα της και επιτέλους μετά από τόσα χρόνια κατανόησε αυτή τη βαθιά μελαγχολία που είχε πάντα το βλέμμα της ακόμα και στις πιο ευχάριστες στιγμές. Κατάλαβε και γιατί ποτέ δεν έκανε άλλα παιδιά και τώρα είχαν μείνει οι δυο τους. Η Άννα ήπιε λίγο τσάι και ηρέμησε.
«Ι.Π;»
«Ιωάννης Πατρινός, αυτό ήταν το όνομα του πατέρα σου Άννα»
Η Άννα τότε κατάλαβε γιατί κάποια παράξενη αόρατη δύναμη έφερε τη φωτογραφία στην αντικερί και γιατί την έφερε μαζί της.
«Θέλω να σου δείξω και κάτι άλλο, να είσαι ψύχραιμη όμως»
Και της έδειξε τη φωτογραφία που βρήκε στο παλιό γραφείο, και η μάνα της έκλαψε και πάλι φιλώντας ξανά και ξανά το παγωμένο γυαλί. Της είπε μετά για την εικόνα που είδε με τον άντρα που έπεφτε από την αερογέφυρα και το σκυλάκι που έσκαψε στο σημείο που βρήκε το καπέλο. Αναχώρησαν και σε λίγο βρίσκονταν και πάλι στο σημείο.
Το φρεσκοσκαμμένο χώμα δεν είχε ακόμα στεγνώσει. Η μάνα της Άννας έσκυψε και αφού μυρίστηκε το ανθισμένο τριαντάφυλλο άρχισε να σκάβει με τα γυμνά της χέρια. Σε λίγο το χέρι της ακούμπησε πάνω σε κάτι που φαινόταν για ύφασμα. Έσκαψαν μαζί. Σε λίγο άρχισε να φαίνεται. Σταμάτησαν απότομα να σκάβουν και τραβήχτηκαν απότομα. Έπεσε η μια στην αγκαλιά της άλλης και άρχισαν να κλαίνε γοερά. Ένα λιωμένο σακάκι ξεπρόβαλε από το χώμα. Και λίγο πιο πάνω ένα σκελετωμένο κεφάλι τους κοιτούσε ακόμα με αγάπη.
«Δε μας είχε εγκαταλείψει μαμά. Εδώ βρισκόταν όλον αυτόν τον καιρό. Εδώ, λίγα λεπτά μακριά. Και να που επιτέλους βρήκε τον τρόπο να μας δείξει που είναι.» Η Άννα έσκυψε και φίλησε το σκελετωμένο κεφάλι «Γεια σου πατέρα»















Προδοσία, το αίσθημα της αηδίας και ανάπτυξη ψυχοσωματικών δερματικών παθήσεων

  Feeling disgusted and breaking out in a skin rash after a major betrayal are deeply connected psychosomatic and neurobiological reactions ...