Τετάρτη 29 Απριλίου 2026

η Ακτή

 Δεν θέλω να απομακρυνθώ από αυτήν την ακτή. Δεν θέλω ούτε εσύ να φύγεις. Θέλω να κάτσουμε δίπλα ο ένας στον άλλο, να ακούμε την ίδια μουσική, να πίνουμε από το ίδιο τσάι, να βλέπουμε τα ίδια κύματα και να αναπνέουμε τον ίδιο αέρα. Με τα λόγια, με τα λόγια δεν τα πάω και τόσο καλά, αλλά με το κενό, με αυτό τα καταφέρνω πάντα. Με το κενό, την σιωπή, όταν δεν έχουμε κάτι καινούριο να πούμε. Θέλω να σε βλέπω, κι ας μη μου μιλάς. Να σκύβω προς το μέρος σου και να σε μυρίζομαι, να ζηλεύω γιατί σε καταπίνει πάλι μια πολύ προσωπική μελαγχολία. Θέλω να μπορούσα να σου εξηγήσω την αλήθεια, μα πάλι πήγαν και ξηλώθηκαν οι λεξεις, τις κατάπιε πάλι εκείνη η λαίμαργη θολούρα, και πες μου πώς να περιγράψεις με είκοσι τέσσερα γράμματα, ένα παρελθόν που σε καταπίνει. Είναι παράξενη η μέρα, η μέρα που έρχεται ένας νέος άνθρωπος στη ζωή σου και σε πλημμυρίζει ξανά από την αρχή όλη εκείνη η ελπίδα, και όλα αλλάζουν, επιστρέφει το χρώμα στα μάγουλα σου και σταματά η ζωή σου να είναι σαν ασπρόμαυρη ταινία. Άσε τις λέξεις, δεν έχω ούτε εγώ άλλες πια να πω, ούτε να τις συντάξω, ούτε να τις προφέρω, ούτε να τις αναμασήσω. Μεταξύ μας, είναι μέρες και στιγμές που τις σιχαίνομαι. ‘Ασε τις λέξεις, για τους λόγιους, τους φιλοσόφους και τους πολιτικούς. Σε μένα δώσε μου μόνο το χρώμα σου. Είναι παράξενη η μέρα, η μέρα που έρχεται η αγάπη, είναι σαν παιδί που σου το αρπάζουν μέσα από τα σπλάχνα, και εσύ το ήθελες να είναι πάντα μέσα σου. Γιατί ξέρεις πώς άμα το γεννήσεις, θα μεγαλώσει, θα φύγει, θα γίνει άνθρωπος μεγάλος και εκείνο το παιδί δεν θα υπάρχει πια, θα ψάχνεις κάτι παλιές φωτογραφίες να θυμηθείς πώς έμοιαζε. Είναι παράξενη η μέρα που έρχεται η αγάπη, είναι γεμάτη χαρά και πείνα και λαχτάρα να τα ξανακάνεις πάλι όλα, να τα ξαναζήσεις πάλι όλα, να τα ξαναδώσεις πάλι όλα και γίνεσαι ηφαίστειο, και τρέχει από τις οπές η λάβα σου, ο ιδρώτας, το σάλιο, το δάκρυ σου και είναι ένας άνθρωπος που σε αρπάζει από το χέρι και σε τραβάει, έλα, έλα, έλα να παίξουμε, να τρέξουμε, να γίνουμε παιδιά. Και εσύ βάζεις φορέματα και καπέλο ψάθινο και είσαι και πάλι εκείνη η παιδούλα, εκείνη που ξέχασες πώς υπήρχε, εκείνη που ήταν πάντα εκεί κρυμμένη, ήσυχη, να μην σε ενοχλεί κάνοντας φασαρία. Πες μου μόνο, πώς τα κατάφερες και με συνοπτικές διαδικασίες την απόδιωξες πάλι; Πώς γίνεται να μην χαρούμε ποτέ μας ένα ολόκληρο απόγευμα, πώς μαζεύονται με μιας τα σύννεφα, πώς σκοτεινιάζει ο ουρανός, πώς μας πνίγει χωρίς προειδοποίηση αυτή η τρικυμία; Ένα απόγευμα ήθελα όλο κι όλο, εγώ και εσύ να κάτσουμε ο ένας δίπλα στον άλλο, να ακούμε την ίδια μουσική, να πίνουμε από το ίδιο τσάι, να βλέπουμε τα ίδια κύματα και να αναπνέουμε τον ίδιο αέρα.

Έχω νυστάξει, τα μάτια μου κλείνουν, είναι ο ύπνος ένα γαλάζιο καταφύγιο, γερμένη πάνω στις πέτρες θα τον αφήσω να με πάρει γλυκά, θα ανοίγω τα μάτια μου να κοιτάζω λίγο τον ουρανό και θα τα ξανακλείνω. Είναι πικρή η αλήθεια αγάπη μου, πως δεν μάθαμε ακόμα να αγαπούμε, μια κατανόηση ή συμπαράσταση δείχνουμε μόνο αν μας δείξει ο άλλος μια πληγή που μοιάζει λίγο με την δική μας, αν μας περιγράφει έναν πόνο που τον νιώσαμε και εμείς, αν μας τάξει ένα μέλλον που το ονειρευτήκαμε ήδη, πριν έρθει εκείνος. Το λέμε αγάπη, αν ταιριάζουν τα κουτάκια μας, στις διαστάσεις και στο βάθος, αν μου δίνεις κι αν σου δίνω, και είναι αυτή μια δίκαιη συναλλαγή. Και εγώ δεν ξέρω να αγαπήσω, παρά μόνο να είμαι υπομονετική, χαμογελαστή, και να αντέχω στωικά ότι με πληγώνει.
Παρόλα αυτά δεν θέλω να απομακρυνθώ από αυτήν την ακτή. Είναι οι πέτρες μου, είναι οι βράχοι μου, είναι τα αγριόχορτα μου, είναι εκείνη η όμορφη σιωπή, τόσες μέρες περίμενα να στην δείξω, πόσο όμορφη είναι η απέραντη σιωπή.
Δεν θέλω να απομακρυνθώ, ούτε κι εσύ ….

Πέμπτη 23 Απριλίου 2026

my hunter

When you touch me again, lower the sun, put out the moon and burn me a candlelight.

I'm afraid of loud sounds and I'm scared of lightning and I haven't learned to forgive yet. When you touch me, hold me like a fallen angel whose wings are broken, forgive me for I have sinned, forgive me for I have lost my path. Like an animal that the hunter just mortally wounded with his blade, you whisper in my ear thank you for giving you my life, and then you eat my bloody heart while it is still beating, so that my strength may become yours.
In the circle of life There were many deaths, but the resurrection was always one.
The water becomes a furrow and the blood is poured into the ditch, and from the blood the poppies take their bright red color, and from their songs the mountains rise higher, creating ravines that will hide the rebels and secret lovers.
My hunter is a rebel, a lover and a thief
hides my naked body in the middle of a ravine
the sun rays will never touch my naked skin
the eagles on the mountain tops will never hear my scream
He hides me from the world
never shares my flesh with other members of his tribe
and there alone, lights his fire every night
consumes me bite after bite
And I, will resurrect again next morning, singing lullabies and give him kisses, while he is still asleep with my taste in his mouth. I leave him and run again and hide behind the trees, my heartbeat raising, for I know when he wakes up, he will come to hunt for me again. When you kil me again, sharpen your blade, and a night with full moon sacrifice me to your Gods, so that they will be content and punish us no more with this endless circle of life. My little prince, my wicked thief, my heartless hunter.

My soul, my soul, how much pain do you feel when you mix blood with desire, my heart, my life, I wish I could tell you that love you, but I keep it a secret from us both.hen you touch me again, lower the sun, put out the moon and burn me a candlelight.
I'm afraid of loud sounds and I'm scared of lightning and I haven't learned to forgive yet. When you touch me, hold me like a fallen angel whose wings are broken, forgive me for I have sinned, forgive me for I have lost my path. Like an animal that the hunter just mortally wounded with his blade, you whisper in my ear thank you for giving you my life, and then you eat my bloody heart while it is still beating, so that my strength may become yours. In the circle of life There were many deaths, but the resurrection was always one. The water becomes a furrow and the blood is poured into the ditch, and from the blood the poppies take their bright red color, and from their songs the mountains rise higher, creating ravines that will hide the rebels and secret lovers. My hunter is a rebel, a lover and a thief hides my naked body in the middle of a ravine the sun rays will never touch my naked skin the eagles on the mountain tops will never hear my scream He hides me from the world never shares my flesh with other members of his tribe and there alone, lights his fire every night consumes me bite after bite And I, will resurrect again next morning, singing lullabies and give him kisses, while he is still asleep with my taste in his mouth. I leave him and run again and hide behind the trees, my heartbeat raising, for I know when he wakes up, he will come to hunt for me again. When you kil me again, sharpen your blade, and a night with full moon sacrifice me to your Gods, so that they will be content and punish us no more with this endless circle of life. My little prince, my wicked thief, my heartle ss hunter. My soul, my soul, how much pain do you feel when you mix blood with desire, my heart, my life, I wish I could tell you that love you, but I keep it a secret from us both.

Tars * Fear *

 Tars ** Fear

In my home, in my bedroom, in my bed, one in the morning, listening to a Persian singer, the same song for the tenth time. The title is Tars, it means fear. I feel him, I have felt him for days now, even when I said my first no. it’s the cellular change that’s happens when someone starts thinking of you. Let me not speak with words describing emotions, but describing cellular changes, changes in the energetic field around us, when two minds start thinking of each other, attracting each other in the quantum field. This energy comes back and invades your body, and my body has been invaded long before your words were written. I feel you before you speak, before you put down your thoughts into letters and make out of them words and sentences. It is always a risk to describe your truth, but the letters are never enough to make the words we. need to describe feelings. It is like attempting to put the water of the ocean into little silver spoons. I never know why it happens I just sit there and observe the changes, watch my breath changing, my heart beating differently, my dry human existence become full of liquid again, like a sweet fresh fruit. I thought, I really believed, I was already dead, I was already a dry desert, gave up all hope that it will rain ever again, and I made big declarations that I will never care about love any more, I am not a woman anymore, I am switched off entirely and it is ok this way, it is more safe, you don’t fear to feel any pain, if you are already dead.
And then, he came. And I said go away, and he agreed, he fave me back my silence, but a silence so loud I could still hear him. I said to him no, and he turned me no into maybe, maybe this one time, I will out out of my cave. I told to him don’t send me your words, and he agreed, and he send me songs instead. I told him, don’t send me your words, and he agreed, but send me flowers and birds knocking on my window. I told him don’t talk about love and he crawled into my bed and whispered fairytales in my ear. One by one he touched my cells and woke me, and now my eyes are wet, and my dead feels dizzy like there was a sweet drug slowly injected in my veins, and the bombs have silenced, and the world’s wars are distant, and my problems and fears are forgotten, there is only a faraway music in my head, and I sing when I wash the dishes, and I get lost when I watch the sea, and I speak to him , and write him a thousand poems in one afternoon but never found one right word to describe his eyes, my lips are drying at midnight but the water is tasteless, I am thirsty for the taste of sweat and salt, and I never want to see him, ever, I want to pause in this perfect moment of all the lust and passion and desire he awakend inside me, without ever touching me. He never had to, I feel him, from miles away, I can hear the music, I can smell the smoke and taste his tears. He gave me a piece of his soul, and brought back all the colors in life, like a blood donor, who’s blood will save some stranger’s life one day, he revived me. As from today, In my garden there is a tree named love.
the diaries

09 2023

 Δεν έχει τη μυρωδιά του θανάτου αυτή η απώλεια

Δεν έχει θρήνο ούτε αποχαιρετισμό
Δεν ξημερώνει αλλά δεν είναι ούτε μεσάνυχτα
Δεν έχει πόνο ούτε δάκρυ ούτε κάτι συνταρακτικό
Ήταν ο θρόνος μου μια στοίβα από χαρτόκουτα
Ήταν το παλάτι μου ένα σανίδι με καρφιά
έσβησαν οι φωτιές του μεσοκαλόκαιρου
και η ιέρεια ξυρίζει το κεφάλι
ο δράκος, ο βασιλιάς, ο διάβολος, ο λύκος, ο όφις, ο εξουσιαστής
η απίστευτη παράνοια της σημαντικότητας ενός καλού τέλους
η γύμνια, το ροζ, το χέρι του, οι αγαπημένοι σου ήχοι, η μανία, η ψιλοκομμένη σάρκα σου, τα εγκεφαλικά σου κύτταρα, η μυρωδιά της θάλασσας, το λευκό, η επιστροφή, η αναμονή, η ελπίδα, το ψέμα, το όμορφο ηδονικό σου ψέμα, η σκληρή επώδυνη αλήθεια, τα επιμελώς κρυμμένα, οι μέρες, το κεφάλι , τα μάτια σου
Είναι παράξενοι οι άνθρωποι Μαρία
Τα επαναλαμβανόμενα δάκρυα υπολείπονται αλατιού
Οι αμαζόνες ξεπέζεψαν απ’ τ’ άλογα
Θέλω μα δεν μπορώ να δώσω άλλη αξία
Μαρίνα Σαβεριάδου
Ποίηση 09/2023
Α’ δημοσίευση

Τετάρτη 15 Απριλίου 2026

Μακριά πολύ μακριά να ταξιδέψουμε

 

15 Απρίλη 2026

 Αποχαιρέτησα την κόρη μου σήμερα, μπαίνει στο αεροπλάνο και πάει πίσω στην Ελλάδα, μια εβδομάδα έκατσε. Η μεγάλη ακόμα πιο μακριά ,στην Χιλή αυτήν την φορά, Λατινική Αμερική για την ανθρωπολογική έρευνα της. Πήγα να λυπηθώ όταν την αποχαιρέτησα αλλά τώρα που το καλοσκέφτομαι, το διαπίστωσα, ότι νιώθω λίγη μεγαλύτερη ανακούφιση που είναι και οι δύο μακριά. Και αυτό είναι ειρωνικό και λίγο λυπηρό, μια μάνα να προτιμά να είναι μακριά τα παιδιά της. Μια μάνα όμως προτιμά να είναι μακριά τα παιδιά της παρά να είναι κοντά της και να είναι στο μάτι του κυκλώνα, Επεισόδια στην Πύλα και η Πύλα δέκα λεπτά μακριά από το σπίτι μας, και να ταν μόνο αυτό. Μια μόνιμη απειλή πάνω από το κεφάλι μας από τον καιρό που θυμάμαι τι σημαίνει να φοβάσαι. Φόβος για κάτι που δεν έζησες, στο μετάδωσαν όμως, μέσω του dna, μέσω της συλλογικής ανάμνησης, μέσω των αφηγήσεων, ποιος ξέρει. Μας έχει ενσταλάξει όμως η ζωή αυτήν την μόνιμη απειλή, αυτόν τον φόβο ότι θα έρθει κάποια μέρα μια βόμβα πάνω από τα κεφάλια μας, θά έρθουν να μας διώξουν και πάλι από τα σπίτια μας, θα έρθουν και εμείς τότε που θα πάμε;  Με κρατά σε αυτήν την γη, η αίσθηση του καθήκοντος, της ευθύνης και δυο γονείς που έχουν ανάγκη την παρουσία μου. Αλλά ζω σε τούτη την μόνιμη ανασφάλεια, και βλέπω όχι μόνο έναν μόνιμο πόλεμο να μαίνεται πάντα γύρο μου, αλλά και μια πολιτεία που μέρα με την μέρα σαπίζει. Βλέπω ανθρώπους να χάνουν πάλι τα σπίτια τους , όχι λόγω του καταχτητή, αλλά για να τα πουλούν κάποιοι άλλοι σε πλειστηριασμούς. Νόμοι άνομοι, βιαστές και παιδεραστές, κακοποιητές, σκάνδαλα, νέα σκάνδαλα, και όλοι να μένουν ατιμώρητοι.  Ένα μόνο έχει σημασία στην ζωή του ανθρώπου, μια είναι η βάση των πάντων και μία η αφετηρία. Το αίσθημα της ασφάλειας. Που είναι το αίσθημα της ασφάλειας; Πώς να ονειρευτώ, έστω, πώς να προγραμματίσω για το μέλλον μου, όταν όλα είναι ρευστά, απρόβλεπτα. Πώς; να ζω στην ουτοπία μου; Πώς να δημιουργήσω, πώς να νιώσω μια στιγμή όμορφα χωρίς να νιώθω βαθιά μέσα μου ενοχή όταν μέρα νύχτα ξεβράζει πτώματα η οθόνη μου; Σιχαμερό πράγμα ο πόλεμος, σιχαμερό πράγμα η απληστία.   Θέλω να φύγω από την νήσο των Αγίων, να πάω σε μια νήσο λιγότερο άγια ίσως πιο ανθρώπινη.

Και ας μην είναι νησί, ας είναι δάσος, πεδιάδα, βράχος, μια σπηλιά δροσερή, φτάνει να σωπάσουν οι σειρήνες και να μην μυρίζει πτώματα. Να μπορώ να γράψω για κάτι άλλο, να φανταστώ κάτι άλλο, να αναπνεύσω ελεύθερα, να απαλλαγώ από αυτήν την κληρονομιά να μην είμαι πρόσφυγας, να μην είμαι Κυπραία, να βάλω μια ρίζα σε ένα χώμα καθαρό, απαλλαγμένο από χυμένα αίματα και προπατορικά αμαρτήματα, να έχω΄ένα καμβά ολόλευκο δικο μου να βάλω ότι χρώματα θέλω εγώ.

 

 

 

Δευτέρα 14 Ιουλίου 2025

στον συνοικισμό

 Το Σάββατο το δείλις επήα στον συνοικισμό. Επαραγγείλαμε σουβλάκια που τη Φωτεινή, όπως τον παλιό τζιαιρό. Πότε ήταν ο παλιός τζιαρός; Τότε που ήμουν μωρό, τζιαι η μάνα μου νέα, τζιαι έρκετουν τζιαι η αρφή της που την Πάτρα με τα θκυο της μωρά, χωρίς τον θείο μου γιατί ο θείος μου ήταν καπετάνιος τζαι εδούλευκε πάνω στα πλοία. Τι ήταν να κάμει ούλλο καλοτζαίρι η θεία μου με θκυο μωρά στην Πάτρα; Έπιανε τα τζιαι έρκετουν Κύπρο να δει τζιαι τη μάνα της, να δει τζιαι τις αρφάες της να έχουμε τζιαι εμείς τα μωρά παρέα.

Το δείλις επηαίνναμε καμιά θάλασσα, ίσια που έπιασε η μάνα μου την άδεια του οδηγού τζιαι έβαλλε μας ούλλους μέσα τζιαι στο στραφί ετραουδούσαμε ένα τραούδι που ελάλε πία, πία, πίανο, πίανο πίανο, βίο, βίο, βίολα βίο βίο λα τζιαι δώστου λόγια στα γαλλικά δώστου λόγια στα Γερμανικά ιχ μάι πίλλα ίχ μάι πίλλα εφτάνναμε σπίτι λυσσιοπεινασμένοι. Ε, τζαι εθέλαμε σουβλάκια. Μακάρι να καλά η Κυρία Φωτεινή τζιαι ο Κύριος +Αντρέας εταίσαν πολλές γενιές πεινασμένων Καμαρκωτών.
Τζιαι έτσι προχτές είπαμεν να θυμμηθούμε τα παλιά. Θα πάω παρπατητή να τα πιάσω μάμμα, λαλώ της. Έρκουμαι τζ εγώ λαλεί μου. Τζ έτσι επήαμεν παρπατητές οι θκυό μας, με φανταστείς καμιά μεγάλη απόσταση, καμιά πεντακοσιά μέτρα ούλλα τζ ούλλα αλλά ήταν σαν να τζιαι κάμναμε ολόκληρο ταξίδι πίσω στο χρόνο. Τότε που ο συνοικισμός έσφιζε που ζωή, η δική μου η γενιά εγυρίζαμε στες γειτονιές τζ εκάμναμε φασαρία, εβρίσκαμε τα γκομενάκια πίσω που την εκκλησία η εκλείαμε τα ραντεβού μας κρυφά στην αυλή του νηπιαγωγείου. Τζιαι δώστου χαχανητά τζιαι δώστου συνομωσίες.
Στο στραφί με τα σουβλάκια στο σιέρι τζιαι μια τσέντα αναψυκτικά. Εφωνάξαν κάτι γειτόνοι της μάνας μου τζιαι εκοντοσταθήκαμεν. Μαρία, μα εν η κόρη σου τούτη. Ναι λαλείς τους τζιαι εκοντέψαμε να τους πούμε ένα γεια τζιαι να επιβεβαιώσουμε ότι εγώ ήμουν ναι η κόρη της. Μάνα μου, αθθυμούμαστε σε μωρό που έρκεσουν δαμέ δίπλα στην Ε. που επερνούσετε να πιάσετε το λεωφορείο. Επροχωρήσαμε να πάμε σπίτι να μεν γινουν σιόνι τζιαι τα σουβλάκια, ένα πράμα παράξενο να θωρείς τα σπίθκια που ήταν γεμάτα μωρά τζιαι ζωντάνια τζιαι φωνές τωρά να κάθουνται πάνω στες καρεκλούδες τους, κουρασμένοι τζιαι ποκαματισμένοι που τα χρόνια, τζιαι ναν οι αυλάδες όφκαιρες, να μεν ακούεις φωνές, λες τζιαι είναι ολόκληρος ο συνοικισμός ο γονιός μας που εγέρασε.
Λες τζιαι είναι ένα σύνορο τζιαμέ που ήταν η σειρά με τα καφενεία πρώτος ο καφενές που ήταν παλιά του Ζαχαρία που μας έκαμνε τζιαι οφτό, μετά το μπακκάλικο του Πάμπου, το μαχαζί της Κυρίας Μαρούλλας του Κίκη που επουλεν τα πάντα, τα σουβλάκια της Φωτεινής. Τζιαι ο ναός του Αποστόλου Βαρνάβα, ο πρώτος που εχτίστηκε την ώρα που εκτίζετουν ο συνοικισμός, ένα λυόμενο, που μέσα σε τζείνον το λυόμενο ναό εκάμαμεν γάμους τζιαι εβαφτίσαμε μωρά.
Τζιαι αριστερά ήταν ο συνοικισμός. Δεξιά δεν είσιε τίποτε. Τωρά δεξιά εκτίστηκε ο μοντέρνος ο ναός, ο τεράστιος με τους τρούλλους τζιαι τους πολυελαίους τζιαι τα ψηφιδωτά. Εκτιστήκαν τα σπίθκια τα νέα, τα μεγάλα, τα μοντέρνα, τα τεράστια, με τες μεγάλες αυλές τζιαι τες φοινιτζιές. Οι πουποτζεί τζιαι οι πουποδά. Με ένα κοινό δρόμο μέσα στην μέση που ενώνει τζιαι τες θκυο πλευρές, τζείνων που μινίσκουν στον συνοικισμό τζιαι τζείνων που μινίσκουν πάνω στο ύψωμα του Κρασά, η νέα εκκλησία που παν πιον ούλλοι τζιαι φυσικά τα σουβλάκια.
Εμεγαλώσαμε φτωσικά αλλά εξέραμεν ότι άμαν η μάμμα κάμει ένα κούρεμα ή μια περμανάντ τζιαι πιάσει πεντόλιρο ή δεκάλιρο θα γίνει πάρτυ. Ήταν να μου πει έλα πιάσε το τζιαι πήαιννε φέρε σουβλάκια, μια για σένα τζιαι μια για μένα θα φάμε που μισή με τη γιαγιά. Τζιαι έτσι εμάθαμεν ότι η φτώσια θέλει καλοπέραση, εξέραμεν ότι είμαστε φτωσιοί ναι αλλά δεν ενιώσαμε ποττέ ότι στερούμαστε ή ότι είμαστε μίζεροι ούτε ακούσαμε ποττέ τη μάνα μου να παραπονιέται. Εκαθούμασταν στην αυλή, ετρώαμεν εγελούσαμεν τζιαι δεν ενιώθαμε ότι μας λείπει τίποτε.
Μαρίνα Σαβεριάδου
τα ημερολόγια

Τρίτη 22 Απριλίου 2025

touch

Νέα μέρα νέο επεισόδιο, ακόμα εδώ

Από τις τρεις χιλιάδες σκέψεις που περνούν από το μυαλό μου κάθε μέρα καταφέρνω να περισώσω λίγες και να τις γράψω μέσα σε αυτά τα ημερολόγια.

Νιώθω ότι πλησιάζει το τέλος αν δεν ήρθε κιόλας μιας εποχής. Ζω τα τελευταία ίσως επεισόδια της προηγούμενης μου ζωής.  Μη μου ζητήσεις να σου το μετρήσω σε χρόνια. Θα μπορούσαμε να το μετρήσουμε από την ημερομηνία του δεύτερου διαζυγίου τέτοιες μέρες το 2013. Αλλά αν θέλαμε να το καταμετρήσουμε με περισσότερη ακρίβεια τότε θα υπολογίζαμε τριάντα δύο περίπου χρόνια.

Σωματικά δεν είμαι στα καλύτερα μου, είμαι λίγο πιο κάτω από το κάτω. Με έπιασε εκείνη η μελαγχολία του μόνιμου εσωτερικού μου Χειμώνα και μου αφαίρεσε πολλά.  Εκείνες τις εβδομάδες που κάποτε γίνονται μήνες εξαφανίζεται η Μαρίνα. Μένει η εργαζόμενη, η μάνα που ψωνίζει, καθαρίζει μανιωδώς το σπίτι και μαγειρεύει και μετά κάθομαι με τις ώρες πάνω στον καναπέ σαν ζόμπι και προσπαθώ να βρω κάτι να με απορροφήσει να πάω σε άλλη διάσταση, να μην υπάρχω μέσα στη ζωή μου.  Είναι κουραστικό να νιώθω ότι ζω τη ζωή μου ακόμα και τις ώρες που έχω για να ξεκουραστώ. Εδώ και χρόνια κοιμάμαι με το κινητό δίπλα μου στο κρεβάτι.

Ήθελα μανιωδώς να ακούσω ένα καλό νέο να αναπτερωθεί λίγο το ηθικό μου.  Θα σου πω κάτι άσχετο που ίσως στην πορεία των ετών να εντοπιστεί κάποιο βαθύτερο νόημα. 

Πριν όμως σου πω αυτό να σου πω ότι ήταν δύσκολος αυτός ο Χειμώνας. Είχε απώλεια, είχε πένθος, είχε μια τεράστια δόση ενοχής.  Πιο δύσκολα πλέον το σώμα γιατρεύει τις πληγές του και η νέα πληγή προστίθεται πάνω στην προηγούμενη που και εκείνη δεν έκλεισε πλέον καλά.

Με άγγιξε πριν λίγες μέρες ένας άνθρωπος, έτσι όπως περπατούσαμε, λίγα βήματα πιο μπροστά εγώ και εκείνος άπλωσε το χέρι του στον ώμο του, λίγο προστατευτικά και λίγο κάτι άλλο απροσδιόριστο και ξαφνιάστηκαν τα κύτταρα μου σαν την γάτα που πετάγονται οι τρίχες της την ώρα που απλώνεις το χέρι σου να την χαϊδέψεις όταν τρώει.

Τρεις φορές με άγγιξε με εκείνο το ανεπαίσθητο λίγο άγγιγμα λίγο σπρώξιμο να σε προσέξω γιατί διασταυρώνουμε τον δρόμο, εκείνο το άγγιγμα του είμαστε δυο άγνωστοι και απλά περπατάμε δίπλα δίπλα γιατί έτυχε αυτό το βράδυ σε αυτόν τον δρόμο να είμαστε δίπλα δίπλα χωρίς να νιώθουμε τίποτα ο ένας για τον άλλο και χωρίς να έχουμε εκφράσει κανένα συναίσθημα.

Αλλά ίσως η ανάγκη να αγγίξεις έναν άγνωστο χωρίς καμιά ερωτική πρόθεση, έτσι όπως αγγίζεις ανεπαίσθητα τα χείλη σου πάνω σε μια ιερή εικόνα, να είναι και αυτό από μόνο του ένα συναίσθημα.

Και άντε να εξηγήσεις σε εκείνον τον άνθρωπο που θα απλώσει το χέρι του επάνω σου για να σε αγγίξει, ότι πρώτα θα κλάψεις από τον πόνο των ετών που πέρασαν που έμενες ανέγγιχτος και μετά ήρεμα θα κάτσεις να απορροφήσεις το χάδι του. 

Έτσι έρχεται κάποτε εξ απροόπτου ένα χάδι, λες και ήταν μια ακτίνα του ήλιου που πάει και βρίσκει τον σπόρο που είναι βαθιά θαμμένος μέσα στο χώμα Και άντε να εξηγήσεις σε εκείνον τον άνθρωπο που θα απλώσει το χέρι του επάνω σου για να σε αγγίξει, ότι πρώτα θα κλάψεις από τον πόνο των ετών που πέρασαν που έμενες ανέγγιχτος και μετά ήρεμα θα κάτσεις να απορροφήσεις το χάδι του, απαλά και του λέει «έλα είναι ώρα να ξυπνήσεις». Έτσι ξύπνησε κι εμένα και μέχρι να πάω σπίτι θυμήθηκα πώς είναι να είσαι ζωντανή.

 

Κι άμα το θυμηθείς, το ξαναπιάνεις από την αρχή

Άνοιξη

 


 

 

 

 

Πέμπτη 27 Μαρτίου 2025

27 3 25

 

Ειναι μακρύτερος ο δρόμος της συγχώρεσης και της ίασης ότι ο φταίχτης είσαι ο ίδιος. Όταν δεν είσαι ο αποδέχτης του πόνου αλλά είσαι εσύ που προκάλεσες τον πόνο σε κάποιον άλλο. Και η φαντασία οργιάζει, και ο πόνος που νιώθεις ότι προκάλεσες σου μοιάζει δέκα φορές μεγαλύτερος και αν ο άλλος πονάει μία πονάς δέκα εσύ που τον πόνεσες.  Δεν ήταν θέμα καλοσύνης ή κακίας, το ζητούμενο ήταν η επάρκεια ή η ανεπάρκεια. Η δυνατότητα, η ικανότητα, ο τρόπος. Δεν ξέρω αν κάτι έσπασε τελευταίως μέσα μου, αν είναι μια παραλλαγή της αλήθειας, αν τα καράβια φύγαν τότε που ακόμα φτιάχνονταν από ξύλο και μέχρι να τα αποχαιρετίσουμε γίνονταν μεταλλικά. Βλέπω παντού γύρω μου κλουβιά. Σαν το κλουβί

Εγωιστές στην αγάπη, εγωιστές στην απώλεια, εγωιστές στην θλίψη. Τόσες ψυχές μέσα στα κλουβιά και εμένα μου λείπει το δικό μου, που δεν ήταν καν δικό μου. Απλά να το κράτησα για λίγο μέσα στα χέρια μου, το μυρίστηκα, και γεννήθηκε μέσα μου εκείνη η αγάπη να την πω αίσθηση οικειότητας να την πω. Δεν ξέρω. Ποια είναι αυτά τα κουμπιά που πατιούνται μέσα στον εγκέφαλο μας, τι ορμόνες εκκρίνονται και αναπτύσσεται εκείνο το αίσθημα για το «δικό» σου, άνθρωπο ή ζώο, που σε κάνει να αγαπάς εκείνο και για τα άλλα να μην πονάς.

Αχ ψυχούλα μου τι πλάνη κι αυτή.  Κι η μάνα που αγαπάει του κόσμου όλου τα παιδιά, το δικό της παιδί θα ψάξει να βρει πρώτο, να το φέρει πίσω στην αγκαλιά της, να το προστατέψει. Κι η άλλη ας μαζέψει το δικό της. Το δικό σου παιδί, το δικό σου σκυλί, το δικό σου σπίτι, τα κεκτημένα σου. Και εκείνο το καημένο το μαυρούλι,  που να χωρέσει, όταν τα άλλα κάνουν κουμάντο, και εκείνο το άλλο το γερασμένο δεν θέλει πολλά πολλά και η άλλη η μη μου άπτου δεν θέλει ούτε εκείνη και εκείνο είναι ένας μικρός σε ηλικία, γίγαντας σε μέγεθος και ζωηρός. Και για τούτα του τα αμαρτήματα πήγε πάλι στο κλουβί.

Το ρεζουμέ είναι ότι δεν θα υποκύψω στο αίσθημα της οδύνης και δεν θα πράξω ενόσω αισθάνομαι έτσι, μια πράξη που θα έφερνε τα πράγματα στην πρότερη τους κατάσταση και θα ανακούφιζε τυχόν αυτό το αίσθημα. Μετά από λίγο καιρό θα αναθεωρούσα και πάλι την απόφαση μου, πιθανόν να δυσανασχετούσα και πάλι και να μετάνιωνα που το έφερα πίσω. Το μονο που θα με ανακούφιζε πραγματικά είναι να μάθαινα ότι το υιοθέτησε  κάποιος που το αγαπά και το φροντίζει και δεν θα ζει τη ζωή του σε εκείνο το κλουβί. Εδώ όμως τίθεται και πάλι το ηθικό ερώτημα. Γιατί για εκείνο το συγκεκριμένο θα ανακουφιστώ αν ξέρω ότι υιοθετήθηκε και είναι και αλλά και για τα άλλα που τα βλέπω μόνο από τις φωτογραφίες δεν καίγομαι και τόσο; Ποια είναι εκείνη η ορμονο εγκεφαλική διεργασία που κάμνει τη διαφορά στο δικό μου από το ξένο;

Ποιο είναι το μάθημα εδώ; Ότι η αγάπη είναι ιδιοκτησιακή συναλλαγή που προκύπτει από ορμονική συναλλαγή και εξαρτητικές τάσεις ;

 

 

26 3 25

 Ειμαι σχεδόν πενήντα. Δε θέλω φασαρία δεν θέλω πολυκοσμία δεν θέλω πολλές κουβέντες και συζητήσεις. Δεν θέλω συναισθηματικές εξάρσεις, ούτε μεγάλους έρωτες ούτε σκαμπανεβάσματα. Θέλω την ασφάλεια μου, ότι κι αν σημαίνει αυτό για άλλους, για μένα σημαίνει η μια μέρα να είναι λίγο πολύ η ίδια με την προηγούμενη. Ένα σταθερό μοτίβο χωρίς απρόβλεπτα. 8 ώρες δουλειάς και οι υπόλοιπες δικές μου. Στον κήπο μου να κόβω αγριόχορτα και να ακούω βιντεάκια ή audio books στο YouTube, τα σκυλιά να γυροφέρνουν. Να πλένω πιάτα κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο αυτό το πράσινο, το χωράφι, τους καλαμιώνες αριστερά και να ξέρω ότι απέναντι, ακόμα κι αν δεν την βλέπω απευθείας είναι η θάλασσα, σε απόσταση λίγων λεπτών περπάτημα. Να περπατάμε τα απογεύματα μετά τη δουελειά, δύο εκείνα, μια εγώ την ίδια πάντα σταθερή διαδρομή, μέχρι την θάλασσα και πίσω. Βγήκα πριν δυο βδομάδες, συναναστράφηκα. Άντε και να δούμε πάλι πότε θα μου ξανάρθει η όρεξη. Η Εγγλέζα διοργανώνει πάλι singles dating. Μου έστειλε μήνυμα χτες να με ρωτήσει αν θέλω να πάω. Μπα! δεν θέλω ακόμα ένα γύρο με πεντάλεπτες συνομιλίες με αγνώστους, μια φορά ήταν αρκετή. Θα συνεχίσω να κλαδεύω αυτές τις γιγάντιες μολόχες στον κήπο να καθαρίσει ο κήπος πριν σφίξουνε οι ζέστες και βρούμε πάλι κανά φίδι να κάνει περιπάτους μέρα μεσημέρι. Θα φυτέψω λουλούδια και ζαρζαβατικά, μαϊντανό και δυόσμο. Πήραμε τον φιλοξενούμενο μας σκύλο πίσω στο καταφύγιο, έκλαψα Σάββατο βράδυ με μαύρο δάκρυ, έκλαψα Κυριακή πρωί. Τον αγάπησα τον μούργο αλλά μάλωνε με τα άλλα. Μετά σταμάτησα. Είχα να βάλω ακόμα δύο πλυντήρια, να κάνω μεσημεριανό, να καθαρίσω την μπροστινή βεράντα. Τους είχα πει, μην μου φέρνετε ζωντανά για λίγο, δεν κάνω εγώ για λίγο, δεν κάνω για προσωρινά, συνδέομαι, τ αγαπάω και μετά να τα. Τα φιλοσοφώ και σκέφτομαι πώς αναπτύσσω άμυνες μα κατά βάθος είμαι εκείνο το εξάχρονο που λυπάται με το παραμικρό. Λες να ήταν καλύτερα τα πράγματα αν ήμουν να μια δόση πιο αναίσθητη; Θα έρθει η μικρή. Κόψαμε το εισητήριο χθες. Θα ‘ρθει το παιδί, τι όμορφο να ‘χεις κάτι να περιμένεις. Ένα ακόμα κίνητρο να φτιάξω όμορφο τον κήπο και θα φτιάξουμε τον καφέ μας και θα κάτσουμε στις λευκές καρέκλες και γύρω θα μυρίζουν οι ανθοί της πορτοκαλιάς και θα χαχανίζουμε εγώ και τα κορίτσια μου. Κόψαμε το εισητήριο για τη μικρή και έφυγε η μεγάλη για ταξίδι. μου λέει θα πάμε για ένα καφέ πριν φύγω; Εννοείται θα πάμε. Και βρεθήκαμε στο συντριβάνι. Εκεί μου λέει θα σε βγάλω για φαί, πες μου τι θέλεις, θέλεις Κινέζικο, θέλεις Ινδικό, διάλεξε. Τελικά πήγαμε στην Χρυσάνθη πήραμε σαλάτα και μετά cheese cake. Η αγάπη των παιδιών είναι μια δύναμη που δεν υπάρχει άλλη στον σύμπαν.

Μην μου τον πειράξεις τον κόσμο μου, αυτό σου λέω. Την ησυχία μου, την γαλήνη μου, το όμορφο ήρεμο μου ατάραχο νερό. Δεν έχω χρόνο να ‘χω διαφωνίες, να με ενδιαφέρει να πείσω κανέναν, και ποιος ο λόγος άλλωστε. Ο κάθε ένας προσεχτικά χτίζει το τείχος του, ο κάθε ένας προσεχτικά στήνει μέσα το βασίλειο του και προσεχτικά επιλέγει σε ποιον θα ανοίξει την πόρτα και σε ποιον όχι. Και αν κάποτε βγαίναμε και κανά γύρο έξω να πάμε σε κανά ξένο παζάρι και καμιά ξένη πολιτεία, τώρα πάμε έξω να πάρουμε τα απαραίτητα και να τους πίσω πάλι. Και ξέρεις τι; Είναι εντάξει. Άμα αυτό χρειάζομαι στη ζωή μου είναι εντάξει. Και το κυριότερο. Σε εκείνο το ον που μετατρέπομαι μέρα με την μέρα, δεν αντιστέκομαι. Αφήνω την βαθύτερη μου ανάγκη να με καθοδηγήσει και απλά υπακούω. Ούτε καν το ψάχνω πια.
Τα Σαββατοκύριακα τα πρωινά κάθομαι πίσω στην αυλή ο ήλιος ανατέλλει πάνω από τη θάλασσα και τα απογεύματα κάθομαι στο σαλόνι που είναι δυτικά και κάθομαι στον καναπέ να διαβάσω το βιβλίο μου και μπαίνουν οι ακτίνες του ήλιου και χτυπάνε πάνω στις περσίδες και σχηματίζονται γραμμές από ήλιο και σκιές πάνω στις σελίδες και τότε σταματώ να διαβάζω και απλά κοιτάζω τις γραμμές. Τις καθημερινές είναι αυτό το μαράζι μου, όχι πως με πειράζει να δουλεύω αλλά δεν βλέπω τον ήλιο όλες αυτές τις ώρες και η πρώτη μου δουλειά με το που πάω σπίτι να κάτσω στον καναπέ να προλάβω εκείνη την μια ώρα της δύσης, λες και θα φορτιστώ, έστω μια ώρα. Αν μου πεις να έρθω και δεν έρχομαι δεν είναι γιατί δεν σ αγαπώ πια. Απλά τις ανθρώπινες επαφές πλέον τις «αντέχω» σε μικρές δόσεις. Έχω πάθει δυσαπορρόφηση ανθρώπινης ενέργειας. Θέλω πλέον να το ρεουλάρω λίγο. Λίγοι άνθρωποι, ουσιαστικές επαφές, και κυρίως αληθινές. Οι γονείς μου τα παιδιά μου, τα σκυλιά μου και το σπίτι μου και οι φίλοι μου, εκείνοι οι λίγοι και καλοί και τον ήλιο μου, όποτε τον πετύχω και δεχτεί να με χαιδέψει.

13 Μαρτη

 Λογοτεχνία και κινηματογράφος

Αρχές του Γενάρη άρχισα να διαβάζω το πρώτο μου λογοτεχνικό βιβλίο στα αγγλικά. Ήταν το Do androids dream of electric sheep του Philip K. Dick. (Αμερικανός) Μου το έκανε δώρο η δεύτερη κόρη μου πριν χρόνια αλλά δεν το είχα διαβάσει. Πολλές άγνωστες λέξεις, σελίδες γεμάτες από αυτές και δίπλα η μετάφραση στα ελληνικά ή η επεξήγηση στα Αγγλικά. Είχα βάλει στόχο να διαβάζω τουλάχιστον ένα κεφάλαιο την μέρα και πειθάρχησα χωρίς κόπο. Θυμήθηκα πώς είναι να διαβάζεις, να μπαίνουν νέες πληροφορίες στον εγκέφαλο και το να διαβάζεις σε μια ξένη γλώσσα όσο να ναι αναπτύσσεις νέες ικανότητες. Το βιβλίο με συνόδεψε μέχρι τα μέσα του Γενάρη. Το ολοκλήρωσα και μετά έκατσα να δω την ταινία που γυρίστηκε βασισμένη στο βιβλίο αυτό, την οποία είχα δει ξανά πριν χρόνια, το Blade Runner (1982). Ξενέρωμα και απογοήτευση, καμία σχέση η υπόθεση με το βιβλίο.
Επόμενο βιβλίο του 2025. Δανεικό και προτεινόμενο από την μεγάλη μου κόρη. Looking for Alaska του John Green. (επίσης Αμερικανός) . Υπέροχο βιβλίο, υπέροχη ιστορία, περίμενα πως και πως να σχολάσω και να πάω σπίτι να κάτσω στο σαλόνι με τα σκυλάκια παρέα να ανάψουμε την σόμπα και να διαβάσω το βιβλίο. Τα τελευταία 4-5 κεφάλαια τα διάβασα σε ένα απόγευμα και αμέσως εννοείται έψαξα να δω αν το είχαν κάνει τηλεοπτική σειρά και χάρηκα όταν ανακάλυψα ότι την είχαν κάνει και χάρηκα ακόμα περισσότερο όταν την παρακολούθησα και διαπίστωσα ότι το σενάριο ήταν πιστό στο βιβλίο μέχρι και στην τελευταία λέξη.
Τα δύο επόμενα βιβλία δεν μου άρεσαν και τα άφησα πολύ γρήγορα.
Και με βρήκε ο Μάρτης του 2025 με το επόμενο βιβλίο που είναι το Dracula του Bram Stoker. Μια ψιλοεμμονή την έπαθα γιατί διαβάζω ένα κεφάλαιο την ημέρα, ανακάλυψα στο You tube το ίδιο σε audio book και το ίδιο κεφάλαιο το ακούω και στο audiobook, και καλά να ακούω πώς διαβάζονται οι λέξεις, σε θυμίζω ότι όλη αυτήν την διαδικασία την κάνω για να μάθω να διαβάζω καλά αγγλικά, αλλά πέραν τούτου είδα και ένα σωρό ντοκιμαντέρ για τον Δράκουλα, τις ταινίες και τον Stoker.
Το 1922 κυκλοφορεί η πρώτη ταινία η οποία βασίζεται τον θρύλο του Δράκουλα. Ο τίτλος της είναι Nosferatou.
Ενώ ο χαρακτήρας του Νοσφεράτου βασίζεται άμεσα στον Δράκουλα, το όνομα αυτό δεν αναφέρεται πουθενά στην ταινία επειδή η χήρα του Μπραμ Στόκερ αρνήθηκε να δώσει τα δικαιώματα στον Μουρνάου. Κατόπιν αυτός απλά άλλαξε το όνομα του βρικόλακα, έκανε κάποιες αλλαγές στην ιστορία και γύρισε την ταινία δίχως την άδεια των κληρονόμων του Στόκερ. Έτσι π.χ. ο φόβος των βρικολάκων από το φως της ημέρας εμφανίζεται για πρώτη φορά στην ταινία του Μουρνάου, ενώ δεν αναφέρεται στο πρότυπο του Στόκερ. Η Φλόρενς Στόκερ στράφηκε δικαστικώς κατά του σκηνοθέτη και η απόφαση διέταξε να κατασχεθεί το αρνητικό και όλα τα αντίγραφα να καταστραφούν. Ωστόσο, διατηρήθηκαν μερικά αντίγραφα και η ταινία σώζεται μέχρι σήμερα.
Περίπου 200 ταινίες γυρίστηκαν τα τελευταία 100 χρόνια. Η πιο πιστή εκδοχή στο βιβλίο είναι μια παραγωγή του BBC του 1977 μέρος των γυρισμάτων έγιναν στο Whitby περιοχή στην οποία γίνεται αναφορά στο βιβλίο και είναι πολύ όμορφο να βλέπεις τις σκηνές να διαδραματίζονται εκεί όπου περιγράφει ο συγγραφέας.
Η πιο αγαπημένη και διάσημη εκδοχή όμως είναι η ταινία του 1992 σε σκηνοθεσία του Francis Ford Coppola και τον Gary Oldman στον ρόλο του Δράκουλα και την ταινία και τα πράγματα δείχνουν ότι οι δημιουργοί ταινιών δεν παύουν να εμπνέονται από αυτόν τον μύθο. Ο Δράκουλας επανέρχεται στις μεγάλες οθόνες το 2025 με τον Κιάνου Ριβς ο οποίος πρωταγωνίστησε στην ταινία του 1992 στον ρόλο του νεαρού δικηγόρου Τζόναθαν Χάρκερ, 33 χρόνια μετά να πρωταγωνιστεί αυτή την φορά ως ο ίδιος ο Δράκουλας.
Και χαριτωμένα προσθέτουμε ότι ο συγγραφέας του Δράκουλα, ενός βιβλίου που καταπιάνεται με τον θάνατο και την αθανασία, το σκοτάδι και το φως, την αμαρτία και τον έρωτα, ήταν σκορπιός

 εν είναι παράξενο που αυτήν την διαδικασία πρέπει να την κάνεις όχι μία αλλά δύο και περισσότερες φορές;

Νιώθω να έχω πάθει relapse πώς είναι τώρα στα Ελληνικά. (google) Μάλιστα υποτροπή. Υποτροπίασα λοιπόν. Και φαίνεται λες και όλη η δουλειά που έκανα τα προηγούμενα χρόνια να πήγε χαμένη. Και πρέπει να το ξαναπιάσω από το μηδέν.
Λες και υπάρχει πάντα ένα κοιμώμενο τέρας μέσα μας και όσες προσπάθειες και αν κάνουμε να το σκοτώσουμε πάντα εκείνο απλά κοιμάται και ξυπνά με τον παραμικρό θόρυβο λες και είναι βρέφος που κοιμάται γλυκά μέσα στην αγκαλιά μας αλλά ξυπνά μόλις το αποθέσουμε στην κούνια του.
Το τέρας το δικό μου ονομάζεται φοβία. Και ήθελα να σου πω πώς ξαναξύπνησε και ή που θα το ξανακοιμήσω ή που θα περνώ τις μέρες μου μαζί του. Όταν ξυπνά το τέρας μου επισκιάζεται όλη η ζωή μου από μια απειλή και καμιά μου χαρά δεν μπορώ να την ζήσω. Κάτι κακό θα γίνει, κάτι κακό με περιμένει στην επόμενη στροφή, και κάθε φορά που χτυπά το τηλέφωνο η καρδιά μου αρχίζει να χτυπά συναγερμό.
Είναι πολύ κουραστικό πίστεψε με να ζεις συνέχεια σε κατάσταση συναγερμού. Είναι πολύ κουραστικό, εξαντλητικό να μην μπορείς να χαλαρώσεις και να μην μπορείς να απολαύσεις έστω μια μικρή χαρά γιατί εκείνο το άλλο το απειλητικό πάντα επισκιάζει τα πάντα. Όχι δεν σου ζήτησα να με κάμεις κι άλλο δυνατή, να νικήσω κι άλλες μάχες. Να σταματήσεις τον πόλεμο σου ζητώ. Να μη ζω πια με αυτήν την αγωνία.
Δε θα σταματήσει λες; Πρέπει να αλλάξω εγώ λες. Να μάθω να ζω με αυτό λες. Σε βομβαρδισμένα τοπία, με ανθρώπους να πεθαίνουν δεξιά και αριστερά, να μην ξέρω τι θα μου φέρει το αύριο, να μην έχω τον έλεγχο, ότι κι αν κάνω πάντα κάτι να μένει ατέλειωτο, να μην ξέρω τι μου ξημερώνει, να μην μένει πλεόνασμα, να μην μένει ελπίδα, να μην μένει ενέργεια. Και κυρίως να μην περισσεύει ένας άνθρωπος να έρθει να κάτσει από την μια πλευρά της ζυγαριάς και να πεις εντάξει ρε γαμώτο, ήρθε αυτός, θα αγωνιστούμε παρέα.
Αυτά μου λες. Εδώ και χρόνια μου τα λες. Και δεν παρεκτρέπομαι παρόλα αυτά από τους κανόνες. Περπατάω ευθεία. Και την έκανα την δουλειά, έκανα τον διαλογισμό, έκανα τις θετικές δηλώσεις, να αλλάξω τον τρόπο σκέψης μου, να αναπνέω βαθιά,
Δεν ξέρω είναι που αλλάζει η δεκαετία, είναι που λιγοστεύουν οι αντοχές, είναι που κουράζεται η ψυχή, πιο εύκολα ξυπνά πια το τέρας και θέλει πιο πολλή δουλειά να το ξανακοιμίσεις. Υποτροπιάζει η ψυχολογία, οι καλές συνήθειες καταργούνται και βρίσκεις τον εαυτό σου στον βάλτο της άρνησης, εκείνον που τόσο κόπο έκανες να βγεις. Αυτό μου λες. Ότι πρέπει να ξαναρχίσουμε από την αρχή.
Ωραία ξαναρχίζουμε από την αρχή. Θα διαβάσουμε τα ίδια βιβλία, θα δούμε τι σωστό κάναμε τότε, θα ζούμε λες και δεν υπάρχει μέχρι που να ξεχνάμε όλο και περισσότερο ότι υπάρχει, μέχρι να μείνει μόνο μια μικρή σκιά, μέχρι να αναπνέουμε με παραπάνω ηρεμία, μέχρι να μην βλέπουμε άλλα αγχωτικά όνειρα, να κάνουμε τους ίδιους εσωτερικούς διαλόγους, να διαβάσουμε τα ίδια θεραπευτικά βιβλία, να ξαναθυμηθούμε την αλήθεια, να ξανακοιμήσουμε το τέρας.
Κουράστηκα.
Το ξέρω αλλά αυτό δεν σε απαλλάσει. Σήκω. Σήκω είπα.
Που θα πάμε
Εδώ στον κήπο να βγάλουμε τα αγριόχορτα. Αλλά με μια διαφορα
Τι διαφορά
Αυτή τη φορά θα ψεκάσουμε μετά να μην ξαναβλαστήσουν.

Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2025

Φεβράρης 2025

 Φεβράρης 2025

Με διάθεση μελαγχολική σκέψου σκούρο μπλε, βαθύ μωβ και την γεύση που έχουν τα δάκρυα των εραστών όταν αποχαιρετίζονται. Είναι κάτι γεγονότα που όταν συμβούν, σαν ρήγμα ο χρόνος μοιράζεται στα δύο και η ζωή πλέον σημαδεύεται από το πριν και από το μετά εκείνου του γεγονότος. Όπως μετράμε προ Χριστού και Μετά Χριστό. Τούτες οι σημαδιακές ημερομηνίες, που πριν από εκείνες ήσουν έτσι και μετά όλα έγιναν αλλιώς. Μια μέρα που μαζεύει τα πράγματα του και φεύγει από το σπίτι. Και μετά όλα τα προηγούμενα χρόνια επί τις τριακόσιες εξήντα πέντε ημέρες επί τα τόσα χρόνια, μπαίνουν στο αρχείο. Η νέα ζωή ξεκινά από εκείνη την ημέρα. Ούτε καν την ημερομηνία που γράφει επάνω το διαζύγιο, ποιος την θυμάται αυτή. Κανένας. Η τελευταία ανάμνηση είναι εκείνη η μέρα που μαζεύει τα πράγματα του και φεύγει από το σπίτι. Μη με ρωτήσεις γιατί χωρίζουν οι άνθρωποι, έχει εξηγήσεις πολλές, πνευματικές, ψυχολογικές, πρακτικές, μαθηματικές ότι είδους εξηγήσεις θες. Στο τέλος ούτε αυτό έχει σημασία. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι εκείνοι οι δύο, εκείνος που θα μείνει πίσω και εκείνος που θα μαζέψει τα πράγματα του και θα φύγει, κάποτε ερωτεύτηκαν, αγαπήθηκαν, ονειρεύτηκαν, έκαναν σχέδια για το μέλλον. Και πονάει λένε οι ψυχολόγοι, το διαζύγιο, ακόμα κι αν αποφασιστεί από κοινού, ακόμα και αν γίνει κάτω από ήρεμες συνθήκες. Δεν παύει, λένε, να είναι ένας μικρός θάνατος.
Εκείνο που δεν μας είπαν όμως είναι ότι στην ζωή μας, στην πορεία μας, στην εξέλιξη, στο πέρασμα του χρόνου, θα ζούμε αυτούς τους μικρούς και μεγάλους θανάτους πολλές φορές. Η αγάπη δεν πεθαίνει. Λυπούμαι που θα σου το πω, αλλά δεν πεθαίνει. Απλά στοιβάζουμε άλλα συναισθήματα από πάνω της για να αντέξουμε τις ματαιώσεις μας και την επιτακτική ανάγκη της αυτοσυντήρησης, της επιβίωσης. Την κάνουμε θυμό, την κάνουμε φόβο, βαφτίζουμε τον άλλο εχθρό, του κρατούμε μούτρα και κακία και κρατάμε απόσταση ασφαλείας να μην τρώμε τα χτυπήματα της μάχης, τον κοιτάζουμε έτσι για κάτι δευτερόλεπτα και από χιλιόμετρα μακριά, να μην ξεχωρίζουν τα χαραχτηριστικά του. Αλλά η αγάπη δεν πεθαίνει. Είναι θαμμένη, κάτω από στοίβες εγωισμού και ανασφάλειας και κατηγοριών. Και από πάνω, σαν ταφόπλακα ο φόβος. Ο φόβος, ο φόβος που διαβρώνει την συνείδηση, το υποσυνείδητο, γίνεται εφιάλτης, διακεκομμένη αναπνοή, αγχώδης διαταραχή και μια συνεχής ανάγκη να κοιτάζεις πάντα πίσω σου.
Η δική μας αγάπη άραγε που να ήταν θαμμένη; Μεταξύ μας δεν την έθαψα. Την φύλαξα σε ένα μικρό τετράγωνο μπλε βαλιτσάκι, θυμόμουν ότι κάπου υπήρχε αλλά πέρασαν τόσα πολλά χρόνια από τότε που είχα να το ανοίξω που ξέχασα τι ακριβώς είχε μέσα. Αν προσπαθήσεις να εξηγήσεις σε κάποιον πόσο πολύ αγάπησες κάποιον, από τον οποίον μετά χώρισες, πήρες διαζύγιο, θα σε βγάλει τρελό. Καλά και γιατί χωρίσατε. Χωρίζουν οι άνθρωποι φίλε, παρανοούν, λένε τρέλες, κάνουν παράξενα, βγάζουν νύχια και δόντια και αλληλοσπαράζονται. Αυτά κάνουν. Ναι όμως, παρόλα αυτά, πριν αναδυθούν από μέσα τους τα νεογέννητα τέρατα, ήταν κάτι άλλα πλάσματα, αθώα και αμέριμνα, που περνούσαν καλά, γελούσαν, πήγαιναν εκδρομές και ερωτεύονταν. Μεγάλος παραλογισμός θα έλεγε κάποιος. Ο μεγαλύτερος από όλους θα έλεγα εγώ, γιατί πάνω σε εκείνους που αγαπήσαμε πολύ, πάνω σε εκείνους θα αμολήσουμε με την μεγαλύτερη άνεση τα τέρατα μας.
Επίσης θα σου πω κάτι που ίσως να μην το ξέρεις. Εκείνος ο μικρός θάνατος του διαζυγίου, που μπορεί να πάρει από έξι μήνες μέχρι 2-3 χρόνια είναι ο πρώτος θάνατος. Μην χαίρεσαι , δεν την γλυτώνεις εδώ. Θα ‘ρθει και ο άλλος. Κάποια στιγμή θα σου εξηγήσω πότε. Ο δεύτερος θάνατος είναι ο τελειωτικός, ο ανεπίστρεπτος, ο τελεσίδικος. Έρχεται απρόσκλητος πάντα. Είναι εκείνος που θα σηκώσει μια-μια τις πέτρες που έβαλες πάνω από τον τάφο της αγάπης που ένιωσες κάποτε. Μια-μια θα της σηκώνεις. Θα φύγει ο πόνος. Θα απομακρυνθεί, θα φύγει ο φόβος. Θα φύγει ο θυμός. Και τότε θα μείνει εκείνη η αρχή. Έστω και αν ήταν πριν είκοσι ή τριάντα χρόνια. Θα πιάσεις το φάντασμα σου από το χέρι και θα περπατήσετε όλα τα μέρη που περπατήσατε τότε. Θα ζητήσεις συγνώμη. Ναι εσύ, κι ας ορκιζόσουν για τόσα χρόνια μέσα σου ότι έφταιγε ο άλλος. Στην τελική δίκη αθώος ανακηρύττεται όποιος προλάβει να φύγει πρώτος. Και ο άλλος μένει πίσω με μεταχρονολογημένες ενοχές, να ζητά συγνώμη.
Θυμάμαι τη συζήτηση που κάναμε με ένα φίλο τέλη Δεκέμβρη στην Αθήνα για τα παιδιά μας. Και τον άλλο γονιό, των συν-γονιό που ίσως το παιδί να έχει σύγκρουση μαζί του. Αν λοιπόν είσαι ο άλλος γονιός, που ίσως μαζί σου να έχει λιγότερη σύγκρουση το παιδί, ίσως επικοινωνείς λίγο καλύτερα μαζί του, κάνε μου μια χάρη λοιπόν. Γίνε ειρηνευτική δύναμη, γίνε βάλσαμο, μίλα όμορφα και γλυκά και βοήθα το παιδί σου να κατανοήσει τον άλλο, τον όχι τόσο εύκολο γονιό, και να συγχωρέσει και να μάθει να τον ανέχεται ακόμα και αν έχει δύσκολο χαρακτήρα ακόμα και είναι στραβός και ανάποδος και δεν ξέρει να δείξει την αγάπη του. Αν ο πρώην σου, μάνα ή πατέρας του παιδιού σου, δεν ξέρει να επικοινωνήσει την αγάπη του, κάνε την δική σου αγάπη μεταφραστή και γίνε κανάλι επικοινωνίας και κάνε το σώμα σου γέφυρα και την ύπαρξη σου φλόγα να διατηρηθεί αυτή η αγάπη ζωντανή. Το παιδί έχει ανάγκη να θυμάται τον γονιό του με όμορφα χρώματα και αν χρειαστεί πιάσε πινέλα και βάψε τα όμορφα. Εκείνον που εσύ κάποτε διάλεξες για γονιό του παιδιού σου, μην κάνεις τώρα πισινή και μην απαρνιέσαι την ευθύνη σου. Θα είναι πάντα εκείνος που κάποτε αγάπησες και θα είναι πάντα εκείνος που κάποτε κάτι όμορφο είδες πάνω του και τον επέλεξες.
Κάποτε θα τους κληρονομήσουμε νυφικά, εκείνες τις αρχικές φωτογραφίες από τις εκδρομές και την ανεμελιά, τα άλμπουμ από τον γάμο , τα γράμματα με τα φιλιά και τα ημερολόγια. κι ας υπάρχουν κάπου καταγραμμένες ημερομηνίες που εκδόθηκαν τα διαζύγια. Εκείνοι οι άνθρωποι υπήρξαμε κάποτε και μέσα από εκείνα τα παράξενα σμιξίματα γεννήθηκαν αυτά τα πανέμορφα μας παιδιά. Που τα πληγώσαμε, τα τσακίσαμε, τα καταρρακώσαμε με τις πράξεις μας. Και εκείνα, ναι εκείνα, είχαν το μεγαλείο της ψυχής να μας συγχωρέσουν και να μας αποδεχτούν. που έχουν ανάγκη να ξέρουν , να το νιώσουν, ότι κάποτε αυτοί οι άνθρωποι αγαπήθηκαν, ότι μέσα από αγάπη γεννήθηκαν και δεν προέκυψαν μέσα από μια τυχαία συγκυρία. Ας ακολουθήσουμε λοιπόν το παράδειγμα τους και ας συγχωρέσουμε και τον εαυτό μας και τον άλλο.
Είναι κάτι γεγονότα που όταν συμβούν, σαν ρήγμα ο χρόνος μοιράζεται στα δύο και η ζωή πλέον σημαδεύεται από το πριν και από το μετά εκείνου του γεγονότος. Η ζωή δεν θα είναι ποτέ πια ίδια. Για να είμαι ειλικρινής όλα μοιάζουν πλέον λίγο ψέμα. Έτσι είναι οι άνθρωποι ψυχούλα μου, σαν τις φυσούνες του ακκορτεόν, παράγουν μελαγχολικούς ήχους και την ώρα που προσεγγίζουν όσο και την ώρα που απομακρύνονται.
Μαρίνα Σαβεριάδου
Τα ημερολόγια 10/02/2025

η Ακτή

  Δεν θέλω να απομακρυνθώ από αυτήν την ακτή. Δεν θέλω ούτε εσύ να φύγεις. Θέλω να κάτσουμε δίπλα ο ένας στον άλλο, να ακούμε την ίδια μουσι...