Τρίτη 26 Μαΐου 2026

poison

 

23 Μάη 6 το πρωί

Ένιωσα ένα κύμα δηλητηρίου να με πλημμυρίζει ψες, είναι απίστευτο το τι τοξικά συνασθήματα μπορεί να παράξει ένα μυαλό, αφού από τις σκέψεις ξεκινάνε όλα, και αυτά τα τοξικά να σου τα χύσει μέσα στο σώμα σου. Ζήλεια, κτητικότητα εκείνη η παράνοια που δεν ξέρεις καν από που προέρχεται, αφού δεν αιτιολογείται. Μα πότε αιτιολογήθηκαν αυτά. Είναι τραύματα παλιά που απλά ξανανοίγουν με την πρώτη ευκαιρία.  Ευτυχώς μου πέρασε σύντομα, ηρέμησα, κοιμήθηκα, τι ευλογία αυτός ο ύπνος, μας απαλλάσει, μας παίρνει αλλού, μας ταξιδεύει, επιστρέφουμε στο κέντρο μας, ειρηνεύουμε. Ευλογημένος να είναι ο ύπνος.  Είναι πολύ νωρίς ακόμα, έκανα ένα νέσκαφε αλλά δεν το νιώθω να σηκωθώ από τις 5 να ξεκινήσω δουλειές. Ίσως τα καταφέρω και κοιμηθώ καμιά ωρίτσα ακόμα. Ίσως δω ένα όνειρο όμορφο και χαμογελάσω στον ύπνο μου. Μου λειψε η εποχή που ήταν η ζωή μου άδεια και δεν σκεφτόμουν κανένα.

Δευτέρα 25 Μαΐου 2026

σήμερα

 

25 Μάη 2026

20 Μάη αποχαιρετιστήκαμε για πολλοστή φορά και 24 Μάη με πήρε τηλέφωνο και εγώ απάντησα και μου είπες πήρα να δω τι κάνεις και αν θέλω να πάμε για καφέ, πριν πας Λευκωσία. Του είπα έλα από το σπίτι.

Είναι από αυτές τις ιστορίες που ξεκινάνε έντονα και από την πολλή την ένταση κοντεύουμε να πνιγούμε, είναι σαν να χορεύουμε οι δύο μας σε μια πίστα αλλά είναι πολύ γρήγορη η μουσική και μπερδεύουμε τα βήματα μας και σκοντάφτουμε, ξανασηκωνόμαστε και λέμε στην ορχήστρα, παίξε κάτι πιο αργό, μπας και τα καταφέρουμε να συντονιστούμε

Πριν έρθεις σκεφτόμουν πώς θα το αντιμετωπίσω. Πώς θα αντιμετωπίσω έναν άντρα που τέσσερις μέρες πριν υποτίθεται ότι πήραμε τελικές αποφάσεις, τελοσπάντων πήρα εγώ και είπαμε τέρμα.  Φάνηκα αδύναμη, δεν έδειξα αποφασιστικότητα στην τήρηση των ορίων μου. Δηλαδή μου είχε λείψει.  Λίγο δύσκολο να μένεις μακριά από κάποιον που σε ποθεί, τον ποθείς και εσύ, αν δεν την κάνει ο ένας την αρχή την κάνει ο άλλος και άντε και πάλι απ’ την αρχή. Σκεφτόμουν λοιπόν, αφού θα ερχόταν που θα ερχόταν, να αλλάξω το τροπάριο, να κρατήσω άλλη στάση, να μην πω και πολλά, ούτε να συζητήσω τα περί εμάς και το τι μέλλει γενέσθαι και απλά να περάσουμε λίγο χρόνο μαζί. Και λες και το είχε και ο ίδιος στο μυαλό του έτσι, ήταν η πρώτη φορά που συναντηθήκαμε και δεν μου έριξε μπηχτές ούτε εκείνος ότι θέλει να φύγει και ότι δεν θέλει να μπει στα βαθιά κράτησε το στόμα του κλειστό, το κράτησα κι εγώ και αποφύγαμε τις μεγάλες κουβέντες και τα δράματα.

Μαγειρέψαμε μαζί, πουργούρι, κολοκυθάκια με αυγά, σαλάτα.  Στην αρχή είπε ότι δεν πεινά, μετά του είπα κάτσε μαζί μου να μου κάνεις παρέα, μετά του είπα φάε και εσύ λίγο και μετά έφαγε μαζί μου.  Έκανα δουλειά με τον εαυτό μου να τον αφήσω απλά να υπάρχει εκεί μέσα, στον δικό μου χώρο, να πίνει το τσάι του, να καπνίζει στο παράθυρο το τσιγάρο του, ήθελε να κάνει μπάνιο, του έδωσα μια καθαρή κόκκινη πετσέτα, του έδωσα τον χώρο του, τον χρόνο του,  να μπορεί να νιώθει χαλαρός, να ξεπεράσουμε την άσχημη ανάμνηση της προηγούμενης φοράς που ήρθε πρώτη φορά στο σπίτι μου και τον κατσιάδιασα. (Ρε μαλάκα μου είχα και εγώ τα δίκια μου αλλά έχω ένα απαίσιο τρόπο να εκφράζομαι).  Μετά το φαγητό του έφτιαξα εσπρέσο και κάπνισε ακόμα ένα τσιγάρο ενώ έπλενα τα πιάτα. Με ρώτησε αν χρειάζομαι βοήθεια. Τον ρώτησα αν θέλει να κάτσουμε λίγο στο σαλόνι, έκατσα εγώ στον τριθέσιο καναπέ και εκείνος στον διθέσιο, μακριά ο ένας από τον άλλο.  Στην τηλεόραση έπαιζαν τραγούδια, του άρεσε η Yasmin Levi. Κάποια στιγμή έβγαλε τα σανδάλια του και ξάπλωσε προσπαθώντας να χωρέσει ολόκληρος και να βολευτεί στον καναπέ και χάρηκα με την εικόνα που τα κατάφερα ευτυχώς αυτήν την φορά και ένιωσε χαλαρός και άνετος. Μετά μου είπε θα φύγω να σε αφήσω να ετοιμαστείς να πας Λευκωσία. Και σηκώθηκε να φύγει, μου έδωσε ένα φιλί. Και έφυγε. Και δεν είπαμε πότε θα ξαναμιλήσουμε ούτε πότε θα ξαναβρεθούμε ούτε αν είμαστε, τι είμαστε και αν θα είμαστε. Τα καταφέραμε αυτήν την μία μέρα να ξεκινήσουμε και να τελειώσουμε όμορφα.

Έκανα διάφορους διαλόγους με τον εαυτό μου, μια το βλέπω έτσι, μια αλλιώτικα αλλά σίγουρα κουβέντα ξανά δεν θα κάνω για τα ίδια.  Η δουλειά που έχω να κάνω είναι κυρίως με τον εαυτό μου, στα θέματα προσκόλλησης, αυτοπεποίθησης, ελέγχου. Και αυτό, να αφήνω τον χώρο στον άλλο, όποιον άλλο, αλλά και στον εαυτό μου,  να αναπνέει. Μαλάκα δεν ξέρω αν μ’αγαπά, αν θα με ξαναπάρει τηλέφωνο, αν νιώθει και τι νιώθει, ούτε μια καλημέρα δεν μου έστειλε σήμερα, αλλά ξέρεις τι. Ούτε εγώ ξέρω τι νιώθω για εκείνον  και είναι οκ. Είναι οκ. Να μην τα ξέρουμε όλα από την αρχή, να μην ξέρουμε τι προδιαγράφει το μέλλον, ας ζούμε μερικές φορές αβίαστα το σήμερα, χωρίς προσδοκίες, χωρίς υποσχέσεις και μεγάλα λόγια. Αυτό που ξέρω ότι είναι ένα πλάσμα που αγαπώ ψυχικά, με τρόπο που δεν μπορώ να σου εξηγήσω, ξέρω ότι έχει πονέσει πολύ, είναι πληγωμένος, είναι φοβισμένος και διστακτικός και έχει άγχος για να μην μπει και πάλι στα βαθιά και ξαναπονέσει. Αν οι άνθρωποι είναι οι καθρέφτες μας, αυτή τη φορά το σύμπαν μου έστειλε έναν καθρέφτη που με καθρεφτίζει απόλυτα.  Κι εγώ έχω πονέσει πολύ, είμαι πληγωμένη, φοβισμένη και δισταχτική και από το άγχος ξέσπασα πολλές φορές πάνω του. Το θέμα είναι να είναι ένα καλό εργαλείο για αυτογνωσία. Ο έρωτας, τούτη η παράξενη συνθήκη μεταξύ ανθρώπων, που συνομιλούν κάποτε τα μυαλά, κάποτε οι ψυχές και κάποτε τα σώματα.

Κάποτε πρέπει να αφήσουμε τον χρόνο και την σιωπή να δώσει τις απαντήσεις. Και κυρίως και το τονίζω να ζούμε με ηρεμία, ότι όλα θα εξελιγθούν στον χρόνο τους και με τον καλύτερο τρόπο. 

 



 

 

 

 

 

 

 

Τετάρτη 20 Μαΐου 2026

tetelestai

 

Μια μέρα θα γράψω ένα ποίημα για τις θεατρικές μας παραστάσεις

Την πρεμιέρα μας, τις πρόβες, την ετοιμασία για να βγούμε στην σκηνή

Το μέικ απ, το φρεσκολουσμένο μαλλί, το ξυρισμένο μας αιδοίο

Παίξαμε και την τελευταία μας σκηνή απόψε.  Είχε μια παράξενη οικειότητα και ειλικρίνεια η νύχτα αυτή, κάτσαμε δίπλα δίπλα και αγκαλιά περισσότερο  από οποιεσδήποτε προηγούμενες φορές, μου έφτιαξες δείπνο, κάτσαμε φάγαμε μαζί, προσπάθησες να επανορθώσεις από την προηγούμενη φορά, να είσαι πιο δοτικός, να με κάνεις χαρούμενη. Και με έκανες, ένιωσα όμορφα, το σώμα μου ένιωσε όμορφα, η ψυχή μου όμως όχι, σε κοίταζα στα μάτια και δεν υπήρχε εκείνος ο άντρας, εκείνος χάθηκε ένα Σάββατο μεσημέρι, ήταν η τελευταία φορά που τον είδα. 

Ήσουν όμορφος, πολύ όμορφος απόψε, αλλά δεν ήσουν ο δικός μου, εκείνος που ένιωσα, που για κείνον πονούσα και έκλαιγα τόσες μέρες. Μου είπες να έρθω για ένα πιο ανθρώπινο αντίο και είχα βαθιά μέσα μου μια ελπίδα ότι δεν θα ήταν αντίο, θα ήταν μια αφορμή για να τα βρούμε ξανά. Ήξερα  τι θα γινόταν. Θα ερχόμουν στο σπίτι, θα με έπαιρνες από το χέρι και θα με οδηγούσες στο δωμάτιο και εκεί θα επανόρθωνες. 

Να παλεύεις να κρατηθείς από κάπου, από έναν άνθρωπο που δεν σ αγαπά, είναι μια μάταια πράξη. Είσαι εσύ πάνω στην σκηνή και παίζεις τον ρόλο σου με την καρδιά και την ψυχη σου, αλλά ο τελευταίος θεατής έχει φύγει και ούτε που το πήρες είδηση γιατί είναι όλα τα φώτα στραμμένα πάνω σου και κάτω από την σκηνή είναι μαύρο σκοτάδι. Άλλοι φεύγουν στην μέση της παράστασης, άλλοι λίγο πριν το τέλος και είναι και κάποιοι που δεν έρχονται ποτέ.

Ευχαριστώ για αυτήν την νύχτα Θεέ μου που σαν προβολέας ήρθε και φώτισε και την άλλη πλευρά της σκηνής, και  άνοιξα τα μάτια μου και είδα ότι μόνη μου έπαιζα, μόνη μου έδινα παράσταση, άλλος δεν υπήρχε.  Ευχαριστώ για την φώτιση και το θάρρος, την δύναμη της ψυχής μου και του κορμιού μου και τούτης της μαυροκαταραμένης μου ύπαρξης που τσακίστηκε άλλη μια φορά πάνω στα βράχια της ψευδαίσθησης. Ευχαριστώ που με έκανες να βρω την δύναμη και την αξιοπρέπεια να πάρω τα πράγματα μου και να φύγω από εκεί, από αγκαλιές που σε πληγώνουν, πόσο μα πόσο σε πληγώνουν όταν δεν σε αγαπάνε Θεέ μου. Είμαι πιο καλά, τώρα που πέθανε και η τελευταία ελπίδα, ευχαριστώ που με βοήθησες να βγάλω την πρίζα της μηχανικής υποστήριξης, και πέθανε, θα κλάψουμε, θα θάψουμε αλλά δεν θα αναμένουμε πια καμιά ανάσταση. Τετέλεσται.

Καθάρισε το σώμα μου, εξάγνισε το, μην μου ξαναστείλεις έτσι άνθρωπο, άνθρωπο που να μην ξέρει τι θέλει, σε παρακαλώ μηδένισε το μυαλό μου και κοίμισε την καρδιά μου να μην νιώθει τίποτα, πες ότι ήταν μια ταινία και τέλειωσε, πες ότι δεν ήταν τίποτα, τίποτα, ένας αέρας φύσηκε και πέρασε. Θέλω να κλείσω τα μάτια μου να κοιμηθώ και αύριο να μην θυμάμαι τίποτα, ρίξε τα όλα στη λήθη.

 

 

 

Κυριακή 17 Μαΐου 2026

ο άνθρωπος μου

 

17 μάη 2026

Κυριακή στο μικρό μου σπίτι στο Λιβάδι, στο σαλόνι μου, τα πουλιά κελαηδούν έξω

Άργησα να ξυπνήσω σήμερα, δεν κοιμήθηκα καθόλου καλά ψες, ανήσυχος ύπνος, διακεκομμένος, όχι δεν ένιωθα λύπη, ούτε έκλαψα ψες, ένιωθα κάτι σαν ένταση, ανησυχία.

Είναι κάποιες ώρες που είναι πιο δύσκολες όταν χωρίζεις, οι ώρες που πας για ύπνο και ύπνος δεν σε πιάνει, και η ώρα που μόλις ανοίγεις τα μάτια σου και είσαι μεταξύ ύπνου, ξύπνιου, και αντί για χαρά σε νιώθεις ένα κενό λες και σε έριξαν μέσα σε πηγάδι δίχως πάτο και πέφτεις, πέφτες ασταμάτητα.  Απλώνεις το χέρι, πιάνεις το κινητό, δεν ήρθε μήνυμα ούτε σήμερα το πρωί.

Εβδομη μέρα μετά. Πέρασε κιόλας μια βδομάδα. Είναι η μέρα που αρχίζει και περνά εκείνος ο έντονος πόνος, και την θέση του πιάνει μια συνειδητοποίηση. Ότι όλα εκείνα που έλπιζες να γίνουν δεν θα γίνουν. Υπάρχει πάντα μέσα μια εικόνα που κάνει κάθε ένας που τσακώνεται ότι ο άλλος θα το μετανοιώσει, θα του λείψεις, θα πονάει αφόρητα, τόσο που θα μπει στην διαδικασία να κάνει την αυτοκριτική του, και να αλλάξει και ότι θα έρθει πίσω, με σπασμένο εγώ και μετανοημένος, να ζητήσει συγνώμη, να σου πει ναι είχες δίκαιο, ναι είχα λάθος εγώ, θα αλλάξω, θα προσπαθήσω, θα κάνω ότι μπορώ για να μην σε χάσω. Κάτι τέτοια σενάρια κάνει το Εγώ και κρατιέται περιμένοντας.

Μετά όμως περνά μια εβδομάδα και καταλαβαίνεις ότι μάλλον τίποτα από τα πιο πάνω δεν θα γίνει. Ειδικά αν ο άλλος ούτε καν νιώθει ότι έκανε κάποιο λάθος, αν πιστεύει ότι λάθος έχεις εσύ. Αυτά κάνουν οι εγωισμοί, όλοι νομίζουν είναι σωστοί, κανένας δεν νομίζει ότι έκανε λάθος, όλοι έχουν την δική τους άποψη για την ιστορία και την δική τους όψη του νομίσματος. Είναι εκείνη η αφορμή ,εκείνο το μπαμ που γίνεται και διαλύονται σε μια στιγμή όλα, δεν ήταν όμως παρά μόνον η αφορμη. Τα αίτια όμως είναι διάφορα, πράγματα που σε κάνουν να νιώθεις αβεβαιότητα και ανασφάλεια και αυτά θα τα δεις όταν περάσει ο πόνος εντελώς.

Σήμερα δεν θέλω πολλά πολλά, ούτε στην μάνα μου δεν θα πάω μάλλον το μεσημέρι για φαί. Θέλω ησυχία, να μείνω σπίτι, να κάνω τις δουλειές που έμειναν, να ακούσω μουσική, να μην μιλήσω κανέναν. Θέλω να δω πώς προχωρώ με την ζωή μου, τι αλλαγές πρέπει να κάνω για να μένα, την διατροφή μου, την εμφάνιση μου, τον επόμενο μήνα να ξεκινήσω γυμναστήριο, και σιγά σιγά, να μπω σε μια σειρά.  Χθες ήταν η νέα σελήνη στον ταύρο, ημέρα που έπρεπε να κάνω μανιφεστ τι θέλω από το μέλλον μου και από την ζωή μου. Μάνιφεστ λοιπόν, αυτοαγάπη, οικονομική ανεξαρτησία, έναν άντρα να με αγαπά όπως το αξίζω και το ονειρεύομαι, με αγκαλιά, με πάθος, με φροντίδα, με χάδι, με νοιάξιμο, να είμαι η προτεραιτότητα του και εκείνος η δική μου. Υπάρχει κάπου έξω αυτός ο άντρας, ο δικός μου, ο άνθρωπος μου, που είναι ευτυχισμένος με την ζωή του και θέλει να δώσει και σε μένα ευτυχία, οικονομικά ανεξάρτητος, δίπλα μου, με πολλές ελεύθερες ώρες για να περνάμε μαζί, χωρίς σκιές, χωρίς σύννεφα, χωρίς μελαγχολία, να είναι χαρούμενος, να του αρέσει η μουσική και ο χορός, να λατρεύει τον έρωτα, να είναι δοτικός, παντού, και να είμαι εκείνη που θα θέλει να της τα δώσει όλα. Καλόψυχος, πιστός, αφοσιωμένος και γενναιόδωρος. Και να γελάμε, να γελάμε, να συζητάμε, να παίξουμε, να πηγαίνουμε εκδρομές και ταξίδια και να λατρεύουμε τις ώρες που περνάμε μαζί, και τις ώρες αυτές να είμαστε μαζί, οι δυο μας.  Είναι εκεί έξω, υπάρχει και τον περιμένω !

Εκείνο που πρέπει να θυμάμαι όμως είναι ότι ο νόμος της έλξης λέει ότι δεν έλκεις αυτό που επιθυμείς αλλά αυτό που εσύ ο ίδιος είσαι. Πάω στον καθρέφτη λοιπόν να δω πώς είμαι και τι θα κάνω για να γίνει ακόμα σαν αυτόν που θέλω να έρθει, ευχισμένη, για να έχω να δώσω ευτυχία και όλα τα άλλα ...




Σάββατο 16 Μαΐου 2026

θηλυκότητα

 

16 Μάη

Ενιά το πρωί, στο μικρό μου σπίτι στα Λιβάδια, στο σαλόνι μου

Είναι ήσυχο το πρωινό, έχω ανοίξει το παράθυρο στο σαλόνι και μπαίνει δροσερό αεράκι, έχω φτιάξει ζεστό καφέ και περιμένω να πιω την πρώτη γουλιά. Δεύτερος καφές για σήμερα, στις 6.30 με ξύπνησαν τα σκυλιά, τους τάισα και έκανα και εγώ ένα καφέ, τους έβγαλα έξω, γαύγιζαν και έκαναν φασαρία και στο τέλος τους ξαναέφερα μέσα και κατάφερα και κοιμήθηκα κι εγώ ακόμα μία ώρα, που την ήθελα μετά από τα ψεσινά λικέρ και την ένταση.

Μια εβδομάδα πέρασε λοιπόν.  Το λεγα πάντα περνάνε γρήγορα οι μέρες. Άμα πιάσεις μια ηλικία περνάνε γρηγορότερα. Πώς πέρασε μια εβδομάδα ούτε που το κατάλαβα. Περασμένο Σάββατο ξύπνησα 6.30 και έτσι ώρα καθάριζα το σπίτι και περίμενα να γίνει 10. Με πήρε το προηγούμενο βράδυ και μου είπε ότι θα βγαίναμε για πρωινό στις 11 να τον πάρω τηλέφωνο να τον ξυπνήσω στις 10. Περίμενα να γίνει 10 και τον πήρα τηλέφωνο, δεν απάντησε όμως, κοιμόταν του καλού καιρού και εγώ δεν τον ξαναπήρα, τον άφησα να κοιμάται. Ξύπνησε κάποια στιγμή μόνος του γύρω στις 11.20 και με πήρε τηλέφωνο και μουρμουρούσε γιατί δεν τον πήρα πέντε έξι φορές μέχρι να ξυπνήσει. Του την είπα κι εγώ, του λέω αντί να ζητήσεις συγνώμη που με έστησες ζητάς και τα ρέστα από πάνω;

Συγνώμη, μου λέει. Είσαι έτοιμη;

Ξύπνησες, του λέω

Ναι

Σε πόση ώρα θα είσαι έτοιμος;

Σε μισή ώρα

Οκ, θα έρθω σε μισή ώρα από το σπίτι

Το περασμένο Σάββατο είχα ένα αγόρι, είχα ένα ραντεβού κανονισμένο για να βγω με τον φίλο μου, είχα την προσμονή, είχα την καινούρια μου φούστα που την φόρεσα και του άρεσε πολύ.

Μια εβδομάδα μετά, δεν έχω αγόρι, έχω όμως ραντεβού κανονισμένο για να βγω με μια φίλη, απόψε το βράδυ για δείπνο και ακόμα κι αν νιώσω κάποιες στιγμές, μια νοσταλγία και έναν πόνο στην καρδιά μου γιατί μου λείπει ακόμα ο φίλος μου,  θα  έχω και κάτι σημαντικό να περιμένω. Θα κυλήσει η μέρα, ήσυχα, θα κάνω πάλι τις δουλειές μου, ίσως ψωνίσω κάτι για το σπίτι, ίσως πάρω το απόγευμα περίπατο τα σκυλιά, ίσως διαβάσω κάτι, ίσως κάποια στιγμή μου λείψει λίγο παραπάνω και κάτσω στην γωνίτσα του καναπέ δακρυσμένη, μετά όμως θα σηκωθώ και πάλι. Και αυτό είναι το σημαντικό, να σηκωθω και πάλι, να μην αφήσω αυτήν την απουσία να με ρίξει. Γι αυτό λέω πάντα ότι πρέπει να έχουμε πολλούς ανθρώπους στη ζωή μας, και δεν εννοώ εκατόν, έστω πέντε έξι σημαντικούς ανθρώπους στη ζωή μας, που θα μας στηρίξουν σαν δίχτυ ασφαλείας όταν χρειαζόμαστε.

Πριν δύο βδομάδες μιλούσα με αυτήν την φίλη μου και μου λέει άντε θα σε βγάλω εγώ για δείπνο, και χάρηκα ρε φίλε, σαν μικρό κοριτσάκι. Και το κανονίσαμε, βρήκαμε το μέρος, έκανα ψες την κράτηση και θα πάμε απόψε. Δηλαδή τι αγόρι, τι κορίτσι, πάλι, δεν ετοιμάζεσαι, δεν έχεις την προσμονή, δεν θα περάσεις όμορφα; Οκ δεν θα κάνεις σεξ στο τέλος της βραδιάς, και τι έγινε;

Ξύπνησα και νιώθω όμορφα και θέλω το συναίσθημα αυτό να το κρατήσω. Ότι είναι όμορφη η ζωή, ότι είμαι όμορφη εγώ, ότι απόψε θα ντυθώ όμορφα και θα βαφτώ και θα είμαι ομορφότερη, ότι εκεί που θα πάω όλο και κάποιο βλέμμα θα γυρίσει προς το μέρος μου να με κοιτάξει με θαυμασμό, ότι δεν έχει περάσει η μπογιά μου ούτε γέρασα, είμαι μια γυναίκα ερωτεύσιμη, πανέμορφη, πανέξυπνη, με χιούμορ, με ζεστασιά, με θετικότητα, έχω τόσα πολλά να δώσω, στους δίπλα μου στους γύρω μου, στον άνθρωπο που θα με πλησιάσει με όμορφες προθέσεις και θα θέλει να μοιραστεί τον χρόνο του μαζί μου. Είμαι ένα έργο υπό κατασκευή και καθημερινή ανάπτυξη, είμαι μια γυναίκα, μια γυναίκα και αυτό από μόνο του είναι ένα υπέροχο θαύμα, και πρέπει να ζω γιορτάζοντας την φύση μου και τα χρώματα μου κάθε μέρα, και να μην αφήνω κανέναν άνθρωπο και κανένα ατυχές γεγονός να μου αφαιρεί τα υπέροχα μου χρώματα.  Κι όποιος έχει μάτια ας με δει, όποιος έχει αυτιά ας με ακούσει, όποιος έχει καρδιά ας με αγαπήσει, όποιος έχει αγάπη να δώσει ας δώσει χωρίς περικοπές.  

Ήπια τον καφέ μου, θα βάλω μουσική και θα αδράξω αυτήν την υπέροχη μέρα

Φωτό ένας πινακας που μου χάρισε η αγαπημένη φίλη μου και τον ονομάζω θηλυκότητα




 

 

 

 

Σε απόσταση ασφαλείας

15 Μάη στο σπίτι μου , στο δωμάτιο μου, με την μουσική να παίζει κάτι Τούρκικους αμανέδες και δεν έχω ούτε ναργιλέ. Ούτε ναργιλέ, ούτε τσιγάρο, ούτε μια μπύρα στο ψυγείο. Και θέλω να στανιάρω να κάνω κεφάλι, και δεν έχω τίποτα να βάλω μέσα μου, να ζαλιστώ λίγο...

Όποιος ψάχνει βρίσκει και εγώ πήγα κι έψαξα και βρήκα ένα λικέρ στο ντουλάπι, οκ δεν είναι μπύρα αλλά κάτι θα κάνει, προς το παρόν γλύκανε και πίκρανε το στόμα μου. Ψες είχε κλάμα και πόνο, απόψε με έπιασε μια πείνα, άρχισε και με χτυπά η στέρηση, πέρασαν έξι μέρες, έξι μέρες, έξι μέρες, που αύριο θα γίνουν εφτά και μεθαύριο οκτώ και να το δεις που σιγά σιγά θα ξεχαστούμε. 

Άσχημο πράγμα να χωρίζεις και να είναι ο πόθος σου για τον άλλο αναμμένος, ίσα που πρόλαβες να πάρεις μια γεύση και τον πεινάς, τον διψάς,  θέλεις το σώμα του, το στόμα του, να τον καταπιείς ολόκληρο. Μια πείνα απερίγραπτη ο πόθος , ένα αγρίμι που ξυπνά μέσα σου και σε κατασπαράζει. Το σώμα σου στιτώνει, το στήθος τσιτώνει, όλα γίνονται ποτάμι και ο εραστής σου λείπει. Ήρθε, σε άναψε, σε αναστάτωσε, και έφυγε. Και κάθεσαι εκεί, σιγοβράζεις στο ζουμί σου. Αν μου έλεγες πριν ένα μήνα ότι θα ερχόταν αυτός ο άνθρωπος και θα μου έκανε αυτήν την ζημιά θα σε έβγαζα τρελό. Ζημιά, ο τρόπος του λέγειν, ζημιά δεν μου έκανε, απλά με ξύπνησε από τον βαθύ ύπνο που βρισκόμουν, με πήρε στο τέρμα και με άφησε εκεί. Στο απώγειο της ηδονής.

Δεύτερο ποτηράκι λικέρ και για να γίνει η δουλειά σωστά, συνοδεύουμε και με αμυγδαλάκια ωμά, όχι αλατισμένα, γιατί ψηλώνει και η πίεση. Το απόγευμα που σχόλασα περπατούσα προς το αυτοκίνητο με έπιασε κουβέντα ένας Νιγηριανός, του άρεσα, ήθελε να βγούμε, του λέω είσαι πολύ μικρός, εντωμεταξύ φαινόταν τριάντα με το ζόρι, τελικά μου λέει είμαι 43 κλπ, τeλoσπάντων με έψησε του έδωσα το τηλ μου και σκεφτόμουν αν θα πάω να πιω κανά καφέ με το παιδί, να αλλάξω παραστάσεις, να ξεχάσω το αμόρε, τον γκόμενο μου, να τον ξεπεράσω με συνοπτικές διαδικασίες, ξέρεις τι λένε, ο έρωτας με έρωτα περνάει. Το απόγευμα πήγα στο βουνό να πάρω τα σκυλιά περπάτημα με μια φίλη μου και ο βλάκας ο Νιγηριανός μου έστειλε ένα μήνυμα σιδηρόδρομο, που το έχει φυλαγμένο και το κάνει κόπι πέιστ και το στέλνει στα υποψήφια γκομενάκια και το έστειλε και σε μένα ή καταλάθος ή πραγματικά πίστεψε ότι είμαι τόσο ηλίθια που θα  πίστευα ότι προοριζόταν για μένα. Ηρθα σπίτι, τον διέγραψα και ούτε για καφέ θα πάμε, ούτε για τίποτα. Και τώρα θα αφήσω τον χρόνο να κάνει την δουλειά που πρέπει, χωρίς αντικαταστάτες. Όμως το θέμα παραμένει, ότι ήρθε ο (ονόματα δεν λέμε) και έκανε τι έκανε, δεν ξέρω τι έκανε, και ξαναέγινα από ρομπότ γυναίκα και το νιώθω, το εκπέμπω, και προφανώς το βλέπουν και οι άλλοι.

 Λες να μην είναι ο άνθρωπος που μας λείπει αλλά η έξαψη που νιώσαμε? Ο πόθος, η καύλα, το ξύπνημα. Μάλλον αυτά θα είναι γιατί όταν φύγουν αυτά, καταρρέει και η σχέση, κι αν δεν καταρρεύσει την κρατάνε άλλες συμβατικές υποχρεώσεις. Εμάς πάλι κατάρρευσε η σχέση εν τω μέσω θύελλας και έντονου πάθους και έντονης χημείας και αν καταλάθος βρισκόμασταν σε ένα δωμάτιο, οι δυο μας, και παραμερίζαμε λίγο τον εγωισμό, σε τριάντα δευτερόλεπτα, θα ήμασταν ξαπλωμένοι στο κρεβάτι ή στα πατώματα λες και έχουν μαγνήτες τα σώματα μας που όταν βρεθούν στο ένα μέτρο απόσταση, μια απίστευτη έλξη μας φιξάρει τον ένα μέσα στον άλλο. Όχι μωρό μου, δεν θα μπορούσα να προδώσω αυτήν την χημεία που έχουμε και να πάω να προσπαθήσω να σε ξεχάσω με άλλον. Να σου πω την αλήθεια μου, Δεν θέλω να σε ξεχάσω, ούτε να σε ξεπεράσω, όχι ακόμα. Θέλω να αναβιώσω τις στιγμές μας στο μυαλό μου, και να τις ξανανιώσω. 

Δεν έκανε δουλειά το λικέρ, μου λείπει η γεύση της μπύρας μου, μου λείπει η γεύση από το στόμα σου. Τελευταία μας νύχτα, τελευταία μας μπύρα, δίπλα στην πισίνα, χαλαρά τα λέγαμε και τύλιξες αργά αργά πέντε τσιγάρα και τα έβαλες στο χάρτινο σακουλάκι να τα χεις για μετά. Μετά με πήρες στο αυτοκίνητο μου, και με ακολούθησες μέχρι το σπίτι. Πρώτη φορά ερχόσουν στο σπίτι, με προειδοποίηση, θα κάτσεις μισή ώρα σου είπα, το πολύ μία ώρα.  Πρώτη φορά στο σπίτι, πρώτη φορά στο ροζ δωμάτιο, πρώτη φορά στο καινούριο κρεβάτι.  Και μετά, τέλειωσαν όλα τόσο γρήγορα, τέλειωσες εσύ, γύρισε η βίδα η δική μου, άρχισα να διαμαρτύρομαι, νευρίασες εσύ, νευρίασα παραπάνω εγώ, μου λες δεν θα το συζητήσουμε απόψε, αυριο μου είπες. Και έφυγες. Έφυγες, και δεν ξαναπήρες τηλέφωνο και ούτε που το ξανασυζητήσαμε, ούτε που το λύσαμε, ούτε με έπιασες να μου πεις, δεν λύνεται, αντίο. Αντίο, δεν μου είπες ποτέ αντίο. Με άφησες με εκείνη την μισοφαγωμένη, πικραμένη, καληνύχτα. 

Νόμιζες ότι παίζω, πάντα ότι παίζω, ότι σε φέρνω και σε παίρνω και σε διώχνω.

Είχες λάθος, μπορεί να ξεσπούσα, να ήμουν ακραία, αλλά όχι ούτε προσποιούμουν ούτε έπαιζα. Έτσι είμαι, ακραία, ωμή, οξύθυμη, έντονη, γεμάτη ανασφάλειες, δεν πάει μονάχο του το πάθος βλέπεις, είναι όλα ένα πακέτο. Μια γυναίκα παθιασμένη στο κρεβάτι, έχει και έντονο χαραχτήρα. Αλλά όχι δεν έπαιζα, όπως ισχυρίστηκες. Απλά προσπαθούσα να επικοινωνήσω, να μιλήσω, να εξηγήσω, να με καταλάβεις, να με νιώσεις, να με γνωρίσεις, να έρθεις κοντά μου, να μάθεις τα κουμπιά μου, να ησυχάσεις τις ανασφάλειες μου, να νιώσω ότι θα βάλεις τον κόπο και θα βρεις τον τρόπο. 

Αλλά ήσουν σε μια σκακιέρα μόνος σου, κινούσες και τα άσπρα κινούσες και τα μαύρα και εγώ ήμουν κομπάρσος. Εγώ έτσι θέλω, εγώ, εγώ, εγώ, εγώ είμαι ο αρχηγός. Ήθελα κι εγώ να μην είσαι τόσο αρχηγός, να ρίξεις λίγο τους ρυθμούς, να με χαιδέψεις λίγο πιο απαλά, να με φιλήσεις λίγο περισσότερο, να με κρατήσεις αγκαλιά, ήθελα λίγο πιο αργά, λίγο πιο απαλά, να θυμίζει το σμίξιμο μας,  λίγο παραπάνω αγάπη και λιγότερο πεδίο μάχης. 

Τούτο ήταν το αμάρτημα, τούτος ήταν ο λόγος που διαλύσαμε, όταν θέλεις έναν άνθρωπο να έρθει στη ζωή σου, επενδύεις τόσο χρόνο, τόσα όμορφα λόγια για να τον πείσεις να έρθει και όταν πια είναι δίπλα σου δεν έχεις χώρο για εκείνον.  Είναι η έλλειψη τρυφερότητας η έλλειψη κατανόησης, ένα σπρώξιμο του χεριού, μια ανεπαίσθητη παραβίαση γραμμών, ένας έρωτας που γίνεται ξέσπασμα απωθημένων και καταπιεσμένων συναισθημάτων. Όνταν το γυναικείο σώμα γίνεται ένα άψυχο εργαλείο και δεν έχει όνομα όύτε ψυχή, γίνεται μόνο το πεδίο να ασκήσεις την πατριαρχική εξουσία σου. 

Έχω όνομα, έχω γαλανά μάτια, έχω παρελθόν, έχω πόνο που κοιμίζω για να μπορώ να αγαπήσω, μα δεν μου άνοιξες την πόρτα. Μίλησα μα δεν άκουγες, ζήτησα μα δεν έδωσες, σου είπα είμαι κι εγώ εδώ αλλά δεν με έβλεπες. Δεν έπαιζα όχι, να αγαπήσω ήθελα  και να αγαπηθώ,  να σε γνωρίσω και να με γνωρίσεις.  

Ξέρω ότι κάθε μέρα που περνά θα διαλύονται τα σύννεφα, και θα βλέπω τα πράγματα πιο αληθινά, πιο αντικειμενικά. Τώρα είμαι μέσα στον λαβύρινθο ακόμα, κρατάω τον μίτο και προσπαθώ να βρω την έξοδο. Νιώθω χίλια πράγματα μέσα μου, μου λείπεις και μετανιώνω, αλλά και μαζί όταν ήμασταν, ένιωθα μόνη μου, ένιωθα τόσο μόνη μου, λες και ήσουν στον κόσμο σου χαμένος, στην λύπη σου στον πόνο σου δεν ξέρω, πάντως ήταν λες και δεν ήμουν εκεί. 

Η μόνη πραγματική μας στιγμή που ένιωθα ότι ήμουν εκεί ήταν όταν κάναμε έρωτα. μπορεί να έχω και λάθος, μπορεί να ήσουν εκεί, με τον τρόπο σου. λίγο πιο έξω, λίγο πιο πέρα, λίγο πιο εκεί..... σε απόσταση ασφαλείας, δεν προλάβαμε να το μάθουμε και ποτέ, άνοιξες την πόρτα και έφυγες για πάντα. 

 

 


 

 

Παρασκευή 15 Μαΐου 2026

Μακριά πολύ μακριά να ταξιδεύουμε

 

15 Μάη 2026

Λίγο πιο αποστασιοποιημένη σήμερα από τον ψυχικό πόνο. Δεν μου άφησε και πολλά περιθώρια η μέρα, το ότι πρέπει να έρθω γραφείο και να δουλέψω, το ότι αιμορραγώ τρεις εβδομάδες μετά την τελευταία αιμορραγία, το ότι πήρα παυσίπονα για να αντέξω να βγάλω την μέρα, και επανήλθαν οι πόνοι στο σώμα μου, στις κλειδώσεις, αυτοί οι πόνοι που συνδέονται άμεσα με την ψυχολογία μου, πονώ έτσι όταν είμαι λυπημένη. Άμα βαράει λοιπόν καμπανάκι ο σωματικός πόνος, περιμένεις να μείνεις μόνος, στο δωμάτιο σου, να σβήσεις το φως, να ξαπλώσεις, παρακαλάς να σε πάρει ο ύπνος, να σταματήσει ο εγκέφαλος να σκέφτεται, να ηρεμήσει η ψυχή σου, να χαλαρώσει το σώμα σου.

Πάντα ένιωθα ότι αν κάποιος ερωτευτεί, από μόνος του προσπαθεί να αλλάξει κάποια πράγματα για να κάνει τον σύντροφο του ευτυχισμένο και να κάνει την σχέση να δουλέψει. Ίσως όμως να μην ισχύει πάντα αυτό. Ίσως να γεννιούνται μέσα του αισθήματα για τον άλλο άνθρωπο, ίσως να θέλει πράγματι να μπει σε μια σχέση, αλλά να μην υπάρχει περιθώριο για αλλαγή.  

Αποστασιοποιημένα λοιπόν προσπαθώ να θυμάμαι, ότι αν κάποιος αρνείται να αλλάξει δεν είναι γιατί δεν ήσουν εσύ αρκετά σημαντικός για εκείνον, ή δεν σε ήθελε αρκετά ώστε να αλλάξει, ή δεν σε ποθούσε, δεν σε χρειαζόταν. Μπορεί και να τα ένιωθε όλα αυτά, μπορεί και εκείνος να πονάει και να του λείπεις, αλλά επίσης μπορεί παρόλα αυτά να μην μπορεί να αλλάξει. Ίσως να μην αντιλαμβάνεται καν, ότι υπάρχει κάτι που χρειάζεται να αλλάξει, ακόμα κι αν του το είπες, το εξήγησες. Είναι και αυτοί που όταν έρχεται ένας άνθρωπος στη ζωή τους και προσπαθεί να επικοινωνήσει μαζί τους, να επικοινωνήσει τις δικές του ανάγκες, τα δικά του θέλω, το εκλαμβάνουν ως αυστηρή κριτική, ως δεν είμαι αρκετά καλός, προσβάλλεται το Εγώ, το εγώ το αλάνθαστο, εκείνο που μπαίνει μπροστά και φέρνει την άρνηση. Άρνηση λοιπόν, εγώ θα είμαι όπως είμαι, θα φέρομαι όπως ξέρω και αν σου αρέσει μένεις, αν δεν σου αρέσει φεύγεις.  Αυτός είναι ο άνθρωπος που δεν θα κάνει ποτέ την μισή απόσταση για να έρθει να σε βρει και εσύ να κάνεις την άλλη μισή.

Το πώς διαμορφώνονται οι χαραχτήρες μέσα στα χρόνια είναι μέσα από μια σωρία εμπειριών. Το αν μπαίνοντας κάποιος σε μια σχέση είναι διατεθειμένος να ακούσει, να μιλήσει, να δεχτεί, να προσαρμοστεί είναι κάτι που ίσως δεν το επιτρέπει η προσωπικότητα, το επίπεδο ωριμότητας, η διάθεση να κάνει την δουλειά που χρειάζεται για μάθει τον άλλο. Δεν το επιλέγει όμως πάντα. 

Εκείνο που έχεις εσύ να διαπιστώσεις με τον εαυτό σου είναι αν ωρίμασες αρκετά έτσι ώστε να διαπιστώσεις έγκαιρα τα δικά σου θέλω, να τα εκφράσεις τα δικά σου θέλω, και  αν ο άλλος δεν έχει πρόθεση να τα ικανοποιήσει, αποδέχεσαι την απόφαση του, χωρίς θυμό, ή κατάκριση αλλά και σταματάς να προσπαθείς να τον αλλάξεις με το ζόρι. Αυτό που επιλέγεις δε εσύ, όταν ο άλλος δεν αλλάζει και στο ξεκαθαρίζει, είναι αν θα μείνεις, ή αν θα φύγεις. 




 

 

 

Πέμπτη 14 Μαΐου 2026

το χέρι σου

 

14 μάη, σπίτι , στο ροζ δωμάτιο, στο κρεβάτι μου, με τα μάτια κλαμένα. Λείπεις μου

Έτσι είναι, τον πόνο θα τον τραβήξεις, ακόμα κι αν ξέρεις ότι δεν υπάρχει σωτηρία, ότι υπάρχει αυτό που λέμε αξεπέραστη διαφορά, ακόμα κι αν βγήκες μόνο μερικές φορές με κάποιον, ακόμα κι αν ήταν λίγες οι στιγμές που μοιράστηκες μαζί του, ακόμα κι αν ήταν μόνο η αρχή, τον πόνο θα τον τραβήξεις, όπως ένα ποτήρι φάρμακο  που σου καίει τα σωθικά, αλλά πρέπει να το πιεις μονορούφι. 

Κάποιο άρθρο γράφει ότι ίσως να πονάει λίγο περισσότερο όταν χωρίζεις όσο είναι ακόμα αρχή, γιατί είναι όλες εκείνες οι ορμόνες στα χάι τους, γιατί είναι το στάδιο που συνδέεσαι με κάποιον και ο οργανισμός έχει παράξει οξυτοκίνη και δεν ξέρω τι άλλο. Το μόνο που ξέρω είναι ότι είσαι ξεροκέφαλος, ότι δεν υπάρχει επιστροφή και ότι θα κλάψω απόψε και ίσως λίγες νύχτες ακόμα.

Θα λέω στον εαυτό μου ότι κάθε εμπόδιο είναι για καλό, θα το λέω μπας και το πιστέψω και θα περιμένω εκείνο το καλό να έρθει μια μέρα να με βρει, όπως ήρθες μια μέρα εσύ από το πουθενά. 

Σήμερα όμως μου λείπεις. 

Είπα ότι θα επιτρέψω στον εαυτό μου να νιώσει ότι γεννιέται μέσα μου, και σήμερα νιώθω λύπη, μια πίκρα και έναν πόνο απερίγραπτο, που έχει τόσες μέρες να σε δω, να σε ακούσω, να σε αγγίξω. Είναι μια παράξενη συνθήκη, όταν αναγκάζεσαι να βγάλεις από την ζωή σου έναν άνθρωπο για ένα χαραχτηριστικό της προσωπικότητας του με το οποίο δεν μπορείς να συμβιβαστείς, αλλά έχεις ήδη καταγράψει μέσα σου άλλα τόσα κομμάτια από τον άνθρωπο αυτό. 

Πες μου λοιπόν, τι τα κάνεις όλα αυτά, τα άλλα τα κομμάτια, αυτά που σου άρεσαν, αυτά που εναγκάλισες, αυτά που σε έκαναν εξαρχής να έρθεις, να ανοιχτείς, να δοθείς, που σου πρόσφεραν χαρά και ηδονή. Παράξενα όντα οι άνθρωποι Μαρία, έχουν την ικανότητα να σου δώσουν ηδονή και χαρά, γέλιο και κλάμα,  νιώθεις ακουμπώντας δίπλα σ' ένα το σώμα ότι βρήκες ένα σπίτι, μια πατρίδα και μόλις φεύγει από δίπλα σου, γίνεται ξένος εκείνος για σένα και μια ξένη εσύ για εκείνον.

Τι να τα κάνω σκέφτομαι τα κομμάτια σου που αγάπησα, το δέρμα σου, τα τατουάζ, που κάθεσαι αργά και νωχελικά και τυλίγεις ένα ένα τα τσιγάρα σου, να τα κάνω πολύτιμους λίθους, να τα κάνω μαργαριτάρια, να τα κάνω κολιέ, να πάρω τις λέξεις να τις κάνω τραγουδια. Καρφώνονται μέσα μου όσα μοιραστήκαμε, αλέθονται ο εικόνες στη μνήμη μου και γίνονται δάκρυα και αλμύρα. Κοίτα πόσες φωτογραφίες μας έβγαλα, δεν χρειαζόταν κάμερα, ήταν μια άλλη κάμερα αναμμένη, εκείνη που καταγράφει τις πολύτιμες στιγμές. 

Η στιγμή όταν στέκομαι έξω από την πόρτα σου, στο πάτωμα σπασμένα ρόδια δεξιά και αριστερά, χτυπώ το κουδούνι και ανοίγεις. Μπαίνω μέσα και με φιλάς. Κάθομαι στο ψηλό σκαμπώ ακουμπώντας στον πάγκο της κουζίνας και εσύ κάθεσαι μπροστά στο παράθυρο, εκείνο που είναι ακριβώς απέναντι από την πόρτα, θέλεις να καπνίζεις και να βγαίνει ο καπνός έξω, θέλεις κι εμένα να κάθομαι εκεί να μου μιλάς.  Κάνεις το τσάι σου και βγαίνεις έξω, κάθεσαι στην βεράντα, είναι οι βασιλικοί σου, είναι η λεμονιά στην γλάστρα, είναι το γυάλινο ποτήρι με το τσάι, είναι τα τσιγάρα,  κάθεσαι στην καρέκλα και εγώ έρχομαι και σε φιλώ στον λαιμό. Κάθεσαι έξω, εγώ κάθομαι στον καναπέ μέσα, γράφω ένα ποίημα στο μικρό σου σημειωματάριο, σου ζωγραφίζω ένα νησι, μια βάρκα, μια φοινικιά και γλάρους στον ορίζοντα και το αφήνω εκεί στο τραπεζάκι.

Είμαι στο γραφείο και μου στέλνεις μήνυμα. Πέρασε από εδώ όταν σχολάσεις, μου έλειψε η μυρωδιά σου. Έχει τρεις μέρες να βρεθούμε, έχει μια ολόκληρη βδομάδα να κάνουμε έρωτα. Έρχομαι στο σπίτι, θέλω να κάνω μπάνιο σου λέω, "είναι η πετσέτα σου εκεί", η πετσέτα μου, στο γκρίζο χρώμα. Έμαθες πια, δεν βουτάς μέσα όταν κάνω μπάνιο, με αφήνεις στην ησυχία μου και ξέρεις ότι θέλω να κλείνω την πόρτα. Μετά το μπάνιο φοράω την λευκή σατέν ρόμπα μου, αυτή τώρα πλέον είναι μόνιμα στο σπίτι σου, και ξαπλώνω στο κρεβάτι σου. Κάνεις ντους και η καρδιά μου καλπάζει άγρια όταν πλησιάζει η ώρα που θα έρθεις κοντά μου. 

Σ αγαπώ όταν κάνουμε έρωτα, είναι μια αγάπη βαθιά και απερίγραπτη, όσο βαθιά μπαίνει μέσα μου το κοίταγμα σου, όσο βαθιά μπαίνει μέσα μου το σώμα σου. Πρώτη φορά το ομολογώ, πρώτη φορά το νιώθω τόσο, τα μάτια σου, αγαπώ τον τρόπο που με κοιτούν όταν κάνουμε έρωτα.  Είναι μια στιγμή αυτή γλυκιά και πικρή, από τις πιο σημαντικές στιγμές που ζήσαμε, και χαλάλι ο πόνος που νιώθω, χαλάλι, είναι γλυκός ο πόνος του έρωτα, σχεδόν τόσο γλυκός όσο και όταν ενώνεσαι με έναν άνθρωπο. Ήταν απόλυτος, υπέροχος ο τρόπος και η ένταση στον τρόπο που ενώνονταν τα σώματα μας. Χωρίς βία, χωρίς βιασύνη, τόσο αργά, τόσο γινόμασταν ένα.

Ήρθες ένα απόγευμα να μου μιλήσεις, ενώ ήμουν ξαπλωμένη στο κρεβάτι σου. Να μου πεις ότι δεν θέλεις να πάμε πολύ βαθιά. Και σου απάντησα, κανένας δεν μπορεί να ελέγξει πόσο βαθιά θα πάει. Τι θα νιώσει, πόσο θα συνδεθεί με κάποιον, πόσο θα ερωτευτεί, θα αγαπήσει, πόσο θα πονέσει όταν ο άλλος φύγει. Είναι ένα ρίσκο που παίρνουμε σου λέω, δεν γίνεται διαφορετικά. Και μετά μου είπες, το ξέρεις ότι σε θέλω, σε θέλω, το ξέρεις ότι σε θέλω, και σε λίγα δευτερόλεπτά ήσουν και πάλι από πάνω μου και μέσα μου, να μου κάνεις έρωτα και να με ρωτάς αν είμαι η γυναίκα σου και το μωρό σου και ξέχασες τι έλεγες πριν λίγο. Εγώ σου απαντούσα όχι δεν είμαι, δεν είμαι, όχι, όχι, όχι, έτσι για να σου την σπάσω. Είναι λίγο παράξενο να ξαπλώνω ανάσκελα στο κρεβάτι και να μην βλέπω το σώμα σου από πάνω μου, και τα μάτια σου να με κοιτάνε στο μισοσκόταδο. Μου λείπεις,  μου λείπεις πολύ.

Δεν θέλεις να πας βαθιά. Να μην πας βαθιά λοιπόν. Να το προσπαθήσεις όσο μπορείς, αν αυτό σε κάνει να νιώθεις καλύτερα. Εγώ δεν μπορώ να μην πάω, όταν νιώθω τα κύτταρα μου να ενώνονται με τα κύτταρα ενός άλλου σώματος, δεν μπορώ να μην ενώνομαι, να μην συνδέομαι, να μην γίνομαι ένα. Το λατρεύω, το γουστάρω, είναι ότι πιο υπέροχο μπορεί να βιώσει κάποιος, να βρίσκεις τρύπες και να μπαίνεις μέσα στον άλλο, με τα κοιτάγματα, με τα λόγια, να τρυπάς τον εγκέφαλο του και να χάνεσαι μαζί του. Έτσι το ζήσαμε, βαθιά, βαθύτατα, με εσένα το έζησα και ήταν ένα αποτέλεσμα που παράχθηκε από κοινού. Ήσουν εκεί, μου το πρόσφερες, μου το χάρισες, μου το έδωσες ξανά και ξανά.

Ήταν λυτρωτικά τα δάκρυα απόψε, και τώρα που έκλαψα κι άδειασα, νιώθω ότι θέλω να σε χαιδέψω τρυφερά και να σου πω λόγια αγάπης, κι ας με πλήγωσε τόσο ο χαραχτήρας σου, κι ας υπάρχει ένα αξεπέραστο τείχος ανάμεσα μας, ίσως κάπου ανάμεσα στα τείχη βρίσκει ένα δρόμο η αγάπη. Θα στείλω το πνεύμα μου απόψε να έρθει να ξαπλώσει δίπλα σου, όπως εκείνο το Σάββατο απόγευμα που κοιμόσουν στο δεξί σου πλευρό και εγώ ακουμπημένη δίπλα σου σου χάιδευα το σώμα για ώρα και όταν πήγα να σταματήσω, μου είπες, "μη, μη σταματάς, θέλω το χέρι σου".  Ήθελες το χέρι μου, ήθελες τα χάδια μου, ήθελες να μην φεύγω από δίπλα σου όταν κοιμάσαι, να είμαι εκεί, να νιώθεις ένα σώμα δίπλα σου, να είμαι εκεί, κι ας κοιμόσουν διαγώνια και δεν μου άφηνες χώρο, κι ας ροχάλιζες τόσο δυνατά που δεν τα κατάφερνα δίπλα σου ούτε μια φορά να κλείσω μάτι. Με ήθελες εκεί. 

Θα έρθω λοιπόν απόψε, νοερά, έτσι σαν αερικό, να ξαπλώσω δίπλα σου, να σε χαιδέψω,  στο σώμα, στα μαλιά, να ακουμπήσω απαλά το σώμα μου στο δικό σου, να πάρω λίγη από την αθώα σου ψυχή την ώρα που κοιμάται και κοιμούνται όλα μέσα μας, και οι εγωισμοί και οι όροι και οι κανόνες, και μένει μόνο η καθαρή μας ενέργεια. Θα έρθω αγάπη μου, κι ας μην έρθω ποτέ ξανά, κι ας μην είμαστε ποτέ μαζί, κι ας ήταν τούτη η ιστορία χαμένο χαρτί από την αρχή, κι ας τα έχουμε ξεχάσει όλα σε έναν χρόνο από σήμερα. Απόψε σ αγαπώ, απόψε μου λείπεις, απόψε θα έρθω να σε δω πριν κοιμηθώ, ίσως το νιώσεις, ίσως πάλι είσαι πολύ κουρασμένος και κοιμάσαι πολύ βαθιά



 


 

 

 

 

 

poison

  23 Μάη 6 το πρωί Ένιωσα ένα κύμα δηλητηρίου να με πλημμυρίζει ψες, είναι απίστευτο το τι τοξικά συνασθήματα μπορεί να παράξει ένα μυαλό,...