Κυριακή 17 Μαΐου 2026

ο άνθρωπος μου

 

17 μάη 2026

Κυριακή στο μικρό μου σπίτι στο Λιβάδι, στο σαλόνι μου, τα πουλιά κελαηδούν έξω

Άργησα να ξυπνήσω σήμερα, δεν κοιμήθηκα καθόλου καλά ψες, ανήσυχος ύπνος, διακεκομμένος, όχι δεν ένιωθα λύπη, ούτε έκλαψα ψες, ένιωθα κάτι σαν ένταση, ανησυχία.

Είναι κάποιες ώρες που είναι πιο δύσκολες όταν χωρίζεις, οι ώρες που πας για ύπνο και ύπνος δεν σε πιάνει, και η ώρα που μόλις ανοίγεις τα μάτια σου και είσαι μεταξύ ύπνου, ξύπνιου, και αντί για χαρά σε νιώθεις ένα κενό λες και σε έριξαν μέσα σε πηγάδι δίχως πάτο και πέφτεις, πέφτες ασταμάτητα.  Απλώνεις το χέρι, πιάνεις το κινητό, δεν ήρθε μήνυμα ούτε σήμερα το πρωί.

Εβδομη μέρα μετά. Πέρασε κιόλας μια βδομάδα. Είναι η μέρα που αρχίζει και περνά εκείνος ο έντονος πόνος, και την θέση του πιάνει μια συνειδητοποίηση. Ότι όλα εκείνα που έλπιζες να γίνουν δεν θα γίνουν. Υπάρχει πάντα μέσα μια εικόνα που κάνει κάθε ένας που τσακώνεται ότι ο άλλος θα το μετανοιώσει, θα του λείψεις, θα πονάει αφόρητα, τόσο που θα μπει στην διαδικασία να κάνει την αυτοκριτική του, και να αλλάξει και ότι θα έρθει πίσω, με σπασμένο εγώ και μετανοημένος, να ζητήσει συγνώμη, να σου πει ναι είχες δίκαιο, ναι είχα λάθος εγώ, θα αλλάξω, θα προσπαθήσω, θα κάνω ότι μπορώ για να μην σε χάσω. Κάτι τέτοια σενάρια κάνει το Εγώ και κρατιέται περιμένοντας.

Μετά όμως περνά μια εβδομάδα και καταλαβαίνεις ότι μάλλον τίποτα από τα πιο πάνω δεν θα γίνει. Ειδικά αν ο άλλος ούτε καν νιώθει ότι έκανε κάποιο λάθος, αν πιστεύει ότι λάθος έχεις εσύ. Αυτά κάνουν οι εγωισμοί, όλοι νομίζουν είναι σωστοί, κανένας δεν νομίζει ότι έκανε λάθος, όλοι έχουν την δική τους άποψη για την ιστορία και την δική τους όψη του νομίσματος. Είναι εκείνη η αφορμή ,εκείνο το μπαμ που γίνεται και διαλύονται σε μια στιγμή όλα, δεν ήταν όμως παρά μόνον η αφορμη. Τα αίτια όμως είναι διάφορα, πράγματα που σε κάνουν να νιώθεις αβεβαιότητα και ανασφάλεια και αυτά θα τα δεις όταν περάσει ο πόνος εντελώς.

Σήμερα δεν θέλω πολλά πολλά, ούτε στην μάνα μου δεν θα πάω μάλλον το μεσημέρι για φαί. Θέλω ησυχία, να μείνω σπίτι, να κάνω τις δουλειές που έμειναν, να ακούσω μουσική, να μην μιλήσω κανέναν. Θέλω να δω πώς προχωρώ με την ζωή μου, τι αλλαγές πρέπει να κάνω για να μένα, την διατροφή μου, την εμφάνιση μου, τον επόμενο μήνα να ξεκινήσω γυμναστήριο, και σιγά σιγά, να μπω σε μια σειρά.  Χθες ήταν η νέα σελήνη στον ταύρο, ημέρα που έπρεπε να κάνω μανιφεστ τι θέλω από το μέλλον μου και από την ζωή μου. Μάνιφεστ λοιπόν, αυτοαγάπη, οικονομική ανεξαρτησία, έναν άντρα να με αγαπά όπως το αξίζω και το ονειρεύομαι, με αγκαλιά, με πάθος, με φροντίδα, με χάδι, με νοιάξιμο, να είμαι η προτεραιτότητα του και εκείνος η δική μου. Υπάρχει κάπου έξω αυτός ο άντρας, ο δικός μου, ο άνθρωπος μου, που είναι ευτυχισμένος με την ζωή του και θέλει να δώσει και σε μένα ευτυχία, οικονομικά ανεξάρτητος, δίπλα μου, με πολλές ελεύθερες ώρες για να περνάμε μαζί, χωρίς σκιές, χωρίς σύννεφα, χωρίς μελαγχολία, να είναι χαρούμενος, να του αρέσει η μουσική και ο χορός, να λατρεύει τον έρωτα, να είναι δοτικός, παντού, και να είμαι εκείνη που θα θέλει να της τα δώσει όλα. Καλόψυχος, πιστός, αφοσιωμένος και γενναιόδωρος. Και να γελάμε, να γελάμε, να συζητάμε, να παίξουμε, να πηγαίνουμε εκδρομές και ταξίδια και να λατρεύουμε τις ώρες που περνάμε μαζί, και τις ώρες αυτές να είμαστε μαζί, οι δυο μας.  Είναι εκεί έξω, υπάρχει και τον περιμένω !

Εκείνο που πρέπει να θυμάμαι όμως είναι ότι ο νόμος της έλξης λέει ότι δεν έλκεις αυτό που επιθυμείς αλλά αυτό που εσύ ο ίδιος είσαι. Πάω στον καθρέφτη λοιπόν να δω πώς είμαι και τι θα κάνω για να γίνει ακόμα σαν αυτόν που θέλω να έρθει, ευχισμένη, για να έχω να δώσω ευτυχία και όλα τα άλλα ...




Σάββατο 16 Μαΐου 2026

θηλυκότητα

 

16 Μάη

Ενιά το πρωί, στο μικρό μου σπίτι στα Λιβάδια, στο σαλόνι μου

Είναι ήσυχο το πρωινό, έχω ανοίξει το παράθυρο στο σαλόνι και μπαίνει δροσερό αεράκι, έχω φτιάξει ζεστό καφέ και περιμένω να πιω την πρώτη γουλιά. Δεύτερος καφές για σήμερα, στις 6.30 με ξύπνησαν τα σκυλιά, τους τάισα και έκανα και εγώ ένα καφέ, τους έβγαλα έξω, γαύγιζαν και έκαναν φασαρία και στο τέλος τους ξαναέφερα μέσα και κατάφερα και κοιμήθηκα κι εγώ ακόμα μία ώρα, που την ήθελα μετά από τα ψεσινά λικέρ και την ένταση.

Μια εβδομάδα πέρασε λοιπόν.  Το λεγα πάντα περνάνε γρήγορα οι μέρες. Άμα πιάσεις μια ηλικία περνάνε γρηγορότερα. Πώς πέρασε μια εβδομάδα ούτε που το κατάλαβα. Περασμένο Σάββατο ξύπνησα 6.30 και έτσι ώρα καθάριζα το σπίτι και περίμενα να γίνει 10. Με πήρε το προηγούμενο βράδυ και μου είπε ότι θα βγαίναμε για πρωινό στις 11 να τον πάρω τηλέφωνο να τον ξυπνήσω στις 10. Περίμενα να γίνει 10 και τον πήρα τηλέφωνο, δεν απάντησε όμως, κοιμόταν του καλού καιρού και εγώ δεν τον ξαναπήρα, τον άφησα να κοιμάται. Ξύπνησε κάποια στιγμή μόνος του γύρω στις 11.20 και με πήρε τηλέφωνο και μουρμουρούσε γιατί δεν τον πήρα πέντε έξι φορές μέχρι να ξυπνήσει. Του την είπα κι εγώ, του λέω αντί να ζητήσεις συγνώμη που με έστησες ζητάς και τα ρέστα από πάνω;

Συγνώμη, μου λέει. Είσαι έτοιμη;

Ξύπνησες, του λέω

Ναι

Σε πόση ώρα θα είσαι έτοιμος;

Σε μισή ώρα

Οκ, θα έρθω σε μισή ώρα από το σπίτι

Το περασμένο Σάββατο είχα ένα αγόρι, είχα ένα ραντεβού κανονισμένο για να βγω με τον φίλο μου, είχα την προσμονή, είχα την καινούρια μου φούστα που την φόρεσα και του άρεσε πολύ.

Μια εβδομάδα μετά, δεν έχω αγόρι, έχω όμως ραντεβού κανονισμένο για να βγω με μια φίλη, απόψε το βράδυ για δείπνο και ακόμα κι αν νιώσω κάποιες στιγμές, μια νοσταλγία και έναν πόνο στην καρδιά μου γιατί μου λείπει ακόμα ο φίλος μου,  θα  έχω και κάτι σημαντικό να περιμένω. Θα κυλήσει η μέρα, ήσυχα, θα κάνω πάλι τις δουλειές μου, ίσως ψωνίσω κάτι για το σπίτι, ίσως πάρω το απόγευμα περίπατο τα σκυλιά, ίσως διαβάσω κάτι, ίσως κάποια στιγμή μου λείψει λίγο παραπάνω και κάτσω στην γωνίτσα του καναπέ δακρυσμένη, μετά όμως θα σηκωθώ και πάλι. Και αυτό είναι το σημαντικό, να σηκωθω και πάλι, να μην αφήσω αυτήν την απουσία να με ρίξει. Γι αυτό λέω πάντα ότι πρέπει να έχουμε πολλούς ανθρώπους στη ζωή μας, και δεν εννοώ εκατόν, έστω πέντε έξι σημαντικούς ανθρώπους στη ζωή μας, που θα μας στηρίξουν σαν δίχτυ ασφαλείας όταν χρειαζόμαστε.

Πριν δύο βδομάδες μιλούσα με αυτήν την φίλη μου και μου λέει άντε θα σε βγάλω εγώ για δείπνο, και χάρηκα ρε φίλε, σαν μικρό κοριτσάκι. Και το κανονίσαμε, βρήκαμε το μέρος, έκανα ψες την κράτηση και θα πάμε απόψε. Δηλαδή τι αγόρι, τι κορίτσι, πάλι, δεν ετοιμάζεσαι, δεν έχεις την προσμονή, δεν θα περάσεις όμορφα; Οκ δεν θα κάνεις σεξ στο τέλος της βραδιάς, και τι έγινε;

Ξύπνησα και νιώθω όμορφα και θέλω το συναίσθημα αυτό να το κρατήσω. Ότι είναι όμορφη η ζωή, ότι είμαι όμορφη εγώ, ότι απόψε θα ντυθώ όμορφα και θα βαφτώ και θα είμαι ομορφότερη, ότι εκεί που θα πάω όλο και κάποιο βλέμμα θα γυρίσει προς το μέρος μου να με κοιτάξει με θαυμασμό, ότι δεν έχει περάσει η μπογιά μου ούτε γέρασα, είμαι μια γυναίκα ερωτεύσιμη, πανέμορφη, πανέξυπνη, με χιούμορ, με ζεστασιά, με θετικότητα, έχω τόσα πολλά να δώσω, στους δίπλα μου στους γύρω μου, στον άνθρωπο που θα με πλησιάσει με όμορφες προθέσεις και θα θέλει να μοιραστεί τον χρόνο του μαζί μου. Είμαι ένα έργο υπό κατασκευή και καθημερινή ανάπτυξη, είμαι μια γυναίκα, μια γυναίκα και αυτό από μόνο του είναι ένα υπέροχο θαύμα, και πρέπει να ζω γιορτάζοντας την φύση μου και τα χρώματα μου κάθε μέρα, και να μην αφήνω κανέναν άνθρωπο και κανένα ατυχές γεγονός να μου αφαιρεί τα υπέροχα μου χρώματα.  Κι όποιος έχει μάτια ας με δει, όποιος έχει αυτιά ας με ακούσει, όποιος έχει καρδιά ας με αγαπήσει, όποιος έχει αγάπη να δώσει ας δώσει χωρίς περικοπές.  

Ήπια τον καφέ μου, θα βάλω μουσική και θα αδράξω αυτήν την υπέροχη μέρα

Φωτό ένας πινακας που μου χάρισε η αγαπημένη φίλη μου και τον ονομάζω θηλυκότητα




 

 

 

 

Σε απόσταση ασφαλείας

15 Μάη στο σπίτι μου , στο δωμάτιο μου, με την μουσική να παίζει κάτι Τούρκικους αμανέδες και δεν έχω ούτε ναργιλέ. Ούτε ναργιλέ, ούτε τσιγάρο, ούτε μια μπύρα στο ψυγείο. Και θέλω να στανιάρω να κάνω κεφάλι, και δεν έχω τίποτα να βάλω μέσα μου, να ζαλιστώ λίγο...

Όποιος ψάχνει βρίσκει και εγώ πήγα κι έψαξα και βρήκα ένα λικέρ στο ντουλάπι, οκ δεν είναι μπύρα αλλά κάτι θα κάνει, προς το παρόν γλύκανε και πίκρανε το στόμα μου. Ψες είχε κλάμα και πόνο, απόψε με έπιασε μια πείνα, άρχισε και με χτυπά η στέρηση, πέρασαν έξι μέρες, έξι μέρες, έξι μέρες, που αύριο θα γίνουν εφτά και μεθαύριο οκτώ και να το δεις που σιγά σιγά θα ξεχαστούμε. 

Άσχημο πράγμα να χωρίζεις και να είναι ο πόθος σου για τον άλλο αναμμένος, ίσα που πρόλαβες να πάρεις μια γεύση και τον πεινάς, τον διψάς,  θέλεις το σώμα του, το στόμα του, να τον καταπιείς ολόκληρο. Μια πείνα απερίγραπτη ο πόθος , ένα αγρίμι που ξυπνά μέσα σου και σε κατασπαράζει. Το σώμα σου στιτώνει, το στήθος τσιτώνει, όλα γίνονται ποτάμι και ο εραστής σου λείπει. Ήρθε, σε άναψε, σε αναστάτωσε, και έφυγε. Και κάθεσαι εκεί, σιγοβράζεις στο ζουμί σου. Αν μου έλεγες πριν ένα μήνα ότι θα ερχόταν αυτός ο άνθρωπος και θα μου έκανε αυτήν την ζημιά θα σε έβγαζα τρελό. Ζημιά, ο τρόπος του λέγειν, ζημιά δεν μου έκανε, απλά με ξύπνησε από τον βαθύ ύπνο που βρισκόμουν, με πήρε στο τέρμα και με άφησε εκεί. Στο απώγειο της ηδονής.

Δεύτερο ποτηράκι λικέρ και για να γίνει η δουλειά σωστά, συνοδεύουμε και με αμυγδαλάκια ωμά, όχι αλατισμένα, γιατί ψηλώνει και η πίεση. Το απόγευμα που σχόλασα περπατούσα προς το αυτοκίνητο με έπιασε κουβέντα ένας Νιγηριανός, του άρεσα, ήθελε να βγούμε, του λέω είσαι πολύ μικρός, εντωμεταξύ φαινόταν τριάντα με το ζόρι, τελικά μου λέει είμαι 43 κλπ, τeλoσπάντων με έψησε του έδωσα το τηλ μου και σκεφτόμουν αν θα πάω να πιω κανά καφέ με το παιδί, να αλλάξω παραστάσεις, να ξεχάσω το αμόρε, τον γκόμενο μου, να τον ξεπεράσω με συνοπτικές διαδικασίες, ξέρεις τι λένε, ο έρωτας με έρωτα περνάει. Το απόγευμα πήγα στο βουνό να πάρω τα σκυλιά περπάτημα με μια φίλη μου και ο βλάκας ο Νιγηριανός μου έστειλε ένα μήνυμα σιδηρόδρομο, που το έχει φυλαγμένο και το κάνει κόπι πέιστ και το στέλνει στα υποψήφια γκομενάκια και το έστειλε και σε μένα ή καταλάθος ή πραγματικά πίστεψε ότι είμαι τόσο ηλίθια που θα  πίστευα ότι προοριζόταν για μένα. Ηρθα σπίτι, τον διέγραψα και ούτε για καφέ θα πάμε, ούτε για τίποτα. Και τώρα θα αφήσω τον χρόνο να κάνει την δουλειά που πρέπει, χωρίς αντικαταστάτες. Όμως το θέμα παραμένει, ότι ήρθε ο (ονόματα δεν λέμε) και έκανε τι έκανε, δεν ξέρω τι έκανε, και ξαναέγινα από ρομπότ γυναίκα και το νιώθω, το εκπέμπω, και προφανώς το βλέπουν και οι άλλοι.

 Λες να μην είναι ο άνθρωπος που μας λείπει αλλά η έξαψη που νιώσαμε? Ο πόθος, η καύλα, το ξύπνημα. Μάλλον αυτά θα είναι γιατί όταν φύγουν αυτά, καταρρέει και η σχέση, κι αν δεν καταρρεύσει την κρατάνε άλλες συμβατικές υποχρεώσεις. Εμάς πάλι κατάρρευσε η σχέση εν τω μέσω θύελλας και έντονου πάθους και έντονης χημείας και αν καταλάθος βρισκόμασταν σε ένα δωμάτιο, οι δυο μας, και παραμερίζαμε λίγο τον εγωισμό, σε τριάντα δευτερόλεπτα, θα ήμασταν ξαπλωμένοι στο κρεβάτι ή στα πατώματα λες και έχουν μαγνήτες τα σώματα μας που όταν βρεθούν στο ένα μέτρο απόσταση, μια απίστευτη έλξη μας φιξάρει τον ένα μέσα στον άλλο. Όχι μωρό μου, δεν θα μπορούσα να προδώσω αυτήν την χημεία που έχουμε και να πάω να προσπαθήσω να σε ξεχάσω με άλλον. Να σου πω την αλήθεια μου, Δεν θέλω να σε ξεχάσω, ούτε να σε ξεπεράσω, όχι ακόμα. Θέλω να αναβιώσω τις στιγμές μας στο μυαλό μου, και να τις ξανανιώσω. 

Δεν έκανε δουλειά το λικέρ, μου λείπει η γεύση της μπύρας μου, μου λείπει η γεύση από το στόμα σου. Τελευταία μας νύχτα, τελευταία μας μπύρα, δίπλα στην πισίνα, χαλαρά τα λέγαμε και τύλιξες αργά αργά πέντε τσιγάρα και τα έβαλες στο χάρτινο σακουλάκι να τα χεις για μετά. Μετά με πήρες στο αυτοκίνητο μου, και με ακολούθησες μέχρι το σπίτι. Πρώτη φορά ερχόσουν στο σπίτι, με προειδοποίηση, θα κάτσεις μισή ώρα σου είπα, το πολύ μία ώρα.  Πρώτη φορά στο σπίτι, πρώτη φορά στο ροζ δωμάτιο, πρώτη φορά στο καινούριο κρεβάτι.  Και μετά, τέλειωσαν όλα τόσο γρήγορα, τέλειωσες εσύ, γύρισε η βίδα η δική μου, άρχισα να διαμαρτύρομαι, νευρίασες εσύ, νευρίασα παραπάνω εγώ, μου λες δεν θα το συζητήσουμε απόψε, αυριο μου είπες. Και έφυγες. Έφυγες, και δεν ξαναπήρες τηλέφωνο και ούτε που το ξανασυζητήσαμε, ούτε που το λύσαμε, ούτε με έπιασες να μου πεις, δεν λύνεται, αντίο. Αντίο, δεν μου είπες ποτέ αντίο. Με άφησες με εκείνη την μισοφαγωμένη, πικραμένη, καληνύχτα. 

Νόμιζες ότι παίζω, πάντα ότι παίζω, ότι σε φέρνω και σε παίρνω και σε διώχνω.

Είχες λάθος, μπορεί να ξεσπούσα, να ήμουν ακραία, αλλά όχι ούτε προσποιούμουν ούτε έπαιζα. Έτσι είμαι, ακραία, ωμή, οξύθυμη, έντονη, γεμάτη ανασφάλειες, δεν πάει μονάχο του το πάθος βλέπεις, είναι όλα ένα πακέτο. Μια γυναίκα παθιασμένη στο κρεβάτι, έχει και έντονο χαραχτήρα. Αλλά όχι δεν έπαιζα, όπως ισχυρίστηκες. Απλά προσπαθούσα να επικοινωνήσω, να μιλήσω, να εξηγήσω, να με καταλάβεις, να με νιώσεις, να με γνωρίσεις, να έρθεις κοντά μου, να μάθεις τα κουμπιά μου, να ησυχάσεις τις ανασφάλειες μου, να νιώσω ότι θα βάλεις τον κόπο και θα βρεις τον τρόπο. 

Αλλά ήσουν σε μια σκακιέρα μόνος σου, κινούσες και τα άσπρα κινούσες και τα μαύρα και εγώ ήμουν κομπάρσος. Εγώ έτσι θέλω, εγώ, εγώ, εγώ, εγώ είμαι ο αρχηγός. Ήθελα κι εγώ να μην είσαι τόσο αρχηγός, να ρίξεις λίγο τους ρυθμούς, να με χαιδέψεις λίγο πιο απαλά, να με φιλήσεις λίγο περισσότερο, να με κρατήσεις αγκαλιά, ήθελα λίγο πιο αργά, λίγο πιο απαλά, να θυμίζει το σμίξιμο μας,  λίγο παραπάνω αγάπη και λιγότερο πεδίο μάχης. 

Τούτο ήταν το αμάρτημα, τούτος ήταν ο λόγος που διαλύσαμε, όταν θέλεις έναν άνθρωπο να έρθει στη ζωή σου, επενδύεις τόσο χρόνο, τόσα όμορφα λόγια για να τον πείσεις να έρθει και όταν πια είναι δίπλα σου δεν έχεις χώρο για εκείνον.  Είναι η έλλειψη τρυφερότητας η έλλειψη κατανόησης, ένα σπρώξιμο του χεριού, μια ανεπαίσθητη παραβίαση γραμμών, ένας έρωτας που γίνεται ξέσπασμα απωθημένων και καταπιεσμένων συναισθημάτων. Όνταν το γυναικείο σώμα γίνεται ένα άψυχο εργαλείο και δεν έχει όνομα όύτε ψυχή, γίνεται μόνο το πεδίο να ασκήσεις την πατριαρχική εξουσία σου. 

Έχω όνομα, έχω γαλανά μάτια, έχω παρελθόν, έχω πόνο που κοιμίζω για να μπορώ να αγαπήσω, μα δεν μου άνοιξες την πόρτα. Μίλησα μα δεν άκουγες, ζήτησα μα δεν έδωσες, σου είπα είμαι κι εγώ εδώ αλλά δεν με έβλεπες. Δεν έπαιζα όχι, να αγαπήσω ήθελα  και να αγαπηθώ,  να σε γνωρίσω και να με γνωρίσεις.  

Ξέρω ότι κάθε μέρα που περνά θα διαλύονται τα σύννεφα, και θα βλέπω τα πράγματα πιο αληθινά, πιο αντικειμενικά. Τώρα είμαι μέσα στον λαβύρινθο ακόμα, κρατάω τον μίτο και προσπαθώ να βρω την έξοδο. Νιώθω χίλια πράγματα μέσα μου, μου λείπεις και μετανιώνω, αλλά και μαζί όταν ήμασταν, ένιωθα μόνη μου, ένιωθα τόσο μόνη μου, λες και ήσουν στον κόσμο σου χαμένος, στην λύπη σου στον πόνο σου δεν ξέρω, πάντως ήταν λες και δεν ήμουν εκεί. 

Η μόνη πραγματική μας στιγμή που ένιωθα ότι ήμουν εκεί ήταν όταν κάναμε έρωτα. μπορεί να έχω και λάθος, μπορεί να ήσουν εκεί, με τον τρόπο σου. λίγο πιο έξω, λίγο πιο πέρα, λίγο πιο εκεί..... σε απόσταση ασφαλείας, δεν προλάβαμε να το μάθουμε και ποτέ, άνοιξες την πόρτα και έφυγες για πάντα. 

 

 


 

 

Παρασκευή 15 Μαΐου 2026

Μακριά πολύ μακριά να ταξιδεύουμε

 

15 Μάη 2026

Λίγο πιο αποστασιοποιημένη σήμερα από τον ψυχικό πόνο. Δεν μου άφησε και πολλά περιθώρια η μέρα, το ότι πρέπει να έρθω γραφείο και να δουλέψω, το ότι αιμορραγώ τρεις εβδομάδες μετά την τελευταία αιμορραγία, το ότι πήρα παυσίπονα για να αντέξω να βγάλω την μέρα, και επανήλθαν οι πόνοι στο σώμα μου, στις κλειδώσεις, αυτοί οι πόνοι που συνδέονται άμεσα με την ψυχολογία μου, πονώ έτσι όταν είμαι λυπημένη. Άμα βαράει λοιπόν καμπανάκι ο σωματικός πόνος, περιμένεις να μείνεις μόνος, στο δωμάτιο σου, να σβήσεις το φως, να ξαπλώσεις, παρακαλάς να σε πάρει ο ύπνος, να σταματήσει ο εγκέφαλος να σκέφτεται, να ηρεμήσει η ψυχή σου, να χαλαρώσει το σώμα σου.

Πάντα ένιωθα ότι αν κάποιος ερωτευτεί, από μόνος του προσπαθεί να αλλάξει κάποια πράγματα για να κάνει τον σύντροφο του ευτυχισμένο και να κάνει την σχέση να δουλέψει. Ίσως όμως να μην ισχύει πάντα αυτό. Ίσως να γεννιούνται μέσα του αισθήματα για τον άλλο άνθρωπο, ίσως να θέλει πράγματι να μπει σε μια σχέση, αλλά να μην υπάρχει περιθώριο για αλλαγή.  

Αποστασιοποιημένα λοιπόν προσπαθώ να θυμάμαι, ότι αν κάποιος αρνείται να αλλάξει δεν είναι γιατί δεν ήσουν εσύ αρκετά σημαντικός για εκείνον, ή δεν σε ήθελε αρκετά ώστε να αλλάξει, ή δεν σε ποθούσε, δεν σε χρειαζόταν. Μπορεί και να τα ένιωθε όλα αυτά, μπορεί και εκείνος να πονάει και να του λείπεις, αλλά επίσης μπορεί παρόλα αυτά να μην μπορεί να αλλάξει. Ίσως να μην αντιλαμβάνεται καν, ότι υπάρχει κάτι που χρειάζεται να αλλάξει, ακόμα κι αν του το είπες, το εξήγησες. Είναι και αυτοί που όταν έρχεται ένας άνθρωπος στη ζωή τους και προσπαθεί να επικοινωνήσει μαζί τους, να επικοινωνήσει τις δικές του ανάγκες, τα δικά του θέλω, το εκλαμβάνουν ως αυστηρή κριτική, ως δεν είμαι αρκετά καλός, προσβάλλεται το Εγώ, το εγώ το αλάνθαστο, εκείνο που μπαίνει μπροστά και φέρνει την άρνηση. Άρνηση λοιπόν, εγώ θα είμαι όπως είμαι, θα φέρομαι όπως ξέρω και αν σου αρέσει μένεις, αν δεν σου αρέσει φεύγεις.  Αυτός είναι ο άνθρωπος που δεν θα κάνει ποτέ την μισή απόσταση για να έρθει να σε βρει και εσύ να κάνεις την άλλη μισή.

Το πώς διαμορφώνονται οι χαραχτήρες μέσα στα χρόνια είναι μέσα από μια σωρία εμπειριών. Το αν μπαίνοντας κάποιος σε μια σχέση είναι διατεθειμένος να ακούσει, να μιλήσει, να δεχτεί, να προσαρμοστεί είναι κάτι που ίσως δεν το επιτρέπει η προσωπικότητα, το επίπεδο ωριμότητας, η διάθεση να κάνει την δουλειά που χρειάζεται για μάθει τον άλλο. Δεν το επιλέγει όμως πάντα. 

Εκείνο που έχεις εσύ να διαπιστώσεις με τον εαυτό σου είναι αν ωρίμασες αρκετά έτσι ώστε να διαπιστώσεις έγκαιρα τα δικά σου θέλω, να τα εκφράσεις τα δικά σου θέλω, και  αν ο άλλος δεν έχει πρόθεση να τα ικανοποιήσει, αποδέχεσαι την απόφαση του, χωρίς θυμό, ή κατάκριση αλλά και σταματάς να προσπαθείς να τον αλλάξεις με το ζόρι. Αυτό που επιλέγεις δε εσύ, όταν ο άλλος δεν αλλάζει και στο ξεκαθαρίζει, είναι αν θα μείνεις, ή αν θα φύγεις. 




 

 

 

Πέμπτη 14 Μαΐου 2026

το χέρι σου

 

14 μάη, σπίτι , στο ροζ δωμάτιο, στο κρεβάτι μου, με τα μάτια κλαμένα. Λείπεις μου

Έτσι είναι, τον πόνο θα τον τραβήξεις, ακόμα κι αν ξέρεις ότι δεν υπάρχει σωτηρία, ότι υπάρχει αυτό που λέμε αξεπέραστη διαφορά, ακόμα κι αν βγήκες μόνο μερικές φορές με κάποιον, ακόμα κι αν ήταν λίγες οι στιγμές που μοιράστηκες μαζί του, ακόμα κι αν ήταν μόνο η αρχή, τον πόνο θα τον τραβήξεις, όπως ένα ποτήρι φάρμακο  που σου καίει τα σωθικά, αλλά πρέπει να το πιεις μονορούφι. 

Κάποιο άρθρο γράφει ότι ίσως να πονάει λίγο περισσότερο όταν χωρίζεις όσο είναι ακόμα αρχή, γιατί είναι όλες εκείνες οι ορμόνες στα χάι τους, γιατί είναι το στάδιο που συνδέεσαι με κάποιον και ο οργανισμός έχει παράξει οξυτοκίνη και δεν ξέρω τι άλλο. Το μόνο που ξέρω είναι ότι είσαι ξεροκέφαλος, ότι δεν υπάρχει επιστροφή και ότι θα κλάψω απόψε και ίσως λίγες νύχτες ακόμα.

Θα λέω στον εαυτό μου ότι κάθε εμπόδιο είναι για καλό, θα το λέω μπας και το πιστέψω και θα περιμένω εκείνο το καλό να έρθει μια μέρα να με βρει, όπως ήρθες μια μέρα εσύ από το πουθενά. 

Σήμερα όμως μου λείπεις. 

Είπα ότι θα επιτρέψω στον εαυτό μου να νιώσει ότι γεννιέται μέσα μου, και σήμερα νιώθω λύπη, μια πίκρα και έναν πόνο απερίγραπτο, που έχει τόσες μέρες να σε δω, να σε ακούσω, να σε αγγίξω. Είναι μια παράξενη συνθήκη, όταν αναγκάζεσαι να βγάλεις από την ζωή σου έναν άνθρωπο για ένα χαραχτηριστικό της προσωπικότητας του με το οποίο δεν μπορείς να συμβιβαστείς, αλλά έχεις ήδη καταγράψει μέσα σου άλλα τόσα κομμάτια από τον άνθρωπο αυτό. 

Πες μου λοιπόν, τι τα κάνεις όλα αυτά, τα άλλα τα κομμάτια, αυτά που σου άρεσαν, αυτά που εναγκάλισες, αυτά που σε έκαναν εξαρχής να έρθεις, να ανοιχτείς, να δοθείς, που σου πρόσφεραν χαρά και ηδονή. Παράξενα όντα οι άνθρωποι Μαρία, έχουν την ικανότητα να σου δώσουν ηδονή και χαρά, γέλιο και κλάμα,  νιώθεις ακουμπώντας δίπλα σ' ένα το σώμα ότι βρήκες ένα σπίτι, μια πατρίδα και μόλις φεύγει από δίπλα σου, γίνεται ξένος εκείνος για σένα και μια ξένη εσύ για εκείνον.

Τι να τα κάνω σκέφτομαι τα κομμάτια σου που αγάπησα, το δέρμα σου, τα τατουάζ, που κάθεσαι αργά και νωχελικά και τυλίγεις ένα ένα τα τσιγάρα σου, να τα κάνω πολύτιμους λίθους, να τα κάνω μαργαριτάρια, να τα κάνω κολιέ, να πάρω τις λέξεις να τις κάνω τραγουδια. Καρφώνονται μέσα μου όσα μοιραστήκαμε, αλέθονται ο εικόνες στη μνήμη μου και γίνονται δάκρυα και αλμύρα. Κοίτα πόσες φωτογραφίες μας έβγαλα, δεν χρειαζόταν κάμερα, ήταν μια άλλη κάμερα αναμμένη, εκείνη που καταγράφει τις πολύτιμες στιγμές. 

Η στιγμή όταν στέκομαι έξω από την πόρτα σου, στο πάτωμα σπασμένα ρόδια δεξιά και αριστερά, χτυπώ το κουδούνι και ανοίγεις. Μπαίνω μέσα και με φιλάς. Κάθομαι στο ψηλό σκαμπώ ακουμπώντας στον πάγκο της κουζίνας και εσύ κάθεσαι μπροστά στο παράθυρο, εκείνο που είναι ακριβώς απέναντι από την πόρτα, θέλεις να καπνίζεις και να βγαίνει ο καπνός έξω, θέλεις κι εμένα να κάθομαι εκεί να μου μιλάς.  Κάνεις το τσάι σου και βγαίνεις έξω, κάθεσαι στην βεράντα, είναι οι βασιλικοί σου, είναι η λεμονιά στην γλάστρα, είναι το γυάλινο ποτήρι με το τσάι, είναι τα τσιγάρα,  κάθεσαι στην καρέκλα και εγώ έρχομαι και σε φιλώ στον λαιμό. Κάθεσαι έξω, εγώ κάθομαι στον καναπέ μέσα, γράφω ένα ποίημα στο μικρό σου σημειωματάριο, σου ζωγραφίζω ένα νησι, μια βάρκα, μια φοινικιά και γλάρους στον ορίζοντα και το αφήνω εκεί στο τραπεζάκι.

Είμαι στο γραφείο και μου στέλνεις μήνυμα. Πέρασε από εδώ όταν σχολάσεις, μου έλειψε η μυρωδιά σου. Έχει τρεις μέρες να βρεθούμε, έχει μια ολόκληρη βδομάδα να κάνουμε έρωτα. Έρχομαι στο σπίτι, θέλω να κάνω μπάνιο σου λέω, "είναι η πετσέτα σου εκεί", η πετσέτα μου, στο γκρίζο χρώμα. Έμαθες πια, δεν βουτάς μέσα όταν κάνω μπάνιο, με αφήνεις στην ησυχία μου και ξέρεις ότι θέλω να κλείνω την πόρτα. Μετά το μπάνιο φοράω την λευκή σατέν ρόμπα μου, αυτή τώρα πλέον είναι μόνιμα στο σπίτι σου, και ξαπλώνω στο κρεβάτι σου. Κάνεις ντους και η καρδιά μου καλπάζει άγρια όταν πλησιάζει η ώρα που θα έρθεις κοντά μου. 

Σ αγαπώ όταν κάνουμε έρωτα, είναι μια αγάπη βαθιά και απερίγραπτη, όσο βαθιά μπαίνει μέσα μου το κοίταγμα σου, όσο βαθιά μπαίνει μέσα μου το σώμα σου. Πρώτη φορά το ομολογώ, πρώτη φορά το νιώθω τόσο, τα μάτια σου, αγαπώ τον τρόπο που με κοιτούν όταν κάνουμε έρωτα.  Είναι μια στιγμή αυτή γλυκιά και πικρή, από τις πιο σημαντικές στιγμές που ζήσαμε, και χαλάλι ο πόνος που νιώθω, χαλάλι, είναι γλυκός ο πόνος του έρωτα, σχεδόν τόσο γλυκός όσο και όταν ενώνεσαι με έναν άνθρωπο. Ήταν απόλυτος, υπέροχος ο τρόπος και η ένταση στον τρόπο που ενώνονταν τα σώματα μας. Χωρίς βία, χωρίς βιασύνη, τόσο αργά, τόσο γινόμασταν ένα.

Ήρθες ένα απόγευμα να μου μιλήσεις, ενώ ήμουν ξαπλωμένη στο κρεβάτι σου. Να μου πεις ότι δεν θέλεις να πάμε πολύ βαθιά. Και σου απάντησα, κανένας δεν μπορεί να ελέγξει πόσο βαθιά θα πάει. Τι θα νιώσει, πόσο θα συνδεθεί με κάποιον, πόσο θα ερωτευτεί, θα αγαπήσει, πόσο θα πονέσει όταν ο άλλος φύγει. Είναι ένα ρίσκο που παίρνουμε σου λέω, δεν γίνεται διαφορετικά. Και μετά μου είπες, το ξέρεις ότι σε θέλω, σε θέλω, το ξέρεις ότι σε θέλω, και σε λίγα δευτερόλεπτά ήσουν και πάλι από πάνω μου και μέσα μου, να μου κάνεις έρωτα και να με ρωτάς αν είμαι η γυναίκα σου και το μωρό σου και ξέχασες τι έλεγες πριν λίγο. Εγώ σου απαντούσα όχι δεν είμαι, δεν είμαι, όχι, όχι, όχι, έτσι για να σου την σπάσω. Είναι λίγο παράξενο να ξαπλώνω ανάσκελα στο κρεβάτι και να μην βλέπω το σώμα σου από πάνω μου, και τα μάτια σου να με κοιτάνε στο μισοσκόταδο. Μου λείπεις,  μου λείπεις πολύ.

Δεν θέλεις να πας βαθιά. Να μην πας βαθιά λοιπόν. Να το προσπαθήσεις όσο μπορείς, αν αυτό σε κάνει να νιώθεις καλύτερα. Εγώ δεν μπορώ να μην πάω, όταν νιώθω τα κύτταρα μου να ενώνονται με τα κύτταρα ενός άλλου σώματος, δεν μπορώ να μην ενώνομαι, να μην συνδέομαι, να μην γίνομαι ένα. Το λατρεύω, το γουστάρω, είναι ότι πιο υπέροχο μπορεί να βιώσει κάποιος, να βρίσκεις τρύπες και να μπαίνεις μέσα στον άλλο, με τα κοιτάγματα, με τα λόγια, να τρυπάς τον εγκέφαλο του και να χάνεσαι μαζί του. Έτσι το ζήσαμε, βαθιά, βαθύτατα, με εσένα το έζησα και ήταν ένα αποτέλεσμα που παράχθηκε από κοινού. Ήσουν εκεί, μου το πρόσφερες, μου το χάρισες, μου το έδωσες ξανά και ξανά.

Ήταν λυτρωτικά τα δάκρυα απόψε, και τώρα που έκλαψα κι άδειασα, νιώθω ότι θέλω να σε χαιδέψω τρυφερά και να σου πω λόγια αγάπης, κι ας με πλήγωσε τόσο ο χαραχτήρας σου, κι ας υπάρχει ένα αξεπέραστο τείχος ανάμεσα μας, ίσως κάπου ανάμεσα στα τείχη βρίσκει ένα δρόμο η αγάπη. Θα στείλω το πνεύμα μου απόψε να έρθει να ξαπλώσει δίπλα σου, όπως εκείνο το Σάββατο απόγευμα που κοιμόσουν στο δεξί σου πλευρό και εγώ ακουμπημένη δίπλα σου σου χάιδευα το σώμα για ώρα και όταν πήγα να σταματήσω, μου είπες, "μη, μη σταματάς, θέλω το χέρι σου".  Ήθελες το χέρι μου, ήθελες τα χάδια μου, ήθελες να μην φεύγω από δίπλα σου όταν κοιμάσαι, να είμαι εκεί, να νιώθεις ένα σώμα δίπλα σου, να είμαι εκεί, κι ας κοιμόσουν διαγώνια και δεν μου άφηνες χώρο, κι ας ροχάλιζες τόσο δυνατά που δεν τα κατάφερνα δίπλα σου ούτε μια φορά να κλείσω μάτι. Με ήθελες εκεί. 

Θα έρθω λοιπόν απόψε, νοερά, έτσι σαν αερικό, να ξαπλώσω δίπλα σου, να σε χαιδέψω,  στο σώμα, στα μαλιά, να ακουμπήσω απαλά το σώμα μου στο δικό σου, να πάρω λίγη από την αθώα σου ψυχή την ώρα που κοιμάται και κοιμούνται όλα μέσα μας, και οι εγωισμοί και οι όροι και οι κανόνες, και μένει μόνο η καθαρή μας ενέργεια. Θα έρθω αγάπη μου, κι ας μην έρθω ποτέ ξανά, κι ας μην είμαστε ποτέ μαζί, κι ας ήταν τούτη η ιστορία χαμένο χαρτί από την αρχή, κι ας τα έχουμε ξεχάσει όλα σε έναν χρόνο από σήμερα. Απόψε σ αγαπώ, απόψε μου λείπεις, απόψε θα έρθω να σε δω πριν κοιμηθώ, ίσως το νιώσεις, ίσως πάλι είσαι πολύ κουρασμένος και κοιμάσαι πολύ βαθιά



 


 

 

 

 

 

Τετάρτη 13 Μαΐου 2026

Ασυμφωνία ενηλίκων

Aσυμφωνία ενηλίκων

Όταν το ίσως γίνεται όχι, όταν έρθει η τελική ρήξη, εκείνη η μέρα που λες την τελευταία λέξη, ο τελευταίος τσακωμός, η γυρισμένη πλάτη και η ραγισμένη καληνύχτα.

Τι υπέροχα μάτια Θεέ μου, θα τα βλέπω μέχρι να μου περάσει.  

Λες και είναι η εμπειρία που έζησες μια μηχανή ψευδαισθήσεων που μπήκες μέσα, έκατσες λίγες ώρες ή μέρες, έζησες την εμπειρία και βγήκες και πάλι και επέστρεψες στην ζωή σου.

Τι είναι τούτες οι μέρες όταν γίνεται όχι το ίσως. Ένας περίπατος τελευταίος στην άδεια σκηνή, όταν έχουν σβήσει τα φώτα, όταν έχει τελειώσει η παράσταση. Μια σκέψη που την κάνεις για να μην γυρίσεις σελίδα και να νιώθεις πως δεν την έκανες. Γιατί είσαι «fixer» από την φύση σου, παιδί χωρισμένων γονιών, παιδί που ψάχνεις ένα άλλο παιδί να γίνει η οικογένεια σου, ο fixer, δεν ήξερα τι είναι αυτός, είναι αυτός που μεγαλώνει μέσα σε σπασμένα κομμάτια και μεγαλώνοντας, μπαίνοντας μέσα σε σχέσεις μένει πάντα περισσότερο από όσο πρέπει. Ψάχνει μέσα του, μήπως κάπου φταίει, μήπως μπορεί να κάνει κάτι παραπάνω και δεν το έκανε, είναι εκείνος που προσπαθεί να καταλάβει, να δείξει εν συναίσθηση, να νιώσει, να μαντέψει, να γιατρέψει τις πληγές του άλλου, κι ας μην άνοιξε εκείνος τις πληγές. Ο Fixer, βάζει τον εαυτό του δεύτερο, να στήσει τον άλλο στα πόδια του, μπας και όταν στηθεί ο άλλος στα πόδια του μπορέσει κι αγαπήσει. Ο fixer προσπαθεί και προσπαθεί και φεύγει μόνο αν ένιωσε ότι έκανε ότι μπορούσε.

Έρχεται εκείνη η μέρα όμως που την καταπίνεις και την τελευταία πικρή αλήθεια. Μπορεί να έχεις όλη την καλή διάθεση αλλά θα σου προκύψει ένα θέμα για το οποίο δεν θα μπορείς να συμβιβαστείς.  Μπορεί να κάνεις εσύ ό,τι μπορείς, ο άλλος όμως να μην μπορεί, ή ακόμα να μην θέλει. Και εσύ, μεγάλωσες πια, ξέρεις ότι δεν μπορείς να αναγκάσεις κανένα να κάνει κάτι αν δεν το μπορεί, πόσον μάλλον αν δεν το θέλει. Κανένας δεν μπορεί να αγαπάει και για τους δύο.

Αποδοχή λοιπόν, παίρνω μια βαθιά ανάσα και αποδέχομαι ότι δεν μπορώ να αλλάξω. Μετρώ τα βήματα μου που απομακρύνονται, επιτρέπω στον εαυτό μου να επισκέπτεται το παρελθόν και τις αναμνήσεις, μέχρι να μην τις έχω πια ανάγκη.

Επιτρέπω στον εαυτό μου να νιώσει ότι είναι να νιώσει, αν και τώρα που σου γράφω δεν νιώθω έντονα συναισθήματα, είναι μια λύπη παράξενη, μια λύπη που δεν πονάει και τόσο, ίσως όταν νιώθεις ότι πλέον δεν έχεις κάτι να παλέψεις να χαλαρώνει κάτι μέσα σου, είσαι εσύ, είναι το γεγονός, και είσαι ανίκανος και ανίσχυρος πλέον. Ανακούφιση ίσως που αφήνεις και εκείνον τον άνθρωπο ελεύθερο να συνεχίζει την ζωή του, προχωράς και εσύ με τη δική σου, χωρίς θυμό και άσχημα συναισθήματα.

Αν θα κλάψω για κάτι είναι που ζω για πολλοστή φορά αυτό το σενάριο, εκείνες τις πρώτες μέρες με τον ενθουσιασμό, εκείνο το θα πάμε εκεί, θα δούμε αυτό, θα πάμε εκδρομή,   θα πάμε στα αγάλματα, θα πάμε Λεύκαρα, θα πάμε στο βουνό, θα δούμε ηλιοβασιλέματα, πανσέληνους, ονειρεύεσαι, ονειρεύεσαι και τα ονειρεύεσαι όλα με τούτο το παιδί που ήρθε στην ζωή σου.  

Για αυτό θα κλάψω ναι, γιατί για μια ασυμφωνία ενηλίκων, χάνεις ένα άνθρωπο, που μέσα του είχε ένα παιδί, που θα έκανε καλή παρέα στο δικό σου μέσα σου παιδί. Παιδιά είμαστε που βρεθήκαμε ένα απόγευμα σε μια παραλία και πριν προλάβαμε να παίξουμε μα άρπαξαν βίαια από το χέρι και μας χώρισαν. Τούτοι οι ρόλοι μας μας στερούν τις καλύτερες μας σχέσεις. Παιδιά που μεγαλώσαμε και αλλάξανε τα σώματα μας, οι ορμόνες μας, οι ανάγκες μας, οι απαιτήσεις μας, και δεν  μιλάμε πια την ίδια γλώσσα.  

Αν θα κλάψω για κάτι, θα είναι γιατί εκεί που αποφασίζω να μην ασχολούμαι και κάθομαι στην ησυχία μου και κάθομαι όπως τότε που ήμουν μικρό κοριτσάκι κα έπαιζα μόνη μου, έρχεται από το πουθενά ένα πλάσμα και λες μπας και αλλάξει κάτι αυτήν την φορά και θα παίξουμε μαζί, μπας και πάμε μαζί στη βρύση και πιούμε νερό, αλλά, μάντεψε, πάλι η ζωή θα μας πάρει ως εκεί και θα μας αφήσει άποτους. u know.... η ζωή έχει χιούμορ, κάποτε σαρκαστικό, κάποτε μαύρο, αλλά η πουτάνα συνεχίζεται


Μαρίνα Σαβεριάδου

Τα ημερολόγια

13 Μάη 2026

 


 

Δευτέρα 11 Μαΐου 2026

ατιτλο


Σ έχω διώξει, έχεις φύγει και σε θέλω ακόμα. Έχεις φύγει μα έχουν μείνει όλα αναμμένα. Σε θέλω, σε θέλω, σε θέλω, και σε μισώ που είσαι έτσι. Ξεροκέφαλος, αγύριστο κεφάλι, αμετανόητος. Η μελανιά είναι πάνω στο στήθος μου από τα ρουφήγματα σου και ο εγκέφαλος μου ντοπαρισμένος από τα κύμματα ηδονής που με γέμιζες κάθε φορά που καρφωνόσουν βαθιά μέσα μου. Πες μου ρε γιατί να έπρεπε να γίνει και αυτό μια μάχη εξουσίας και να μην είσαι ένα υπάκουο αγόρι που θα μου ικανοποιεί όλα τα καπρίτσια. Γιατί έπρεπε να είσαι πατριαρχικό αρχίδι και να θέλεις να εξουσιάζεις;

 Τα κατάφερες, εξουσίαζες, ανέβαινες πάνω μου και εγώ άνοιγα τα πόδια μου και ξεκινούσε το ταξίδι. Γιατί με κοιτάζεις με εκείνα τα μαύρα σου διαολεμένα σου μάτια, με φιλάς και εγώ απλώνω τα χέρια πίσω από το κεφάλι σου και εσύ τα σπρώχνεις κάτω και με κρατάς ακινητοποιημένη. Μαρίνα, εγώ είμαι ο αρχηγός, μου λες και νευριάζω, μισώ τα αρχηγηλίκια και τους αρσενικούς που θέλουν να είναι αρχηγοί, αλλά είναι πολύ αργά, είμαι κιόλας από κάτω, είσαι κιόλας μέσα μου και με πηδάς τόσο γλυκά, τόσο αργά και τα σώματα μας συντονίζονται και χαλαρώνει το σώμα μου, η σκέψη μου σταματά, η αναπνοή μου γίνεται πιο αργή, αρχίζω να βγάζω βογγητά, μπαίνεις μέσα μου, ξανά, πιο αργά, πιο αργά, και εγώ λιώνω και παραδίνομαι ξανά.

Θέλω να παίξουμε, σου λέω και βγάζω την λευκή σατέν ζώνη από την ρόμπα μου. Είσαι ξαπλωμένος απέναντι μου, στο αριστερό σου πλευρό, το σώμα σου είναι ανάμεσα στα πόδια μου και μπαινοβγαίνεις μέσα μου.  Με κοιτάς στα μάτια συνεχώς. Κρατώ το ύφασμα στα χέρια μου, την περνάω γύρω από τον λαιμό σου, και την σφίγγω μπροστά σε θηλιά. Εσύ μπαινοβγαίνεις μέσα μου, εγώ σφίγγω τη θηλιά, με κοιτάς, μισοκλείνεις τα μάτια, και συνεχίζεις να κινείσαι μέσα μου, λες και μου μιλάς με τα μάτια, εσύ πνίξε με αν θες εγώ θα πηδώ το μουνί σου. Μπαίνεις μέσα μου, και εγώ δεν μπορώ άλλο αυτή την καύλα, χαλαρώνω την ζώνη, θα σε πνίξω άλλη φορά.

 Με πηδάς και με κοιτάς στα μάτια, να βλέπεις τις εκφράσεις μου και κάθε κύμα ηδονής που με κάνει να βογγώ, να φτιάχνομαι, να ζαλίζομαι, να μουγκρίζω, να βγάζω κάτι μικρές άναρθρες κραυγές σγίγγοντας την πλάτη σου και να δαγκώνω το μαξιλάρι. Ξαπλώνεις ολόκληρος επάνω μου και σε νιώθω να τρίβεσαι και είναι τόσο όμορφη αυτή η επαφή.

Μετά ξαπλώνεις δίπλα μου και λες ανέβα επάνω μου. Γίνε εσύ η αρχηγός. Σε καβαλλάω και ξεκινά το επόμενο ταξίδι, της υπέρτατης ηδονής, του σώματος μου που κινώ εγώ όπως θέλω, στον ρυθμό που θέλω, πάνω στο δικό σου σώμα, που υπηρετεί εμένα. Μόνο που εσύ, μέσα μου, κάνεις ακόμα κουμάντο, όταν εγώ σταματώ για λίγα δευτερόλεπτα γιατί είναι πολλή η καύλα για να την αντέξω, και τότε με μια κίνηση προς τα πάνω, μπαίνεις ακόμα πιο βαθιά μέσα μου και τελειώνω, νιώθω ένα οργασμό που ξεκινά από εκεί που με αγγίζει το σώμα σου και προχωρά από την πλάτη μου προς τα πάνω και τελειώνει στην βάση του σβέρκου μου. Πιάνω τα μαλιά μου κοτσίδα, δεν θέλω να πέφτουν τα μαλλιά μου δεξιά και αριστερά και να μην μπορώ να σε βλέπω, σε βλέπω και είναι πάντα τα μάτια σου ανοιχτά και με καρφώνουν, με καρφώνεις ολόκληρος. Φοράω την λευκη μου ρόμπα και κρατάς την ζώνη και με τραβάς. Μην σταματάς, μου λες, συνέχισε, μην σταματάς. Και εγώ δεν σταματώ, συνεχίζω, είσαι το πιο υπέροχο αγόρι όταν με αφήνεις να ανεβαίνω επάνω σου και με αφήνεις, έστω λίγο, να το παίξω κι εγώ αρχηγός.

Που να είναι τώρα η λευκή μου ρόμπα, την μάζεψες ή την άφησες ακουμπημένη στην καρέκλα.  Είναι η λευκή μου η ρόμπα, οι κρέμες, ένα ποίημα που έγραψα και ένα σχέδιο που ζωγράφισα στο σημειωματάριο σου. Όλη μου η κληρονομιά, που άφησα στο διαμέρισμα σου πριν φύγω. Α, ναι και το άρωμα μου στα σεντόνια. Είσαι όμορφο παιδί, αλλά όταν κάνουμε έρωτα και σε κοιτάζω νιώθω τόση έλξη, κάτι μου κάνει το κοίταγμα σου, το πρόσωπο σου, το μούσι σου. Ίσως να σε ερωτευόμουν λίγο, αν δεν ήσουν τέτοιο αρχίδι και δεν μου αρνιόσουν ότι σου ζητώ, τι παραξενιά και αυτή ρε μαλάκα, όχι να μην μπορεις, να μπορείς αλλά να μην θέλεις. Τέτοιος ασυμβίβαστος άντρας, στραβός και ανάποδος, εγωιστής και άκαμπτος, και τόσο μα τόσο μόνιμα καυλωμένος.

Σ έχω διώξει, έχεις φύγει και σε θέλω ακόμα, όχι πως θα σου πω ποτέ να έρθεις πίσω, τι να σε κάνω τέτοιος που είσαι, τι να σε κάνω που δεν θέλεις να αλλάξεις, θα μου λείψεις ναι, τέτοια χημεία δεν την ξαναένιωσα, ούτε τέτοιο κοίταγμα να με καρφώνει, βλέμμα σαν δόντια φιδιού που χύνουν ηδονή μέσα μου. Μα ότι και να νιωσα και να νιώθω ακόμα, δεν θα σου πω ποτέ να έρθεις πίσω, γιατί τι να σου κάνω που και εγώ τέτοια είμαι, ούτε που θέλω να αλλάξω, ξεροκέφαλη κι αμετανόητη κι εγώ, ούτε που θα δεχτώ αρσενικό να μην μου κάνει τα καπρίτσια και τα χατήρια, μεγαλύτερη ηδονή για μένα είναι αν δεν γίνει το δικό μου , να μην γίνει ούτε το δικό σου και αντί να κερδίσεις εσύ, ας χάσουμε και οι δυό

 

 


 

 

 

 

Τρίτη 5 Μαΐου 2026

αντίο

 Πάντα μετά τον θυμό, μετά το ξέσπασμα, έρχεται σε δεύτερο στάδιο μια μεταχρονολογημένη λύπη. Δεν είναι όλα άσπρο μαύρο με τις ανθρώπινες σχέσεις ξέρεις. Όταν γνωρίζεις έναν άνθρωπο, μετά που χρόνια που δεν επέτρεπες σε κανέναν να σε πλησιάσει, αφήνεις αυτόν τον νέο άνθρωπο να σε πλησιάσει, και εκείνος λίγο με την υπομονή, λίγο με την επιμονή, λίγο με την ψυχή του που είναι καθαρή και η δική σου το αναγνωρίζει, βρίσκει το κλειδί και ανοίγει σιγά σιγά την πόρτα. Και τον αφήνεις να μπει μέσα. Τον αφήνεις να σου μιλήσει, τον κοιτάς και σε κοιτά στα μάτια, τον αφήνεις να σου κρατήσει το χέρι, σε ρωτάει μπορώ να σε φιλήσω και του λες ναι, και κάποιος φίλά τα χείλη σου που ήταν αφίλητα για χρόνια. Αγγίζει το κορμί σου, μπαίνει μέσα σου και σε γεμίζει με όλην εκείνη την ενέργεια και θέλεις πάλι να ζήσεις. Τι υπέροχη είναι εκείνη η πρώτη φορά που τα κάνεις όλα για πρώτη φορά και κουμπώνουν ένα ένα χέρια, πόδια, αναπνοές, ένας ερωτικός χορός, που γίνεται ένα σώμα. Τα σώματα μας πάντα ξέρουν την αλήθεια, ποιο άγγιγμα θα δεχτούμε και ποιο θα απορρίψουμε τραβώντας το σώμα ασυναίσθητα πίσω, ποιο φιλί θα έρθει διστακτικά να σβήσει την δίψα και ποιο θα μας γεμίσει αηδία, ποια μυρωδιά θα έρθει στα ρουθούνια μας, ποιο χάδι, ποια ενέργεια. Τα σώματα ξέρουν, είναι εκείνα που θα πουν πάντα και μόνον την αλήθεια.

Μετά, μετά έρχονται λάθος μέρες, λάθος λέξεις, λάθος συνθήκες. Έρχεται η κούραση, η παραλείψεις, η ανασφάλειες, η κριτική, ο έλεγχος, οι παρεξηγήσεις, ο εγκέφαλος αφαιρείται, η σκέψη αφαιρείται, ο άνθρωπος κλείνεται πάλι στο εγώ και στα προβλήματα του, σκέφτεται πάλι τα δικά του, τις ελλείψεις του, το αύριο, τους απλήρωτους λογαριασμούς, τα πρέπει, χανεται ο κάθε ένας στον κόσμο του και στο σύμπαν του. δεν είμαστε συμβατοί μαλάκα, έχουμε ασυμφωνία χαραχτήρων, έχουμε άλλες προτεραιότητες, δεν με καταλαβαίνεις, δεν με νιώθεις, δεν με ακούς, δεν με βλέπεις, δεν με ξέρεις, δεν μου δίνεις αυτά που θέλω, δεν μου λες αυτά που θέλω να ακούσω, δεν με αγαπάς. Και κάπως έτσι γίνεται ο έρωτας μας μαθηματική πράξη που ανισορροπεί και διαλύεται και αυτός μέσα στα γρανάζια του καπιταλισμού. Και μετά του λες φύγε, δεν ξέρω πώς να σε αγγίξω και σε γδέρνω, σε ματώνω και δεν αξίζεις τέτοια μεταχείρηση. Φύγε δεν καταλαβαίνω τις λέξεις σου και όταν λείπεις, μου λείπεις τόσο, φύγε απλά να μην μου λείπεις. Δύο ανθρώποι ενωμένοι και σφικταγκαλιασμένοι το προηγούμενο βράδυ, γίνονται ξένοι την επόμενη μέρα και το πιο ειρωνικό είναι που δεν ξέρεις, όταν το ζεις ότι είναι το τέλος.
Είναι ο έρωτας που ζεις τις πρώτες μέρες τόσο τρυφερός και γλυκός, σαν όνειρο που βλέπεις πριν ξημερώσει και ξυπνάς και δακρύζεις γιατί τέλειωσε τόσο νωρίς. Όταν φεύγει ο θυμός, μένει ο αποχαιρετισμός, και το δάκρυ κυλά όχι γιατί τελειώνει άδοξα κάτι που ξεκίνησε με μια αγνή πρόθεση. Τίποτα δεν βλάστησε από τον σπόρο μας, πάνε τα λουλούδια, πάνε τα λεμόνια, πάνε τα τραγούδια, και περιμένω τον χρόνο να περάσει γρήγορα να έρθει όλα να τα σβήσει. Όλα να τα σβήσει ακόμα και τα πανέμορφα μάτια σου, με εκείνες τις μακριές μαύρες βλεφαρίδες. Γιατί ίσως θέλουμε, ίσως θέλουμε μα δεν ξέρουμε πώς, ίσως θέλουμε μα δεν μπορούμε, ίσως να μην το θέλαμε όσο θα έπρεπε.
Τυχεροί εκείνοι οι εραστές που πεθαίνουν σφικταγγαλιασμένοι μετά από εκείνο το πρώτο σμίξιμο, με εκείνη την ψευδαίσθηση ότι έχουν στα χέρια τους ένα πλάσμα ιδανικό και τέλειο. Πριν ανάψουν τα φώτα, πριν τους πληγώσουν οι αλήθειες, πριν τους τσακίσει η γνώση, πριν διαλυθεί ο μύθος, πριν αρχίσει να κυλά στο μυαλό το δηλητήριο. Τι να πεις, τι συγνώμη να πεις, που πληγώνεις γιατί είσαι εκείνος που είσαι, γιατί πληγώνεσαι γιατί και εσύ είσαι όπως είσαι. Τι να πεις, είναι ένα μάταιο παιχνίδι, ο έρωτας, ή θα σε βγάλει ψεύτη, ή θα σου τον πάρει ο χρόνος, ή ένας από τους δύο πρώτος θα φύγει. Όπως κι αν λήξει όμως πονάς. Έτσι είμαστε οι άνθρωποι, ελαττωματικοί κι αδύναμοι, σκληροί και δολοφονικοί.
O έρωτας θα έπρεπε να διαρκεί μια νύχτα μόνο και μετά να χάναμε την μνήμη του για πάντα, να υπήρχει μέσα στο μυαλό μας έτσι σαν αμυδρό φως, ότι κάτι κάπου ονειρευτήκαμε όμορφο αλλά το πρωί το ξεχάσαμε.
Μαρίνα Σαβεριάδου
Τα ημερολόγια

ο άνθρωπος μου

  17 μάη 2026 Κυριακή στο μικρό μου σπίτι στο Λιβάδι, στο σαλόνι μου, τα πουλιά κελαηδούν έξω Άργησα να ξυπνήσω σήμερα, δεν κοιμήθηκα κα...