15 Μάη στο σπίτι μου , στο δωμάτιο μου, με την μουσική να παίζει κάτι Τούρκικους αμανέδες και δεν έχω ούτε ναργιλέ. Ούτε ναργιλέ, ούτε τσιγάρο, ούτε μια μπύρα στο ψυγείο. Και θέλω να στανιάρω να κάνω κεφάλι, και δεν έχω τίποτα να βάλω μέσα μου, να ζαλιστώ λίγο...
Όποιος ψάχνει βρίσκει και εγώ πήγα κι έψαξα και βρήκα ένα λικέρ στο ντουλάπι, οκ δεν είναι μπύρα αλλά κάτι θα κάνει, προς το παρόν γλύκανε και πίκρανε το στόμα μου. Ψες είχε κλάμα και πόνο, απόψε με έπιασε μια πείνα, άρχισε και με χτυπά η στέρηση, πέρασαν έξι μέρες, έξι μέρες, έξι μέρες, που αύριο θα γίνουν εφτά και μεθαύριο οκτώ και να το δεις που σιγά σιγά θα ξεχαστούμε.
Άσχημο πράγμα να χωρίζεις και να είναι
ο πόθος σου για τον άλλο αναμμένος, ίσα που πρόλαβες να πάρεις μια γεύση και
τον πεινάς, τον διψάς, θέλεις το σώμα
του, το στόμα του, να τον καταπιείς ολόκληρο. Μια πείνα απερίγραπτη ο πόθος ,
ένα αγρίμι που ξυπνά μέσα σου και σε κατασπαράζει. Το σώμα σου στιτώνει, το
στήθος τσιτώνει, όλα γίνονται ποτάμι και ο εραστής σου λείπει. Ήρθε, σε άναψε,
σε αναστάτωσε, και έφυγε. Και κάθεσαι εκεί, σιγοβράζεις στο ζουμί σου. Αν μου
έλεγες πριν ένα μήνα ότι θα ερχόταν αυτός ο άνθρωπος και θα μου έκανε αυτήν την
ζημιά θα σε έβγαζα τρελό. Ζημιά, ο τρόπος του λέγειν, ζημιά δεν μου έκανε, απλά
με ξύπνησε από τον βαθύ ύπνο που βρισκόμουν, με πήρε στο τέρμα και με άφησε
εκεί. Στο απώγειο της ηδονής.
Δεύτερο ποτηράκι λικέρ και για να γίνει η δουλειά σωστά, συνοδεύουμε και με
αμυγδαλάκια ωμά, όχι αλατισμένα, γιατί ψηλώνει και η πίεση. Το απόγευμα που σχόλασα
περπατούσα προς το αυτοκίνητο με έπιασε κουβέντα ένας Νιγηριανός, του άρεσα,
ήθελε να βγούμε, του λέω είσαι πολύ μικρός, εντωμεταξύ φαινόταν τριάντα με το
ζόρι, τελικά μου λέει είμαι 43 κλπ, τeλoσπάντων με έψησε του έδωσα
το τηλ μου και σκεφτόμουν αν θα πάω να πιω κανά καφέ με το παιδί, να αλλάξω
παραστάσεις, να ξεχάσω το αμόρε, τον γκόμενο μου, να τον ξεπεράσω με συνοπτικές
διαδικασίες, ξέρεις τι λένε, ο έρωτας με έρωτα περνάει. Το απόγευμα πήγα στο
βουνό να πάρω τα σκυλιά περπάτημα με μια φίλη μου και ο βλάκας ο Νιγηριανός μου
έστειλε ένα μήνυμα σιδηρόδρομο, που το έχει φυλαγμένο και το κάνει κόπι πέιστ
και το στέλνει στα υποψήφια γκομενάκια και το έστειλε και σε μένα ή καταλάθος ή
πραγματικά πίστεψε ότι είμαι τόσο ηλίθια που θα πίστευα ότι προοριζόταν για
μένα. Ηρθα σπίτι, τον διέγραψα και ούτε για καφέ θα πάμε, ούτε για τίποτα. Και τώρα
θα αφήσω τον χρόνο να κάνει την δουλειά που πρέπει, χωρίς αντικαταστάτες. Όμως το
θέμα παραμένει, ότι ήρθε ο (ονόματα δεν λέμε) και έκανε τι έκανε, δεν ξέρω τι
έκανε, και ξαναέγινα από ρομπότ γυναίκα και το νιώθω, το εκπέμπω, και προφανώς
το βλέπουν και οι άλλοι.
Λες να μην είναι ο άνθρωπος που μας λείπει αλλά η έξαψη που νιώσαμε? Ο πόθος, η καύλα, το ξύπνημα. Μάλλον αυτά θα είναι γιατί όταν φύγουν αυτά, καταρρέει και η σχέση, κι αν δεν καταρρεύσει την κρατάνε άλλες συμβατικές υποχρεώσεις. Εμάς πάλι κατάρρευσε η σχέση εν τω μέσω θύελλας και έντονου πάθους και έντονης χημείας και αν καταλάθος βρισκόμασταν σε ένα δωμάτιο, οι δυο μας, και παραμερίζαμε λίγο τον εγωισμό, σε τριάντα δευτερόλεπτα, θα ήμασταν ξαπλωμένοι στο κρεβάτι ή στα πατώματα λες και έχουν μαγνήτες τα σώματα μας που όταν βρεθούν στο ένα μέτρο απόσταση, μια απίστευτη έλξη μας φιξάρει τον ένα μέσα στον άλλο. Όχι μωρό μου, δεν θα μπορούσα να προδώσω αυτήν την χημεία που έχουμε και να πάω να προσπαθήσω να σε ξεχάσω με άλλον. Να σου πω την αλήθεια μου, Δεν θέλω να σε ξεχάσω, ούτε να σε ξεπεράσω, όχι ακόμα. Θέλω να αναβιώσω τις στιγμές μας στο μυαλό μου, και να τις ξανανιώσω.
Δεν έκανε δουλειά το λικέρ, μου λείπει η γεύση της μπύρας μου, μου λείπει η γεύση από το στόμα σου. Τελευταία μας νύχτα, τελευταία μας μπύρα, δίπλα στην πισίνα, χαλαρά τα λέγαμε και τύλιξες αργά αργά πέντε τσιγάρα και τα έβαλες στο χάρτινο σακουλάκι να τα χεις για μετά. Μετά με πήρες στο αυτοκίνητο μου, και με ακολούθησες μέχρι το σπίτι. Πρώτη φορά ερχόσουν στο σπίτι, με προειδοποίηση, θα κάτσεις μισή ώρα σου είπα, το πολύ μία ώρα. Πρώτη φορά στο σπίτι, πρώτη φορά στο ροζ δωμάτιο, πρώτη φορά στο καινούριο κρεβάτι. Και μετά, τέλειωσαν όλα τόσο γρήγορα, τέλειωσες εσύ, γύρισε η βίδα η δική μου, άρχισα να διαμαρτύρομαι, νευρίασες εσύ, νευρίασα παραπάνω εγώ, μου λες δεν θα το συζητήσουμε απόψε, αυριο μου είπες. Και έφυγες. Έφυγες, και δεν ξαναπήρες τηλέφωνο και ούτε που το ξανασυζητήσαμε, ούτε που το λύσαμε, ούτε με έπιασες να μου πεις, δεν λύνεται, αντίο. Αντίο, δεν μου είπες ποτέ αντίο. Με άφησες με εκείνη την μισοφαγωμένη, πικραμένη, καληνύχτα.
Νόμιζες ότι παίζω, πάντα ότι
παίζω, ότι σε φέρνω και σε παίρνω και σε διώχνω.
Είχες λάθος, μπορεί να ξεσπούσα, να ήμουν ακραία, αλλά όχι ούτε προσποιούμουν ούτε έπαιζα. Έτσι είμαι, ακραία, ωμή, οξύθυμη, έντονη, γεμάτη ανασφάλειες, δεν πάει μονάχο του το πάθος βλέπεις, είναι όλα ένα πακέτο. Μια γυναίκα παθιασμένη στο κρεβάτι, έχει και έντονο χαραχτήρα. Αλλά όχι δεν έπαιζα, όπως ισχυρίστηκες. Απλά προσπαθούσα να επικοινωνήσω, να μιλήσω, να εξηγήσω, να με καταλάβεις, να με νιώσεις, να με γνωρίσεις, να έρθεις κοντά μου, να μάθεις τα κουμπιά μου, να ησυχάσεις τις ανασφάλειες μου, να νιώσω ότι θα βάλεις τον κόπο και θα βρεις τον τρόπο.
Αλλά ήσουν σε μια σκακιέρα μόνος σου, κινούσες και τα άσπρα κινούσες και τα μαύρα και εγώ ήμουν κομπάρσος. Εγώ έτσι θέλω, εγώ, εγώ, εγώ, εγώ είμαι ο αρχηγός. Ήθελα κι εγώ να μην είσαι τόσο αρχηγός, να ρίξεις λίγο τους ρυθμούς, να με χαιδέψεις λίγο πιο απαλά, να με φιλήσεις λίγο περισσότερο, να με κρατήσεις αγκαλιά, ήθελα λίγο πιο αργά, λίγο πιο απαλά, να θυμίζει το σμίξιμο μας, λίγο παραπάνω αγάπη και λιγότερο πεδίο μάχης.
Τούτο ήταν το αμάρτημα, τούτος ήταν ο λόγος που διαλύσαμε, όταν θέλεις έναν άνθρωπο να έρθει στη ζωή σου, επενδύεις τόσο χρόνο, τόσα όμορφα λόγια για να τον πείσεις να έρθει και όταν πια είναι δίπλα σου δεν έχεις χώρο για εκείνον. Είναι η έλλειψη τρυφερότητας η έλλειψη κατανόησης, ένα σπρώξιμο του χεριού, μια ανεπαίσθητη παραβίαση γραμμών, ένας έρωτας που γίνεται ξέσπασμα απωθημένων και καταπιεσμένων συναισθημάτων. Όνταν το γυναικείο σώμα γίνεται ένα άψυχο εργαλείο και δεν έχει όνομα όύτε ψυχή, γίνεται μόνο το πεδίο να ασκήσεις την πατριαρχική εξουσία σου.
Έχω όνομα, έχω γαλανά μάτια,
έχω παρελθόν, έχω πόνο που κοιμίζω για να μπορώ να αγαπήσω, μα δεν μου
άνοιξες την πόρτα. Μίλησα μα δεν άκουγες, ζήτησα μα δεν έδωσες, σου είπα είμαι κι εγώ εδώ αλλά δεν με έβλεπες. Δεν έπαιζα όχι, να αγαπήσω ήθελα και να αγαπηθώ, να σε
γνωρίσω και να με γνωρίσεις.
Ξέρω ότι κάθε μέρα που περνά θα διαλύονται τα σύννεφα, και θα βλέπω τα πράγματα πιο αληθινά, πιο αντικειμενικά. Τώρα είμαι μέσα στον λαβύρινθο ακόμα, κρατάω τον μίτο και προσπαθώ να βρω την έξοδο. Νιώθω χίλια πράγματα μέσα μου, μου λείπεις και μετανιώνω, αλλά και μαζί όταν ήμασταν, ένιωθα μόνη μου, ένιωθα τόσο μόνη μου, λες και ήσουν στον κόσμο σου χαμένος, στην λύπη σου στον πόνο σου δεν ξέρω, πάντως ήταν λες και δεν ήμουν εκεί.
Η μόνη πραγματική μας στιγμή που ένιωθα ότι ήμουν
εκεί ήταν όταν κάναμε έρωτα. μπορεί να έχω και λάθος, μπορεί να ήσουν εκεί, με τον τρόπο σου. λίγο πιο έξω, λίγο πιο πέρα, λίγο πιο εκεί..... σε απόσταση ασφαλείας, δεν προλάβαμε να το μάθουμε και ποτέ, άνοιξες την πόρτα και έφυγες για πάντα.



