Τετάρτη 13 Μαΐου 2026

Ασυμφωνία ενηλίκων

Aσυμφωνία ενηλίκων

Όταν το ίσως γίνεται όχι, όταν έρθει η τελική ρήξη, εκείνη η μέρα που λες την τελευταία λέξη, ο τελευταίος τσακωμός, η γυρισμένη πλάτη και η ραγισμένη καληνύχτα.

Τι υπέροχα μάτια Θεέ μου, θα τα βλέπω μέχρι να μου περάσει.  

Λες και είναι η εμπειρία που έζησες μια μηχανή ψευδαισθήσεων που μπήκες μέσα, έκατσες λίγες ώρες ή μέρες, έζησες την εμπειρία και βγήκες και πάλι και επέστρεψες στην ζωή σου.

Τι είναι τούτες οι μέρες όταν γίνεται όχι το ίσως. Ένας περίπατος τελευταίος στην άδεια σκηνή, όταν έχουν σβήσει τα φώτα, όταν έχει τελειώσει η παράσταση. Μια σκέψη που την κάνεις για να μην γυρίσεις σελίδα και να νιώθεις πως δεν την έκανες. Γιατί είσαι «fixer» από την φύση σου, παιδί χωρισμένων γονιών, παιδί που ψάχνεις ένα άλλο παιδί να γίνει η οικογένεια σου, ο fixer, δεν ήξερα τι είναι αυτός, είναι αυτός που μεγαλώνει μέσα σε σπασμένα κομμάτια και μεγαλώνοντας, μπαίνοντας μέσα σε σχέσεις μένει πάντα περισσότερο από όσο πρέπει. Ψάχνει μέσα του, μήπως κάπου φταίει, μήπως μπορεί να κάνει κάτι παραπάνω και δεν το έκανε, είναι εκείνος που προσπαθεί να καταλάβει, να δείξει εν συναίσθηση, να νιώσει, να μαντέψει, να γιατρέψει τις πληγές του άλλου, κι ας μην άνοιξε εκείνος τις πληγές. Ο Fixer, βάζει τον εαυτό του δεύτερο, να στήσει τον άλλο στα πόδια του, μπας και όταν στηθεί ο άλλος στα πόδια του μπορέσει κι αγαπήσει. Ο fixer προσπαθεί και προσπαθεί και φεύγει μόνο αν ένιωσε ότι έκανε ότι μπορούσε.

Έρχεται εκείνη η μέρα όμως που την καταπίνεις και την τελευταία πικρή αλήθεια. Μπορεί να έχεις όλη την καλή διάθεση αλλά θα σου προκύψει ένα θέμα για το οποίο δεν θα μπορείς να συμβιβαστείς.  Μπορεί να κάνεις εσύ ό,τι μπορείς, ο άλλος όμως να μην μπορεί, ή ακόμα να μην θέλει. Και εσύ, μεγάλωσες πια, ξέρεις ότι δεν μπορείς να αναγκάσεις κανένα να κάνει κάτι αν δεν το μπορεί, πόσον μάλλον αν δεν το θέλει. Κανένας δεν μπορεί να αγαπάει και για τους δύο.

Αποδοχή λοιπόν, παίρνω μια βαθιά ανάσα και αποδέχομαι ότι δεν μπορώ να αλλάξω. Μετρώ τα βήματα μου που απομακρύνονται, επιτρέπω στον εαυτό μου να επισκέπτεται το παρελθόν και τις αναμνήσεις, μέχρι να μην τις έχω πια ανάγκη.

Επιτρέπω στον εαυτό μου να νιώσει ότι είναι να νιώσει, αν και τώρα που σου γράφω δεν νιώθω έντονα συναισθήματα, είναι μια λύπη παράξενη, μια λύπη που δεν πονάει και τόσο, ίσως όταν νιώθεις ότι πλέον δεν έχεις κάτι να παλέψεις να χαλαρώνει κάτι μέσα σου, είσαι εσύ, είναι το γεγονός, και είσαι ανίκανος και ανίσχυρος πλέον. Ανακούφιση ίσως που αφήνεις και εκείνον τον άνθρωπο ελεύθερο να συνεχίζει την ζωή του, προχωράς και εσύ με τη δική σου, χωρίς θυμό και άσχημα συναισθήματα.

Αν θα κλάψω για κάτι είναι που ζω για πολλοστή φορά αυτό το σενάριο, εκείνες τις πρώτες μέρες με τον ενθουσιασμό, εκείνο το θα πάμε εκεί, θα δούμε αυτό, θα πάμε εκδρομή,   θα πάμε στα αγάλματα, θα πάμε Λεύκαρα, θα πάμε στο βουνό, θα δούμε ηλιοβασιλέματα, πανσέληνους, ονειρεύεσαι, ονειρεύεσαι και τα ονειρεύεσαι όλα με τούτο το παιδί που ήρθε στην ζωή σου.  

Για αυτό θα κλάψω ναι, γιατί για μια ασυμφωνία ενηλίκων, χάνεις ένα άνθρωπο, που μέσα του είχε ένα παιδί, που θα έκανε καλή παρέα στο δικό σου μέσα σου παιδί. Παιδιά είμαστε που βρεθήκαμε ένα απόγευμα σε μια παραλία και πριν προλάβαμε να παίξουμε μα άρπαξαν βίαια από το χέρι και μας χώρισαν. Τούτοι οι ρόλοι μας μας στερούν τις καλύτερες μας σχέσεις. Παιδιά που μεγαλώσαμε και αλλάξανε τα σώματα μας, οι ορμόνες μας, οι ανάγκες μας, οι απαιτήσεις μας, και δεν  μιλάμε πια την ίδια γλώσσα.  

Αν θα κλάψω για κάτι, θα είναι γιατί εκεί που αποφασίζω να μην ασχολούμαι και κάθομαι στην ησυχία μου και κάθομαι όπως τότε που ήμουν μικρό κοριτσάκι κα έπαιζα μόνη μου, έρχεται από το πουθενά ένα πλάσμα και λες μπας και αλλάξει κάτι αυτήν την φορά και θα παίξουμε μαζί, μπας και πάμε μαζί στη βρύση και πιούμε νερό, αλλά, μάντεψε, πάλι η ζωή θα μας πάρει ως εκεί και θα μας αφήσει άποτους. u know.... η ζωή έχει χιούμορ, κάποτε σαρκαστικό, κάποτε μαύρο, αλλά η πουτάνα συνεχίζεται


Μαρίνα Σαβεριάδου

Τα ημερολόγια

13 Μάη 2026

 


 

Δευτέρα 11 Μαΐου 2026

ατιτλο


Σ έχω διώξει, έχεις φύγει και σε θέλω ακόμα. Έχεις φύγει μα έχουν μείνει όλα αναμμένα. Σε θέλω, σε θέλω, σε θέλω, και σε μισώ που είσαι έτσι. Ξεροκέφαλος, αγύριστο κεφάλι, αμετανόητος. Η μελανιά είναι πάνω στο στήθος μου από τα ρουφήγματα σου και ο εγκέφαλος μου ντοπαρισμένος από τα κύμματα ηδονής που με γέμιζες κάθε φορά που καρφωνόσουν βαθιά μέσα μου. Πες μου ρε γιατί να έπρεπε να γίνει και αυτό μια μάχη εξουσίας και να μην είσαι ένα υπάκουο αγόρι που θα μου ικανοποιεί όλα τα καπρίτσια. Γιατί έπρεπε να είσαι πατριαρχικό αρχίδι και να θέλεις να εξουσιάζεις;

 Τα κατάφερες, εξουσίαζες, ανέβαινες πάνω μου και εγώ άνοιγα τα πόδια μου και ξεκινούσε το ταξίδι. Γιατί με κοιτάζεις με εκείνα τα μαύρα σου διαολεμένα σου μάτια, με φιλάς και εγώ απλώνω τα χέρια πίσω από το κεφάλι σου και εσύ τα σπρώχνεις κάτω και με κρατάς ακινητοποιημένη. Μαρίνα, εγώ είμαι ο αρχηγός, μου λες και νευριάζω, μισώ τα αρχηγηλίκια και τους αρσενικούς που θέλουν να είναι αρχηγοί, αλλά είναι πολύ αργά, είμαι κιόλας από κάτω, είσαι κιόλας μέσα μου και με πηδάς τόσο γλυκά, τόσο αργά και τα σώματα μας συντονίζονται και χαλαρώνει το σώμα μου, η σκέψη μου σταματά, η αναπνοή μου γίνεται πιο αργή, αρχίζω να βγάζω βογγητά, μπαίνεις μέσα μου, ξανά, πιο αργά, πιο αργά, και εγώ λιώνω και παραδίνομαι ξανά.

Θέλω να παίξουμε, σου λέω και βγάζω την λευκή σατέν ζώνη από την ρόμπα μου. Είσαι ξαπλωμένος απέναντι μου, στο αριστερό σου πλευρό, το σώμα σου είναι ανάμεσα στα πόδια μου και μπαινοβγαίνεις μέσα μου.  Με κοιτάς στα μάτια συνεχώς. Κρατώ το ύφασμα στα χέρια μου, την περνάω γύρω από τον λαιμό σου, και την σφίγγω μπροστά σε θηλιά. Εσύ μπαινοβγαίνεις μέσα μου, εγώ σφίγγω τη θηλιά, με κοιτάς, μισοκλείνεις τα μάτια, και συνεχίζεις να κινείσαι μέσα μου, λες και μου μιλάς με τα μάτια, εσύ πνίξε με αν θες εγώ θα πηδώ το μουνί σου. Μπαίνεις μέσα μου, και εγώ δεν μπορώ άλλο αυτή την καύλα, χαλαρώνω την ζώνη, θα σε πνίξω άλλη φορά.

 Με πηδάς και με κοιτάς στα μάτια, να βλέπεις τις εκφράσεις μου και κάθε κύμα ηδονής που με κάνει να βογγώ, να φτιάχνομαι, να ζαλίζομαι, να μουγκρίζω, να βγάζω κάτι μικρές άναρθρες κραυγές σγίγγοντας την πλάτη σου και να δαγκώνω το μαξιλάρι. Ξαπλώνεις ολόκληρος επάνω μου και σε νιώθω να τρίβεσαι και είναι τόσο όμορφη αυτή η επαφή.

Μετά ξαπλώνεις δίπλα μου και λες ανέβα επάνω μου. Γίνε εσύ η αρχηγός. Σε καβαλλάω και ξεκινά το επόμενο ταξίδι, της υπέρτατης ηδονής, του σώματος μου που κινώ εγώ όπως θέλω, στον ρυθμό που θέλω, πάνω στο δικό σου σώμα, που υπηρετεί εμένα. Μόνο που εσύ, μέσα μου, κάνεις ακόμα κουμάντο, όταν εγώ σταματώ για λίγα δευτερόλεπτα γιατί είναι πολλή η καύλα για να την αντέξω, και τότε με μια κίνηση προς τα πάνω, μπαίνεις ακόμα πιο βαθιά μέσα μου και τελειώνω, νιώθω ένα οργασμό που ξεκινά από εκεί που με αγγίζει το σώμα σου και προχωρά από την πλάτη μου προς τα πάνω και τελειώνει στην βάση του σβέρκου μου. Πιάνω τα μαλιά μου κοτσίδα, δεν θέλω να πέφτουν τα μαλλιά μου δεξιά και αριστερά και να μην μπορώ να σε βλέπω, σε βλέπω και είναι πάντα τα μάτια σου ανοιχτά και με καρφώνουν, με καρφώνεις ολόκληρος. Φοράω την λευκη μου ρόμπα και κρατάς την ζώνη και με τραβάς. Μην σταματάς, μου λες, συνέχισε, μην σταματάς. Και εγώ δεν σταματώ, συνεχίζω, είσαι το πιο υπέροχο αγόρι όταν με αφήνεις να ανεβαίνω επάνω σου και με αφήνεις, έστω λίγο, να το παίξω κι εγώ αρχηγός.

Που να είναι τώρα η λευκή μου ρόμπα, την μάζεψες ή την άφησες ακουμπημένη στην καρέκλα.  Είναι η λευκή μου η ρόμπα, οι κρέμες, ένα ποίημα που έγραψα και ένα σχέδιο που ζωγράφισα στο σημειωματάριο σου. Όλη μου η κληρονομιά, που άφησα στο διαμέρισμα σου πριν φύγω. Α, ναι και το άρωμα μου στα σεντόνια. Είσαι όμορφο παιδί, αλλά όταν κάνουμε έρωτα και σε κοιτάζω νιώθω τόση έλξη, κάτι μου κάνει το κοίταγμα σου, το πρόσωπο σου, το μούσι σου. Ίσως να σε ερωτευόμουν λίγο, αν δεν ήσουν τέτοιο αρχίδι και δεν μου αρνιόσουν ότι σου ζητώ, τι παραξενιά και αυτή ρε μαλάκα, όχι να μην μπορεις, να μπορείς αλλά να μην θέλεις. Τέτοιος ασυμβίβαστος άντρας, στραβός και ανάποδος, εγωιστής και άκαμπτος, και τόσο μα τόσο μόνιμα καυλωμένος.

Σ έχω διώξει, έχεις φύγει και σε θέλω ακόμα, όχι πως θα σου πω ποτέ να έρθεις πίσω, τι να σε κάνω τέτοιος που είσαι, τι να σε κάνω που δεν θέλεις να αλλάξεις, θα μου λείψεις ναι, τέτοια χημεία δεν την ξαναένιωσα, ούτε τέτοιο κοίταγμα να με καρφώνει, βλέμμα σαν δόντια φιδιού που χύνουν ηδονή μέσα μου. Μα ότι και να νιωσα και να νιώθω ακόμα, δεν θα σου πω ποτέ να έρθεις πίσω, γιατί τι να σου κάνω που και εγώ τέτοια είμαι, ούτε που θέλω να αλλάξω, ξεροκέφαλη κι αμετανόητη κι εγώ, ούτε που θα δεχτώ αρσενικό να μην μου κάνει τα καπρίτσια και τα χατήρια, μεγαλύτερη ηδονή για μένα είναι αν δεν γίνει το δικό μου , να μην γίνει ούτε το δικό σου και αντί να κερδίσεις εσύ, ας χάσουμε και οι δυό

 

 


 

 

 

 

Τρίτη 5 Μαΐου 2026

αντίο

 Πάντα μετά τον θυμό, μετά το ξέσπασμα, έρχεται σε δεύτερο στάδιο μια μεταχρονολογημένη λύπη. Δεν είναι όλα άσπρο μαύρο με τις ανθρώπινες σχέσεις ξέρεις. Όταν γνωρίζεις έναν άνθρωπο, μετά που χρόνια που δεν επέτρεπες σε κανέναν να σε πλησιάσει, αφήνεις αυτόν τον νέο άνθρωπο να σε πλησιάσει, και εκείνος λίγο με την υπομονή, λίγο με την επιμονή, λίγο με την ψυχή του που είναι καθαρή και η δική σου το αναγνωρίζει, βρίσκει το κλειδί και ανοίγει σιγά σιγά την πόρτα. Και τον αφήνεις να μπει μέσα. Τον αφήνεις να σου μιλήσει, τον κοιτάς και σε κοιτά στα μάτια, τον αφήνεις να σου κρατήσει το χέρι, σε ρωτάει μπορώ να σε φιλήσω και του λες ναι, και κάποιος φίλά τα χείλη σου που ήταν αφίλητα για χρόνια. Αγγίζει το κορμί σου, μπαίνει μέσα σου και σε γεμίζει με όλην εκείνη την ενέργεια και θέλεις πάλι να ζήσεις. Τι υπέροχη είναι εκείνη η πρώτη φορά που τα κάνεις όλα για πρώτη φορά και κουμπώνουν ένα ένα χέρια, πόδια, αναπνοές, ένας ερωτικός χορός, που γίνεται ένα σώμα. Τα σώματα μας πάντα ξέρουν την αλήθεια, ποιο άγγιγμα θα δεχτούμε και ποιο θα απορρίψουμε τραβώντας το σώμα ασυναίσθητα πίσω, ποιο φιλί θα έρθει διστακτικά να σβήσει την δίψα και ποιο θα μας γεμίσει αηδία, ποια μυρωδιά θα έρθει στα ρουθούνια μας, ποιο χάδι, ποια ενέργεια. Τα σώματα ξέρουν, είναι εκείνα που θα πουν πάντα και μόνον την αλήθεια.

Μετά, μετά έρχονται λάθος μέρες, λάθος λέξεις, λάθος συνθήκες. Έρχεται η κούραση, η παραλείψεις, η ανασφάλειες, η κριτική, ο έλεγχος, οι παρεξηγήσεις, ο εγκέφαλος αφαιρείται, η σκέψη αφαιρείται, ο άνθρωπος κλείνεται πάλι στο εγώ και στα προβλήματα του, σκέφτεται πάλι τα δικά του, τις ελλείψεις του, το αύριο, τους απλήρωτους λογαριασμούς, τα πρέπει, χανεται ο κάθε ένας στον κόσμο του και στο σύμπαν του. δεν είμαστε συμβατοί μαλάκα, έχουμε ασυμφωνία χαραχτήρων, έχουμε άλλες προτεραιότητες, δεν με καταλαβαίνεις, δεν με νιώθεις, δεν με ακούς, δεν με βλέπεις, δεν με ξέρεις, δεν μου δίνεις αυτά που θέλω, δεν μου λες αυτά που θέλω να ακούσω, δεν με αγαπάς. Και κάπως έτσι γίνεται ο έρωτας μας μαθηματική πράξη που ανισορροπεί και διαλύεται και αυτός μέσα στα γρανάζια του καπιταλισμού. Και μετά του λες φύγε, δεν ξέρω πώς να σε αγγίξω και σε γδέρνω, σε ματώνω και δεν αξίζεις τέτοια μεταχείρηση. Φύγε δεν καταλαβαίνω τις λέξεις σου και όταν λείπεις, μου λείπεις τόσο, φύγε απλά να μην μου λείπεις. Δύο ανθρώποι ενωμένοι και σφικταγκαλιασμένοι το προηγούμενο βράδυ, γίνονται ξένοι την επόμενη μέρα και το πιο ειρωνικό είναι που δεν ξέρεις, όταν το ζεις ότι είναι το τέλος.
Είναι ο έρωτας που ζεις τις πρώτες μέρες τόσο τρυφερός και γλυκός, σαν όνειρο που βλέπεις πριν ξημερώσει και ξυπνάς και δακρύζεις γιατί τέλειωσε τόσο νωρίς. Όταν φεύγει ο θυμός, μένει ο αποχαιρετισμός, και το δάκρυ κυλά όχι γιατί τελειώνει άδοξα κάτι που ξεκίνησε με μια αγνή πρόθεση. Τίποτα δεν βλάστησε από τον σπόρο μας, πάνε τα λουλούδια, πάνε τα λεμόνια, πάνε τα τραγούδια, και περιμένω τον χρόνο να περάσει γρήγορα να έρθει όλα να τα σβήσει. Όλα να τα σβήσει ακόμα και τα πανέμορφα μάτια σου, με εκείνες τις μακριές μαύρες βλεφαρίδες. Γιατί ίσως θέλουμε, ίσως θέλουμε μα δεν ξέρουμε πώς, ίσως θέλουμε μα δεν μπορούμε, ίσως να μην το θέλαμε όσο θα έπρεπε.
Τυχεροί εκείνοι οι εραστές που πεθαίνουν σφικταγγαλιασμένοι μετά από εκείνο το πρώτο σμίξιμο, με εκείνη την ψευδαίσθηση ότι έχουν στα χέρια τους ένα πλάσμα ιδανικό και τέλειο. Πριν ανάψουν τα φώτα, πριν τους πληγώσουν οι αλήθειες, πριν τους τσακίσει η γνώση, πριν διαλυθεί ο μύθος, πριν αρχίσει να κυλά στο μυαλό το δηλητήριο. Τι να πεις, τι συγνώμη να πεις, που πληγώνεις γιατί είσαι εκείνος που είσαι, γιατί πληγώνεσαι γιατί και εσύ είσαι όπως είσαι. Τι να πεις, είναι ένα μάταιο παιχνίδι, ο έρωτας, ή θα σε βγάλει ψεύτη, ή θα σου τον πάρει ο χρόνος, ή ένας από τους δύο πρώτος θα φύγει. Όπως κι αν λήξει όμως πονάς. Έτσι είμαστε οι άνθρωποι, ελαττωματικοί κι αδύναμοι, σκληροί και δολοφονικοί.
O έρωτας θα έπρεπε να διαρκεί μια νύχτα μόνο και μετά να χάναμε την μνήμη του για πάντα, να υπήρχει μέσα στο μυαλό μας έτσι σαν αμυδρό φως, ότι κάτι κάπου ονειρευτήκαμε όμορφο αλλά το πρωί το ξεχάσαμε.
Μαρίνα Σαβεριάδου
Τα ημερολόγια

Δευτέρα 4 Μαΐου 2026

σωματα

 

Ότι θα τον σκοτώσεις, θα τον σκοτώσεις, αυτό το ξέρουμε. Απλά έχεις την εμπειρία πια, ήταν πολλοί οι θάνατοι, ο πρώτος είναι εκείνος που γίνεται εν βρασμώ ψυχής, γιατί έχεις ξεχειλίσει μέσα σου, θολώνεις, αρπάζεις ότι βρίσκεις μπροστά σου, το αποτέλεσμα θα είναι ο θάνατος ναι , αλλά είσαι άτσαλος, κάνεις λάθη, γεμίζει ο τόπος αίματα, αφήνεις πίσω σημάδια και το πιο πιθανόν είναι να συλληφθείς, να δικαστείς και να επικαλεστείς αυτό το θόλωμα και πάρεις μια πιο ελαφριά ποινή.  Σε λυπάμαι, αν σκοτώνεις κατά λάθος, το πληρώνεις ακριβά και μετά πνίγεσαι και στις ενοχές σου.

Ότι θα σκοτώσεις, θα σκοτώσεις, αυτό το ξέρουμε. Απλά έχεις την εμπειρία πια. Ξέρεις ότι υπάρχει αυτή η σύνδεση του δολοφόνου με το σεξ, και για τον κατά συρροή δολοφόνο είναι ίδια η ηδονή αν όχι μεγαλύτερη.  Είναι μια μεγάλη μαύρη τρύπα που σε καταπίνει, σαν τις μεγάλες τρύπες του σύμπαντος. Είναι ένα μαύρο, μαύρο βαθύ που υπάρχει μέσα σου, σαν βαθύ πηγάδι στη μέση ενός κατά τα άλλα ανθισμένου λιβαδιού. Ξέρεις την αίσθση του. Βαθύ, στενό, παγωμένες πέτρες, και εσύ να βυθίζεσαι μέσα του.

Εκεί μέσα έχεις ρίξει όλα τα πτώματα σου;

Εκεί μέσα και πάω κατά καιρούς και εγώ πάω μπαίνω μέσα και κάνουμε παρέα.

Τι νιώθεις

Δυσκολεύομαι να αναπνεύσω, νιώθω ότι θέλω να κλάψω αλλά δεν θέλω να κλάψω, είναι η μαύρη πίσσα που έρχεται και γίνεται κόμπος στον λαιμό μου, και το σώμα μου γίνεται ολόκληρο ένα πιστόλι που οπλίζεται για να σκοτώσει.

Ανάπνευσε, γαμώτο μου, ανάπνευσε, βγες από εκεί μέσα.

Δεν βγαίνω, έλα εσύ.

Θα έρθω, για σένα θα κατέβω μέχρι και στα βάθη της κόλασης

Για να με σώσεις

Όχι ψυχή μου δεν σώζεσαι, απλά θα κάτσω εκεί να καώ και εγώ μαζί σου

Έλα στην αγκαλιά μου, ανάπνευσε

Αναπνέω

Κλάψε

Κλαίω

Πες μου τώρα, θα σκοτώσεις ξανά;

Νομίζω πώς ναι, δεν μπορώ να το ελέγξω

Γιατί

Πρέπει να διαλέξουμε αγάπη μου, ή θα ζούμε μέσα στον φόβο ή μέσα στον πόνο

Και διαλέγεις τον πόνο

Διαλέγω τον πόνο, τον πόνο τον επιβιώνω, τον φόβο τον μισώ, θέλω τον έλεγχο μου πίσω, δεν θέλω να ανησυχώ, να έχω απορίες, να αμφιβάλλω, να προσποιούμαι, να περιμένω

Γι αυτό σκοτώνεις

Γι αυτό σκοτώνω

Θα σκοτώσεις κι εμένα

Φυσικά

Και μετά

Μετά συνεχίζω την ζωή μου , απλά και αδιάφορα όπως ήταν μέχρι τώρα.

Μέσα στον πόνο όμως

Ναι αλλά όχι μέσα στον φόβο. Ο φόβος ότι θα πεθάνει κάποιος τερματίζεται μόλις πεθάνει εκείνος ο κάποιος. Ξέρεις όμως πόσο επώδυνο είναι να περιμένεις, εκείνη βασανιστική, επώδυνη αναμονή, που σε κόβει χίλια κομμάτια όταν αργοπεθαίνει κάποιος. Έρχονται τότε κάτι πλάσματα, άλλοι τους λένε δολοφόνους και άλλοι άγγελους θανάτου και σε απαλλάσουν από αυτήν την βασαναστική αναμονή.

Και μετά ξεκινά ο πόνος.

Ο πόνος, ο θρήνος, το θάψιμο, το πένθος. Είναι φυσικά όμως αυτά τα συναισθήματα, πρέπει να περάσεις από μέσα τους για να φθάσεις στην ίαση της ψυχής σου. Να χάσεις, να αποχαιρετίσεις να κλάψεις, και άμα τα καταφέρεις να αναρρώσεις και να αναστηθείς

Τα κατάφερες

Ναι επιτέλους άνοιξαν οι βρύσες

Τι γεύση έχουν τα δάκρυα σου αγάπη μου;

Την γεύση των δακρύων ενός εκαταλελειμμένου τετράχρονου

Που έγινε δολοφόνος

Έτσι

Ανάπνευσε αγάπη μου, ανάπνευσε.

Ήμουν χαρούμενη αυτό έχω να σου πω.  Έστω, για λίγο ήμουν χαρούμενη

Και μετά ήρθε ο φόβος

Ναι ήρθε ο μπάσταρδος

Και τώρα θα με σκοτώσεις

Ναι αγάπη μου, αναπόφευκτα. Δεν βλέπεις δίπλα ,είναι όλα έτοιμα, η λογική, οι εξηγήσεις, οι δικαιολογίες, η εκλογίκευση, τα δήθεν μας, τα λάθη μας, οι παρερμηνείες, η ασυμφωνία χαραχτήρων, όλες οι αποτελεσματικές προσπάθειες να μην δει η αγάπη άσπρη μέρα΄

Τι θα σου λείψει πιο πολύ από μένα

Τα μάτια σου

Είμαι έτοιμος λοιπόν

Καληνύχτα αγάπη μου

 

 

 

 

 

 

4η Μαίου

 Δεν θέλω να πάω στο γραφείο σήμερα, δεν θέλω να λουστώ, να ντυθώ, να γίνω καθωσπρέπει και να πάω να χτυπήσω κάρτα, σαν καλό βιομηχανικό γρανάζι που είμαι. Δεν είναι επειδή είναι Δευτέρα, τις Δευτέρες τις συνήθισα, είναι που λίγο πιο πέρα είναι το σώμα σου, ζεστό και απαλό, και ήθελα να είμαι δίπλα του. Όταν ξαπλώνω δίπλα σου, είμαι μια άμορφη ψυχή στον ουρανό που ζω σε έναν όμορφο, άχρονο, ασύλληπτο σύμπαν, χωρίς σκέψεις, χωρίς έγνοια καμιά, και όταν πρέπει να σηκωθώ να φύγω ένα αόρατο χέρι πιάνει την ψυχή μου και με βάζει με το ζόρι σε ένα σώμα και με διατάζει πήγαινε και πάλι στην γη να ζήσεις ακόμα έναν κύκλο. Δεν θέλω, δεν θέλω, δεν θέλω άλλη ζωή, άλλο κάρμα, άλλα μαθήματα, θέλω απλά να μην υπάρχω δίπλα σου.

Ειναι Μάης κι όμως βρέχει, τι άνοιξη κι αυτή.

3η Μαίου

 3η Μαίου 2026

Μου έβγαλε αυτήν την ανάμνηση σήμερα το facebook. Λέει, σου αρέσει να φροντίζεις τους ανθρώπους, επειδή θεραπεύει το κομμάτι του εαυτού σου που χρειαζόταν κάποιον να τον φροντίσει» με λίγα λόγια, όταν έπρεπε κάποιος να με φροντίσει, δεν το έκανε και αναγκαστικά φρόντιζα μόνη μου τον εαυτό μου, και σιγά σιγά έγινα καλή σε αυτό και ανέλαβα τον ρόλο αυτό εγώ για τους άλλους. Και αυτό ίσχυε, ίσχυε για τα παιδικά μου χρόνια, ίσως και για τα περισσότερα άτομα της γενιάς μου τους generation χ οι οποίοι μεγαλώσαμε σε μια δεκαετία, που μόλις έγινε μια εισβολή και είχαμε γονιούς που όχι μόνο ήταν γεμάτοι τραύματα, αλλά και έπρεπε να βγουν να δουλέψουν για να βγάλουν τα προς το ζειν. Μεγαλώσαμε μόνοι μας, μέσα στο σπίτι της γιαγιάς που ήξερε να μας ετοιμάσει ένα πιάτο φαί, μέσα στις αυλές παίζοντας με άλλα παιδιά της ηλικίας μας, εξερευνώνοντας με τους συνήλικους μας τις διάφορες απορίες κάθε ηλικίας, αλλά με γονείς ουσιαστικά απόντες. Και ψυχικά απόντες και συναισθηματικά απόντες, και σωματικά απόντες. Οι περισσότεροι δημιουργήσαμε οικογένειες νωρίς, με μια ανάγκη να καλύψουμε εκείνο το αρχικό κενό, δημιουργήσαμε υποκατάστατα, γίναμε οι γονείς του εαυτού μας. Οι σύντροφοι μας συχνά, όχι σοφά ή ώριμα επιλεγμένοι, αλλά καταλάθος συγκυρίες και βιαστικές αποφάσεις που σύντομα κατέληξαν σε διαζύγια, άλλοι νωρίς, άλλοι αργά και άλλοι αργότερα. Το θέμα παρέμεινε πάντα το ίδιο. Πάτα φρόντιζα εγώ τους άλλους, ποτέ δεν φρόντιζε κάποιος εμένα.
Και αυτό έμεινε στην ζωή μου σαν στίγμα.
Είναι πράγματι ένα στίγμα, να έχεις αυτήν το αγκάθινο στέμμα του δυνατού, που σου το φόρεσε με το έτσι θέλω η ζωή, και να σου λένε όλοι γύρω βολεμένοι, ναι ναι είσαι δυνατός, μπορείς να τα βγάλεις πέρα με ότιδήποτε, μην φοβάσαι τίποτε, είσαι έξυπνη, θα βρεις την λύση, πάντα την βρίσκεις. Και όλα αυτά ισχύουν, γιατί πολλά απλά δεν έχεις άλλη επιλογή. Παντρεύεσαι έναν άντρα πιο αδύναμο, και αναλαβάνεις τον ρόλο του άντρα, του δίνεις την ψυχολογική στήριξη που χρειάζεται γιατί είναι μια ζωή μέσα στην ανασφάλεια και την κλάψα και πρέπει να τον τροφοδοτείς, να είσαι η τρύπα που θα βάλει την πρίζα του να φορτιστεί, ο ώμος για να κλάψει, το ηρεμιστικό του όταν ξεφεύγει, ο τοίχος να ρίξει πάνω την μπουνιά του, η μάνα, ο πατέρας, ο ψυχολόγος, η κατανόηση, ο λογιστής, η υπολογιστική, εκείνη που θα κόψει από αλλού για να μην πιεστεί εκείνος, εκείνη που θα πιάσει τα παιδιά και θα πάει μόνη της την Κυριακή στο πάρκο ή το σινεμά γιατί ο παπάς τις Κυριακές έχει άλλα ενδιαφέροντα. Εκείνη που θα πάει μόνη της στο ραντεβου στον γιατρό, εκείνη που θα πάει μόνη της να κάνει παρακέντηση, εκείνη που θα περιμένει μόνη της την οδική βοήθεια όταν έχει ατύχημα με το αυτοκίνητο, εκείνη που θα κλάψει μόνη της σιωπηλά ενώ ο άλλος ροχαλίζει σαν γουρούνι δίπλα. Εκείνη που εξαφανίζεται σιγά σιγά μέσα στους ρόλους που της φόρτωσαν.
Κατάρα να είσαι εκείνη που πάντα φροντίζει.
Όμως ξέρεις κάποτε, ξυπνάς, βρίσκεις την δύναμη, λες φτάνει, κάτι δυσλειτουργεί εδώ, πάντα δίνω αλλά εγώ ποτέ δεν παίρνω και πρέπει να κρατήσω και κάτι για τον εαυτό μου.
Φύγε εσύ, του λες να δω αν έμεινε κάτι από τον εαυτό μου, θέλω να δω τι έμεινε, αν έμεινε, ποια είμαι, που πάει καιρός που το ξέχασα, γιατί υπήρχα μόνο για να φροντίζω εσάς. Και περνάνε έτσι άλλα δέκα χρόνια, σιγά σιγά, ξαναβρίσκεις τον εαυτό σου. Πολλά συνέβησαν αυτά τα δέκα και πλέον χρόνια που άνοιξα την πόρτα και είπα φτάνει, όχι άλλα δάκρυα.
Ένα διαζύγιο και δεκατρία χρόνια μόνη και οι εμπειρίες ήταν ως επί το πλείστον επώδυνες και πικρές και το συμπέρασμα για τις διαπροσωπικές σχέσεις μια σκληρή συνειδητοποίηση. Οι περισσότεροι θέλουν να τους φροντίσεις. Ή με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, λίγοι είναι εκείνοι που έκαναν την δουλειά με τον εαυτό τους, έφτασαν σε ένα σημείο αυτονομίας και αυτοσυντήρησης και τους μένει και απόθεμα να χουν να δώσουν.
Ξύπνησα λοιπόν σήμερα το πρωί, είδα αυτήν την μικρή πρόταση που έβγαλε ως ανάμνηση το φέισμπουκ και κατάλαβα πόσο δεν ισχύει για μένα πλέον.
Σου αρέσει να φροντίζεις τους ανθρώπους, ξεκινά η πρόταση
Και ρωτώ τον εαυτό μου. Μου αρέσει να φροντίζω τους ανθρώπους?
Και ο εαυτός μου απαντά ένα στεγνή όχι.
Πλέον δεν μου αρέσει να φροντίζω τους ανθρώπους. Έχω αλλάξει, δεν μπορώ να σου πω ακριβώς πότε έγινε τούτη η α
λλαγή, αλλά δεν έχω αυτήν την ανάγκη πλέον, δεν θέλω να φροντίζω κανέναν, και δεν θέλω να είμαι και με κάποιον που χρειάζεται κανενός είδους φροντίδα. Αν το σκεφτούμε ότι από τα δεκαέξι ήμουν με κάποιον και κοντεύω τώρα τα πενήντα, τριάντα χρόνια φουλ έδωσα τα να φροντίζω τα παιδιά μου, νομίζω είναι αρκετά.
Μετά από αυτήν την δεκαετία, ήρθε στην ζωή μου ένας άντρας και δεν τον αναφέρω γιατί ήταν ο μεγάλος έρωτας της ζωής μου, καμία σχέση, τέσσερις φορές βγήκαμε όλες κι όλες, αναφέρω τον όμως γιατί ήταν η επιτομή του πώς να κάνεις μια γυναίκα να νιώθει ξεχωριστή στα ραντεβού. Αυτός λοιπόν, ήταν ένας εκκεντρικός, τέρας ελέγχου τον ονομάζω, σκορπιός, ψυχοπαθής και διαολοεμένα έξυπνος. Τι έκαμνε όμως. Σε έβαλε μέσα στο κέντρο και ό,τι έκαμνε ήταν γύρω από εσένα. Εξηγώ, σου έλεγε, πχ θέλεις να βγούμε την Παρασκευή? Ναι έλεγες εσύ. Και ξεκινούσε η προετοιμασία. Σου έλεγε, θα κάνω κράτηση εδώ, έχει αυτό και αυτό το φαί. Οκ. Ερχόταν από το σπίτι, ήταν ντυμένος κυριλλέ, σε κρατούσε λες και ήσουν πριγκίπισσα και θα σε οδηγούσε στην αίθουσα του χορού, σου τραβούσε την καρέκλα να κάτσεις, παράγγελνε φαί, σε σέρβιρε, σου ψιλόκοβε το κρέας στο πιάτο σου, σου έβαζε σαλάτα, και ότι άλλο ήθελες και φτάνω στο πιο σημαντικό. Επί δύο ώρες ή πόσες καθόσουν εκεί μαζί του, δεν υπήρχε τίποτε άλλο εκτός από εσένα. Η συζήτηση περιστρεφόταν γύρω από εσένα, την γυναίκα όχι εκείνον. Δεν σε φόρτωνε με άγχος, δεν παραπονιόταν για το πόσο δύσκολη ήταν η μέρα του, πόσο δύσκολη ήταν η ζωή του ούτε και περιαυτολογούσε σαν αλαζονικό αρχίδι. Και προβλήματα να είχε, που όλοι έχουμε, και δυσκολίες στην ζωή του, που όλοι έχουμε, δεν ήταν άξια αναφοράς εκείνες τις ώρες. Γιατί ήταν μαζί σου, και διαγράφονταν όλα, γιατί εσύ, του έκανες την τιμή να έρθεις και εκείνος σου έκανε την τιμή να τιμήσει την παρουσία σου με το να διαγράφει όλα τα άλλα και να στρέφει τον φακό πάνω σου.
Ρωτούσε συνέχεια ερωτήσεις για σένα, και όταν του απαντούσες έκτιζε την συζήτηση πάνω σε αυτά που έλεγες, εμβάθυνε στην συζήτηση, έκανε κι άλλες ερωτήσεις, σε έβαζε να σκεφτείς και να καταλάβεις πράγματα για τον εαυτό σου που ίσως να μην τα σκεφτόσουν από μόνος σου και να προβληματιστείς, να διευρύνεις την σκέψη σου και τους ορίζοντες σου. Ήταν δύο εγκεφαλικά διεγερτικές ώρες αυτά τα ραντεβού. Και να μαι εμένα εκεί, μια κουρασμένη κοπέλα μεσαίας τάξης και με χίλια προβλήματα στο κεφάλι μου, να αλλάζω διάθεση, να κάνω μια ώρα να ετοιμαστώ, να προσπαθώ να βρω ένα όμορφο φόρεμα, να αγοράζω νέα παπούτσια, να βάζω μέικ απ, που ποτέ δεν έβαζα, γιατί ξέρω, ότι θα έρθει αυτός ο άντρας να με παραλάβει και θα με κάνει εκείνες τις δύο ώρες να νιώθω το επίκεντρο του κόσμου. Όπως είπα για να το κλείσω όμως το κλείσαμε το κεφάλαιο στο 4ο ραντεβού.
Τι έμαθα όμως από αυτήν την εμπειρία. Έμαθα πώς νιώθεις όταν κάποιος φροντίζει εσένα. Να βρίσκει χρόνο στην ζωή του να διαθέσει για μένα, να διαλέγει ένα ωραίο μέρος να με πάρει, να φροντίζει έτσι ο ίδιος να έχει μια υπέροχη, ανανεωμένη και όμορφη εμφάνιση, να φροντίσει πρακτικά, να με ταίσει, κυριολεκτικά αλλά και να ενδιαφερθεί για το μυαλό μου. Είναι μια συνθήκη που σπάνια την βρήκα με άλλους άντρες, οι οποιοι ναι μεν πραγματικά πιστεύουν ότι τους αρέσεις ή ενδιαφέρονται, σου ζητούν να βγεις, εσύ πάεις, αλλά ολίγον ενδιαφέρονται, κάθεσαι εκεί και στην ουσία εξυπηρετείς σαν ένα δοχείο να ξεφορτώσουν ότι τους βαραίνει, ένα αυτί για να ακούσει τα προβλήματα τους και καμιά ερώτηση δεν κάνουν για να σε μάθουν, αλλά και να ρωτήσουν και να πάεις να απαντήσεις, θα σε κόψουν στην μέση, απαντώντας εκείνο το «και εγώ αυτό» και ευείναι όλη η συζήτηση Εγώ κι εγώ κι εγώ. Σε ένα από αυτά τα ραντεβού ήρθε ένας τύπος που μιλούσε επί μία ώρα για τα προβλήματα με την πρώην του και τον γιο του και λίγο πριν φύγω του λέω πολύ κυνικά, κανονικά μου χρωστάς και πενήντα ευρώ γιατί επί μία ώρα σου κάνω τον ψυχολόγο απόψε.
Συμπέρασμα. Λίγοι είναι εκείνοι που έχουν να δώσουν, οι περισσότεροι θέλουν ένα αυτί να τους ακούσει, ένα ώμο να κλάψουν, μια γυναίκα να τους τονώσει το ηθικό, και να κάνουν και ένα καλό πήδημα να νιώσουν άντρες.
Συμπέρασμα 2. Δεν έχω ανάγκη να φροντίζω κανέναν. Δεν θέλω να ακούω, δεν θέλω να στηρίζω, δεν θέλω να δώσω χρόνο, συμβουλές, συμπαράσταση και την τόσο πολύτιμη ενέργεια μου, δεν θέλω να τονώσω κανενός το ηθικό, και να είμαι κανενός το δεκανίκι.
Άντρας για μένα πλέον είναι εκείνος που έχει όλα του τα θέματα κανονισμένα, το πορτοφόλι του γεμάτο, ένα σταθερό πλάνο ζωής, έχει λύσει τα προβλήματα του με πρώην, δεν έχει ερωτηματικά για το μέλλον του, ξέρει που πατάει σήμερα και προς τα που θα βαδίσει αύριο και όταν μου προτείνει το χέρι για να βαδίσω δίπλα του, να είναι σε θέση και να έχει την πρόθεση να προσφέρει εκείνος σε εμένα, τον χρόνο του, την σταθερότητα του και να φέρει στην ζωή μου αναβάθμιση. Που αναβάθμιση σημαίνει, ένας πιο πάνω βαθμός από εκεί που βρίσκεται η ζωή μου σήμερα. Μου πήρε αρκετά χρόνια, για να ξέρω πλέον τι αξίζω. Και επίσης ξέρω ότι είναι οκ να συνεχίζω την ζωή μου, χωρίς να με νοιάζει αν βρεθεί ή όχι.
Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.
Μην την εξευτελίζεις πηαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ’ εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινήν ανοησία,
ώς που να γίνει σα μια ξένη φορτική.
.
Μαρίνα Σαβεριάδου
Τα ημερολόγια
Νήσος Κύπρος
τα ημερολόγια

1η Μαίου

 1η Μαίου

Είναι μερικές φορές που εύχομαι να ήμουν καπνιστής, ή έστω λίγο καπνιστής, να κάπνιζα μια στο τόσο, μια φορά τον μήνα, όταν έχει πανσέληνο. Όταν έχει πανσέληνο, όταν είναι φουσκωμένα τα νερά, και πλημμυρίζει το σώμα η παλλίροια, και δεν ξέρω τι να κάνω όλην αυτήν την ενέργεια, όλο αυτό το υγρό που με πλυμμηρίζει. Θα έπαιρνα το αυτοκίνητο, θα το σταματούσα δίπλα από μια παραλία, να κοιτά την θάλασσα και να είναι ψηλά το φεγγάρι, να με βλέπει από ψηλά και να γελά ,που μου σκάρωσε πάλι με τις γαλιφιές του μια τέτοια αναστάτωση. Θα είχα ένα πακέτο κρυμμένο στο συρταράκι του αυτοκινήτου, με είκοσι τσιγάρα, θα το άνοιγα με προσοχή, με ενοχή και φόβο, γιατί θέλω ένα μόνο τσιγάρο, να με φτιάξει για απόψε, αλλά δεν θέλω να ξαναγίνω καπνίστρια, όχι ό,τι ήμουν και ποτέ. Θα ήθελα να είχα λίγη περισσότερη εμπιστοσύνη στον εαυτό μου, να μου επέτρεπα μέσα μέσα καμιά αμαρτία, ένα τσιγάρο, δέκα, δέκα πέντε ρουφηξιές όλες κι όλες, χωρίς να φοβάμαι ότι θα ξανακυλήσω σε μια μόνιμη κατρακύλα. Μου χει λείψει αυτό το φτιάξιμο, μου χει λείψει αυτή τη ζάλη που σου δίνει εκείνη η πρώτη ρουφηξιά όταν έχει καιρό να καπνίσεις. Μου χει λείψει η παρανομία, τα κλεφτά φιλιά πίσω από τους τοίχους των κοιμισμένων σπιτιών, μου την δίνει αυτή η ζωή των ενηλίκων, του καθωσπρεπισμού, και της ατάραχης ζωής. Είναι μια μονοτονία, λες και τα έχεις ζήσει όλα και κάθε καινούριο είναι μια παρόμοια ανάμνηση με λιγότερο έντονα χρώματα.
Είναι 1η Μαίου ,έχει πανσέληνο, είναι φουσκωμένα τα νερά, έχω πάρει το αυτοκίνητο, το έχω σταματήσει δίπλα από μια παραλία, είναι απέναντι η θάλασσα και το φεγγάρι ψηλά. Δεν έχω εκείνο το τσιγάρο να με φτιάξει, έχω μια μπύρα που άρπαξα βιαστικά από το ψυγείο και την ρουφώ γουλιά γουλιά. Αν είναι ληγμένη, την έχω κάτσει άσχημα. Ελπίζω να μην είναι ληγμένη, και να την βγάλω καθαρή, να φτιάξω κεφάλι και να νιώσω πώς παρασύρθηκα λίγο μια φορά πώς είμαι ακόμα δεκαέξι και ζω τον πρώτο μεγάλο μου έρωτα.

Πέμπτη 30 Απριλίου 2026

Άγιος Έρωτας

 Και εκεί που ήμουν, τώρα πώς να την αποκαλέσω, χειρότερη, αθλιότερη, φάση της ζωής μου, κάτι άλλαξε. Μου έφταιγαν όλα, οι ορμόνες, η προ εμμηνόπαυση, η λίμπιντο  μου ήταν στο 1%, έτρωγα όπως το γουρούνι, δεν με ένοιαζε για το βάρος μου, για την υγεία μου, η διάθεση μου ήταν χάλια, η ενέργεια μου χάλια, και η ψυχολογία μου χάλια.

Και μετά κάτι άλλαξε. Χτύπησε το παράθυρο στην αρχή, εγώ δεν πήρα είδηση, μετά βροντούσε την πόρτα, εγώ, τίποτα, φορούσα ακουστικά και, μετά πήρε φόρα και έριξε την πόρτα κάτω. 

Ώπα λέω μεγάλε ποιος είσαι και έρχεσαι απρόσκλητος;

Ο έρωτας μου λέει και δεν θα σου δώσω και λογαριασμό.  Με χρειάζεσαι, σήκω, θα σε φτιάξω.

Σηκώθηκα λοιπόν, τι να κάνω, είναι τσαχπίνης και δεν παίρνει από όχι. Ο έρωτας είναι ένα παράξενο ον, ποτέ δε ρωτάει και αν το παίζεις δύσκολη και χίλια όχι να πεις και να επιμένεις, άμα είναι να σε αρπάξει θα σε αρπάξει. Από την μέση, από τους ώμους, από το μαλλί, τελοσπάντων θα σε αρπάξει και θα σε πάρει μαζί του. Το σεξ, ναι, θέλει συναίνεση, ο έρωτας, όμως δεν ρωτά, έρχεται, μπαίνει, στρογγυλοκάθεται και καταγράφει σε ένα ντοσιέ της καθημερινές αλλαγές σου.  Μμ, ανησυχία, άγχος, αγωνία, συγκίνηση, άγγιγμα, το μαλλί γυαλίζει, τα μάτια γίνονται σαν λίμνες, το σώμα, το σώμα λοιπόν αλλάζει, έχω ακούσει για εκείνους που κόβουν το φαί όταν χωρίζουν, εγώ το κόβω όταν αρχίζω να ερωτεύομαι, δεν πεινώ πια, είμαι χορτάτη από άλλες αισθήσεις. Δεν έχω την ανάγκη να γεμίσω με τοξικές θερμίδες την άδεια ύπαρξη μου. Είμαι γεμάτη, καταλαβαίνεις, γεμάτη! Μπαίνει το αίμα στο κανάλι του, οι ορμόνες ανάβουν σαν τα παιχνίδια ενός λούνα παρκ που είναι όλα στην θέση τους, που ήταν χρόνια κλειστό και τώρα ανοίγει, και είναι όλα στην θέση τους, και οι πάγκοι γεμάτοι από λούτρινα, και ο πλανώδιος πωλητής με το μαλλί της γριάς, και τα παιχνίδια φρεσκομπογιατισμένα, τα μπαλόνια φουσκωμένα και ο κόσμος περιμένει με ανυπομονησία στην είσοδο να μπει και να τα γυρίσει όλα. Έτσι μας τα ανάβει όλα από την αρχή ο έρωτας και γινόμαστε και πάλι λειτουργίσιμοι.

 Και δεν λέω ότι είσαι χαρούμενος όλη μέρα, αντιθέτως, πάνω σε εκείνο το τρενάκι είσαι, ξέρεις εκείνο το rollercoaster που μόνο οι πολύ ριψοκίνδυνοι βγαίνουν πάνω. Εκεί πάνω είσαι, και πιάνει την ανηφόρα και η καρδιά σου πάει να σπάσει από αγωνία, και μετά βουτάει στο κενό και σκέφτεσαι ότι τώρα, θα ξεκουμπωθεί η ζώνη ασφαλείας σου και θα ξεχυθείς στο κενό.  Αυτή είναι η διαδρομή του έρωτα, ενώ μέχρι προ λίγου ήσουν μέσα στην βαρκούλα και κυλούσες αμέριμνα σε ένα ήσυχο ποταμάκι και δεν είχες έγνοια καμιά. Α ρε μπαγάσα, πώς με έπεισες και βγήκα εδώ πάνω, και τρομάζω και θα μου φύγει η ψυχή. Κράτα γερά, λέει εκείνος καθισμένος από δίπλα και γελά. Βγήκες τώρα, το τρενάκι δεν σταματά.

Από όλους τους Θεούς ο μεγαλύτερος θα έπρεπε να είναι ο Έρωτας γιατί είναι ο μόνος που μας ανασταίνει και μας βγάζει από τα τάρταρα, από την κατάθλιψη και δεν ξέρω από ποια άλλη τρύπα ήμασταν βυθισμένοι. Είναι μετάγγιση αίματος, όρεξης για ζωή, είναι σαν να πίνεις πολυβιταμίνες και μαγνήσιο μαζί, σαν να άκουσες τα καλύτερα νέα του κόσμου, σαν να νιώθεις, ότι αξίζει και πάλι η ζωή σου και δεν είναι μια απλή αστική υποχρέωση. Δεν ξέρω πόσο θα κάτσει, αλλά απολαμβάνω την χαρά του και τον πόνο του και πίστεψε με τα νιώθω όλα τόσο έντονα, και ταυτόχρονα, και είναι και τα δύο ηδονικά, τόσο που απολαμβάνω και τις στιγμές της αγωνίας μου, της ζήλειας μου. Τα απολαμβάνω γιατί είναι δικός μου, δικός μου καταλαβαίνεις, δικός μου ο πόνος, δική μου και η στιγμή και η χαρά, δεν κάθομαι και να μαραζώνω για τα άσχημα νέα που έρχονται μέσα από την οθόνη, δεν ανησυχώ γιατί πάει κατά διαόλου η ανθρωπότητα, δεν ασχολούμαι με τις ειδήσεις, δεν με νοιάζει, είμαι αδιάφορη και εγωίστρια και θέλω να ζω στον μικρόκοσμο μου. 

Εγώ, εσύ και το σύμπαν μας. Και ας φύγεις, ας χαθείς, δεν με νοιάζει, φτάνει που με θύμισες τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος φυσιολογικός, με πόθο, με πάθος, με ανάγκες, με οργασμούς, με κρατήματα απαλά, με χάδια τρυφερά, με ανάσες στο σβέρκο, με ατέλειωτα κοιτάγματα στα μάτια. Φτάνει με μου θύμισες ότι υπήρχε το σώμα μου και ήταν ακόμα ζωντανό, που τόσο βιάστηκα να το θάψω.  Αυτός μάλιστα, μας φέρνει την Άνοιξη μιας πιάνει από το χέρι σαν την Περσεφόνη και μας βγάζει από τον Άδη. 

Άγιος Ερωτας



 

 

 

 

 

Τετάρτη 29 Απριλίου 2026

η Ακτή

 Δεν θέλω να απομακρυνθώ από αυτήν την ακτή. Δεν θέλω ούτε εσύ να φύγεις. Θέλω να κάτσουμε δίπλα ο ένας στον άλλο, να ακούμε την ίδια μουσική, να πίνουμε από το ίδιο τσάι, να βλέπουμε τα ίδια κύματα και να αναπνέουμε τον ίδιο αέρα. Με τα λόγια, με τα λόγια δεν τα πάω και τόσο καλά, αλλά με το κενό, με αυτό τα καταφέρνω πάντα. Με το κενό, την σιωπή, όταν δεν έχουμε κάτι καινούριο να πούμε. Θέλω να σε βλέπω, κι ας μη μου μιλάς. Να σκύβω προς το μέρος σου και να σε μυρίζομαι, να ζηλεύω γιατί σε καταπίνει πάλι μια πολύ προσωπική μελαγχολία. Θέλω να μπορούσα να σου εξηγήσω την αλήθεια, μα πάλι πήγαν και ξηλώθηκαν οι λεξεις, τις κατάπιε πάλι εκείνη η λαίμαργη θολούρα, και πες μου πώς να περιγράψεις με είκοσι τέσσερα γράμματα, ένα παρελθόν που σε καταπίνει. Είναι παράξενη η μέρα, η μέρα που έρχεται ένας νέος άνθρωπος στη ζωή σου και σε πλημμυρίζει ξανά από την αρχή όλη εκείνη η ελπίδα, και όλα αλλάζουν, επιστρέφει το χρώμα στα μάγουλα σου και σταματά η ζωή σου να είναι σαν ασπρόμαυρη ταινία. Άσε τις λέξεις, δεν έχω ούτε εγώ άλλες πια να πω, ούτε να τις συντάξω, ούτε να τις προφέρω, ούτε να τις αναμασήσω. Μεταξύ μας, είναι μέρες και στιγμές που τις σιχαίνομαι. ‘Ασε τις λέξεις, για τους λόγιους, τους φιλοσόφους και τους πολιτικούς. Σε μένα δώσε μου μόνο το χρώμα σου. Είναι παράξενη η μέρα, η μέρα που έρχεται η αγάπη, είναι σαν παιδί που σου το αρπάζουν μέσα από τα σπλάχνα, και εσύ το ήθελες να είναι πάντα μέσα σου. Γιατί ξέρεις πώς άμα το γεννήσεις, θα μεγαλώσει, θα φύγει, θα γίνει άνθρωπος μεγάλος και εκείνο το παιδί δεν θα υπάρχει πια, θα ψάχνεις κάτι παλιές φωτογραφίες να θυμηθείς πώς έμοιαζε. Είναι παράξενη η μέρα που έρχεται η αγάπη, είναι γεμάτη χαρά και πείνα και λαχτάρα να τα ξανακάνεις πάλι όλα, να τα ξαναζήσεις πάλι όλα, να τα ξαναδώσεις πάλι όλα και γίνεσαι ηφαίστειο, και τρέχει από τις οπές η λάβα σου, ο ιδρώτας, το σάλιο, το δάκρυ σου και είναι ένας άνθρωπος που σε αρπάζει από το χέρι και σε τραβάει, έλα, έλα, έλα να παίξουμε, να τρέξουμε, να γίνουμε παιδιά. Και εσύ βάζεις φορέματα και καπέλο ψάθινο και είσαι και πάλι εκείνη η παιδούλα, εκείνη που ξέχασες πώς υπήρχε, εκείνη που ήταν πάντα εκεί κρυμμένη, ήσυχη, να μην σε ενοχλεί κάνοντας φασαρία. Πες μου μόνο, πώς τα κατάφερες και με συνοπτικές διαδικασίες την απόδιωξες πάλι; Πώς γίνεται να μην χαρούμε ποτέ μας ένα ολόκληρο απόγευμα, πώς μαζεύονται με μιας τα σύννεφα, πώς σκοτεινιάζει ο ουρανός, πώς μας πνίγει χωρίς προειδοποίηση αυτή η τρικυμία; Ένα απόγευμα ήθελα όλο κι όλο, εγώ και εσύ να κάτσουμε ο ένας δίπλα στον άλλο, να ακούμε την ίδια μουσική, να πίνουμε από το ίδιο τσάι, να βλέπουμε τα ίδια κύματα και να αναπνέουμε τον ίδιο αέρα.

Έχω νυστάξει, τα μάτια μου κλείνουν, είναι ο ύπνος ένα γαλάζιο καταφύγιο, γερμένη πάνω στις πέτρες θα τον αφήσω να με πάρει γλυκά, θα ανοίγω τα μάτια μου να κοιτάζω λίγο τον ουρανό και θα τα ξανακλείνω. Είναι πικρή η αλήθεια αγάπη μου, πως δεν μάθαμε ακόμα να αγαπούμε, μια κατανόηση ή συμπαράσταση δείχνουμε μόνο αν μας δείξει ο άλλος μια πληγή που μοιάζει λίγο με την δική μας, αν μας περιγράφει έναν πόνο που τον νιώσαμε και εμείς, αν μας τάξει ένα μέλλον που το ονειρευτήκαμε ήδη, πριν έρθει εκείνος. Το λέμε αγάπη, αν ταιριάζουν τα κουτάκια μας, στις διαστάσεις και στο βάθος, αν μου δίνεις κι αν σου δίνω, και είναι αυτή μια δίκαιη συναλλαγή. Και εγώ δεν ξέρω να αγαπήσω, παρά μόνο να είμαι υπομονετική, χαμογελαστή, και να αντέχω στωικά ότι με πληγώνει.
Παρόλα αυτά δεν θέλω να απομακρυνθώ από αυτήν την ακτή. Είναι οι πέτρες μου, είναι οι βράχοι μου, είναι τα αγριόχορτα μου, είναι εκείνη η όμορφη σιωπή, τόσες μέρες περίμενα να στην δείξω, πόσο όμορφη είναι η απέραντη σιωπή.
Δεν θέλω να απομακρυνθώ, ούτε κι εσύ ….

Πέμπτη 23 Απριλίου 2026

my hunter

When you touch me again, lower the sun, put out the moon and burn me a candlelight.

I'm afraid of loud sounds and I'm scared of lightning and I haven't learned to forgive yet. When you touch me, hold me like a fallen angel whose wings are broken, forgive me for I have sinned, forgive me for I have lost my path. Like an animal that the hunter just mortally wounded with his blade, you whisper in my ear thank you for giving you my life, and then you eat my bloody heart while it is still beating, so that my strength may become yours.
In the circle of life There were many deaths, but the resurrection was always one.
The water becomes a furrow and the blood is poured into the ditch, and from the blood the poppies take their bright red color, and from their songs the mountains rise higher, creating ravines that will hide the rebels and secret lovers.
My hunter is a rebel, a lover and a thief
hides my naked body in the middle of a ravine
the sun rays will never touch my naked skin
the eagles on the mountain tops will never hear my scream
He hides me from the world
never shares my flesh with other members of his tribe
and there alone, lights his fire every night
consumes me bite after bite
And I, will resurrect again next morning, singing lullabies and give him kisses, while he is still asleep with my taste in his mouth. I leave him and run again and hide behind the trees, my heartbeat raising, for I know when he wakes up, he will come to hunt for me again. When you kil me again, sharpen your blade, and a night with full moon sacrifice me to your Gods, so that they will be content and punish us no more with this endless circle of life. My little prince, my wicked thief, my heartless hunter.

My soul, my soul, how much pain do you feel when you mix blood with desire, my heart, my life, I wish I could tell you that love you, but I keep it a secret from us both.hen you touch me again, lower the sun, put out the moon and burn me a candlelight.
I'm afraid of loud sounds and I'm scared of lightning and I haven't learned to forgive yet. When you touch me, hold me like a fallen angel whose wings are broken, forgive me for I have sinned, forgive me for I have lost my path. Like an animal that the hunter just mortally wounded with his blade, you whisper in my ear thank you for giving you my life, and then you eat my bloody heart while it is still beating, so that my strength may become yours. In the circle of life There were many deaths, but the resurrection was always one. The water becomes a furrow and the blood is poured into the ditch, and from the blood the poppies take their bright red color, and from their songs the mountains rise higher, creating ravines that will hide the rebels and secret lovers. My hunter is a rebel, a lover and a thief hides my naked body in the middle of a ravine the sun rays will never touch my naked skin the eagles on the mountain tops will never hear my scream He hides me from the world never shares my flesh with other members of his tribe and there alone, lights his fire every night consumes me bite after bite And I, will resurrect again next morning, singing lullabies and give him kisses, while he is still asleep with my taste in his mouth. I leave him and run again and hide behind the trees, my heartbeat raising, for I know when he wakes up, he will come to hunt for me again. When you kil me again, sharpen your blade, and a night with full moon sacrifice me to your Gods, so that they will be content and punish us no more with this endless circle of life. My little prince, my wicked thief, my heartle ss hunter. My soul, my soul, how much pain do you feel when you mix blood with desire, my heart, my life, I wish I could tell you that love you, but I keep it a secret from us both.

Tars * Fear *

 Tars ** Fear

In my home, in my bedroom, in my bed, one in the morning, listening to a Persian singer, the same song for the tenth time. The title is Tars, it means fear. I feel him, I have felt him for days now, even when I said my first no. it’s the cellular change that’s happens when someone starts thinking of you. Let me not speak with words describing emotions, but describing cellular changes, changes in the energetic field around us, when two minds start thinking of each other, attracting each other in the quantum field. This energy comes back and invades your body, and my body has been invaded long before your words were written. I feel you before you speak, before you put down your thoughts into letters and make out of them words and sentences. It is always a risk to describe your truth, but the letters are never enough to make the words we. need to describe feelings. It is like attempting to put the water of the ocean into little silver spoons. I never know why it happens I just sit there and observe the changes, watch my breath changing, my heart beating differently, my dry human existence become full of liquid again, like a sweet fresh fruit. I thought, I really believed, I was already dead, I was already a dry desert, gave up all hope that it will rain ever again, and I made big declarations that I will never care about love any more, I am not a woman anymore, I am switched off entirely and it is ok this way, it is more safe, you don’t fear to feel any pain, if you are already dead.
And then, he came. And I said go away, and he agreed, he fave me back my silence, but a silence so loud I could still hear him. I said to him no, and he turned me no into maybe, maybe this one time, I will out out of my cave. I told to him don’t send me your words, and he agreed, and he send me songs instead. I told him, don’t send me your words, and he agreed, but send me flowers and birds knocking on my window. I told him don’t talk about love and he crawled into my bed and whispered fairytales in my ear. One by one he touched my cells and woke me, and now my eyes are wet, and my dead feels dizzy like there was a sweet drug slowly injected in my veins, and the bombs have silenced, and the world’s wars are distant, and my problems and fears are forgotten, there is only a faraway music in my head, and I sing when I wash the dishes, and I get lost when I watch the sea, and I speak to him , and write him a thousand poems in one afternoon but never found one right word to describe his eyes, my lips are drying at midnight but the water is tasteless, I am thirsty for the taste of sweat and salt, and I never want to see him, ever, I want to pause in this perfect moment of all the lust and passion and desire he awakend inside me, without ever touching me. He never had to, I feel him, from miles away, I can hear the music, I can smell the smoke and taste his tears. He gave me a piece of his soul, and brought back all the colors in life, like a blood donor, who’s blood will save some stranger’s life one day, he revived me. As from today, In my garden there is a tree named love.
the diaries

09 2023

 Δεν έχει τη μυρωδιά του θανάτου αυτή η απώλεια

Δεν έχει θρήνο ούτε αποχαιρετισμό
Δεν ξημερώνει αλλά δεν είναι ούτε μεσάνυχτα
Δεν έχει πόνο ούτε δάκρυ ούτε κάτι συνταρακτικό
Ήταν ο θρόνος μου μια στοίβα από χαρτόκουτα
Ήταν το παλάτι μου ένα σανίδι με καρφιά
έσβησαν οι φωτιές του μεσοκαλόκαιρου
και η ιέρεια ξυρίζει το κεφάλι
ο δράκος, ο βασιλιάς, ο διάβολος, ο λύκος, ο όφις, ο εξουσιαστής
η απίστευτη παράνοια της σημαντικότητας ενός καλού τέλους
η γύμνια, το ροζ, το χέρι του, οι αγαπημένοι σου ήχοι, η μανία, η ψιλοκομμένη σάρκα σου, τα εγκεφαλικά σου κύτταρα, η μυρωδιά της θάλασσας, το λευκό, η επιστροφή, η αναμονή, η ελπίδα, το ψέμα, το όμορφο ηδονικό σου ψέμα, η σκληρή επώδυνη αλήθεια, τα επιμελώς κρυμμένα, οι μέρες, το κεφάλι , τα μάτια σου
Είναι παράξενοι οι άνθρωποι Μαρία
Τα επαναλαμβανόμενα δάκρυα υπολείπονται αλατιού
Οι αμαζόνες ξεπέζεψαν απ’ τ’ άλογα
Θέλω μα δεν μπορώ να δώσω άλλη αξία
Μαρίνα Σαβεριάδου
Ποίηση 09/2023
Α’ δημοσίευση

Τετάρτη 15 Απριλίου 2026

Μακριά πολύ μακριά να ταξιδέψουμε

 

15 Απρίλη 2026

 Αποχαιρέτησα την κόρη μου σήμερα, μπαίνει στο αεροπλάνο και πάει πίσω στην Ελλάδα, μια εβδομάδα έκατσε. Η μεγάλη ακόμα πιο μακριά ,στην Χιλή αυτήν την φορά, Λατινική Αμερική για την ανθρωπολογική έρευνα της. Πήγα να λυπηθώ όταν την αποχαιρέτησα αλλά τώρα που το καλοσκέφτομαι, το διαπίστωσα, ότι νιώθω λίγη μεγαλύτερη ανακούφιση που είναι και οι δύο μακριά. Και αυτό είναι ειρωνικό και λίγο λυπηρό, μια μάνα να προτιμά να είναι μακριά τα παιδιά της. Μια μάνα όμως προτιμά να είναι μακριά τα παιδιά της παρά να είναι κοντά της και να είναι στο μάτι του κυκλώνα, Επεισόδια στην Πύλα και η Πύλα δέκα λεπτά μακριά από το σπίτι μας, και να ταν μόνο αυτό. Μια μόνιμη απειλή πάνω από το κεφάλι μας από τον καιρό που θυμάμαι τι σημαίνει να φοβάσαι. Φόβος για κάτι που δεν έζησες, στο μετάδωσαν όμως, μέσω του dna, μέσω της συλλογικής ανάμνησης, μέσω των αφηγήσεων, ποιος ξέρει. Μας έχει ενσταλάξει όμως η ζωή αυτήν την μόνιμη απειλή, αυτόν τον φόβο ότι θα έρθει κάποια μέρα μια βόμβα πάνω από τα κεφάλια μας, θά έρθουν να μας διώξουν και πάλι από τα σπίτια μας, θα έρθουν και εμείς τότε που θα πάμε;  Με κρατά σε αυτήν την γη, η αίσθηση του καθήκοντος, της ευθύνης και δυο γονείς που έχουν ανάγκη την παρουσία μου. Αλλά ζω σε τούτη την μόνιμη ανασφάλεια, και βλέπω όχι μόνο έναν μόνιμο πόλεμο να μαίνεται πάντα γύρο μου, αλλά και μια πολιτεία που μέρα με την μέρα σαπίζει. Βλέπω ανθρώπους να χάνουν πάλι τα σπίτια τους , όχι λόγω του καταχτητή, αλλά για να τα πουλούν κάποιοι άλλοι σε πλειστηριασμούς. Νόμοι άνομοι, βιαστές και παιδεραστές, κακοποιητές, σκάνδαλα, νέα σκάνδαλα, και όλοι να μένουν ατιμώρητοι.  Ένα μόνο έχει σημασία στην ζωή του ανθρώπου, μια είναι η βάση των πάντων και μία η αφετηρία. Το αίσθημα της ασφάλειας. Που είναι το αίσθημα της ασφάλειας; Πώς να ονειρευτώ, έστω, πώς να προγραμματίσω για το μέλλον μου, όταν όλα είναι ρευστά, απρόβλεπτα. Πώς; να ζω στην ουτοπία μου; Πώς να δημιουργήσω, πώς να νιώσω μια στιγμή όμορφα χωρίς να νιώθω βαθιά μέσα μου ενοχή όταν μέρα νύχτα ξεβράζει πτώματα η οθόνη μου; Σιχαμερό πράγμα ο πόλεμος, σιχαμερό πράγμα η απληστία.   Θέλω να φύγω από την νήσο των Αγίων, να πάω σε μια νήσο λιγότερο άγια ίσως πιο ανθρώπινη.

Και ας μην είναι νησί, ας είναι δάσος, πεδιάδα, βράχος, μια σπηλιά δροσερή, φτάνει να σωπάσουν οι σειρήνες και να μην μυρίζει πτώματα. Να μπορώ να γράψω για κάτι άλλο, να φανταστώ κάτι άλλο, να αναπνεύσω ελεύθερα, να απαλλαγώ από αυτήν την κληρονομιά να μην είμαι πρόσφυγας, να μην είμαι Κυπραία, να βάλω μια ρίζα σε ένα χώμα καθαρό, απαλλαγμένο από χυμένα αίματα και προπατορικά αμαρτήματα, να έχω΄ένα καμβά ολόλευκο δικο μου να βάλω ότι χρώματα θέλω εγώ.

 

 

 

Ασυμφωνία ενηλίκων

Aσυμφωνία ενηλίκων Όταν το ίσως γίνεται όχι, όταν έρθει η τελική ρήξη, εκείνη η μέρα που λες την τελευταία λέξη, ο τελευταίος τσακωμός, η ...