Τετάρτη 16 Απριλίου 2014

ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΕΛΟΙΖ Β'ΜΕΡΟΣ

Αγαπημένε
Το γράμμα σου με βρίσκει καλά στην υγεία και ευτυχισμένη όσο ποτέ. Πρώτον ευτυχισμένη από τη στιγμή που παρέλαβα το γράμμα σου και δεύτερον γιατί διάβασα αυτά που γράφεις. Από τις πρώτες κιόλας λέξεις τα άψυχα γράμματα πήραν τη φωνή σου και μου μίλησαν , γέμισε το δωμάτιο μου από την παρουσία σου, σκίρτησε η καρδιά μου από χαρά και με πλημμύρισαν όμορφα συναισθήματα που δεν χωράνε σ’ ένα χαρτί και αδυνατώ να βρω λόγια να σου τα περιγράψω.
Ναι ! και εγώ αναπολώ με γλυκιά νοσταλγία εκείνη την πρώτη συνάντηση μας στην Πλάκα. Αυτό που δεν σου είχα πει εκείνη τη μέρα αγαπημένε, ήταν το πόσο λυπημένη και απελπισμένη ένοιωθα. Βλέπεις, είχα μόλις χάσει τη δουλειά μου στο νοσοκομείο που δούλευα σαν νοσοκόμα. «Περικοπές» αυτή ήταν η δικαιολογία που μου έδωσε ο προσωπάρχης. Ήταν το τέλος του μήνα και μαζί με τον τελευταίο μισθό πήρα και το χαρτί της απόλυσης μαζί και τον δρόμο της εξόδου.
Μπήκαν λοιπόν στο μετρό, σαν χαμένη, χωρίς προορισμό και κατέβηκα στον σταθμό της Ακρόπολης, ασυναίσθητα. Κοίταξα ψηλά τον Παρθενώνα, ν΄ατενίζει εδώ και τόσους αιώνες αγέρωχος και ένοιωσα πόσο μικρή και ασήμαντη ήταν η δική μου ύπαρξη μπροστά σε αυτό το αθάνατο μνημείο του Ελληνισμού. Κατόπιν, τα βήματα μου και οι σκόρπιες μου σκέψεις με οδήγησαν σ’ εκείνο το καφέ. Άνοιξα την πόρτα και μπήκα. Σε είδα απέναντι μου και τότε όλα απέχτησαν νόημα και αιτιολογία. Γιατί έχασα την δουλειά μου εκείνη τη μέρα, γιατί αντί να πάω όπως συνήθιζα στο σπίτι μου κατέβηκα εκεί, γιατί τα βήματα μου με έφεραν για πρώτη φορά σε αυτό το  καφέ, όλα έγιναν έπρεπε να γίνουν, τη στιγμή που έπρεπε να γίνουν, γιατί ήσουν εσύ εκεί και έπρεπε να είμαι κι εγώ.
Ποτέ δεν ήμουν από τους ανθρώπους που πιστεύουν στο κάρμα και τις συμπαντικές συμπτώσεις, όμως τώρα πια είμαι σίγουρη ότι κάποια ανώτερη δύναμη συνωμότησε ώστε να συναντηθούμε οι δυο μας εκείνη τη μέρα. Σε είδα να κάθεσαι με σκυμμένο κεφάλι, χαμένος στην εφημερίδα σου, στις σκέψεις σου, το καφέ ήταν πλημμυρισμένο με κόσμο που έψαχνε καταφύγιο από τη μπόρα, ο χώρος μύριζε φρεσκοψημένο καφέ, μια καρέκλα ήταν μόνο αδειανή, στο δικό σου τραπέζι, ψήλωσες το κεφάλι, μου χαμογέλασες και μου ένευσες με εκείνα τα ολογάλανα σου μάτια να καθίσω. Και έκατσα, απέναντι σου, δεν ξέρω πόσους καφέδες ήπιαμε ούτε πόσες ώρες κάτσαμε, θυμάμαι μόνο τις κουβέντες μας, λέξη προς λέξη και τις αραδιάζω στο μυαλό μου ξανά και ξανά. Μα πάνω απ’ όλα θυμάμαι τα μάτια σου και τον τρόπο που με κοιτούσαν διεισδύοντας στα τρίσβαθα της ψυχής μου, ξεκλειδώνοντας κάθε κλειδαριά με την οποία είχα για χρόνια καλά κλειδωμένη την καρδιά μου.
Εσύ, ο άγνωστος έγινες πιο γνωστός από ανθρώπους που ήξερα για χρόνια. Εσύ, ο ξένος, έγινες πιο οικείος κι από την οικογένεια μου. Εσύ, ο τυχαίος, έγινες το γραφτό που έμελλε να κεντήσουν οι μοίρες στα όνειρα μου. Εσύ και η ευλογημένη στιγμή που μπήκες στη ζωή μου. Η ζωή αγαπημένε. Κανείς δεν ξέρει τι θα του φέρει η ζωή, όπως δεν ξέρει τι θα του ξημερώσει την επόμενη μέρα. Και η ζωή πάντα φέρνει εκπλήξεις και ανατροπές όπως μια δροσερή μπόρα στο μέσο του καλοκαιριού και μια Αλκυονίδα στις παγωμένες μέρες του Γενάρη. Αυτό ήσουν κι εσύ για μένα, αυτός που έδιωξε το κρύο και την παγωνιά απ’ την καρδιά μου, αυτός που έδιωξε τα σύννεφα από τη σκέψη μου και έλαμψε σαν ήλιος γεμίζοντας με χαρά και αισιοδοξία.
Συγκινήθηκα με τον τρόπο που μου περίγραψες στο γράμμα σου με τον οποίο ασκείς το κατά πολλούς μακάβριο επάγγελμα. Είναι πραγματικά αξιέπαινη η αντιμετώπιση σου, η ανθρωπιά και η ευαισθησία που δείχνεις σε έναν άνθρωπο που βρίσκεται μπροστά σου νεκρός και όμως εσύ τον μεταχειρίζεσαι με τόσο σεβασμό, όσον αξίζει ο οποιοσδήποτε άνθρωπος, φτωχός ή πλούσιος, καλός ή κακός. Είμαι βέβαιη πως δεν κάνεις τυχαία αυτό που κάνεις. Θα μπορούσες κάλλιστα μπαίνοντας στην ιατρική να είχες επιλέξει οποιαδήποτε ειδικότητα, υπάρχουν τόσες πολλές με πολύ περισσότερα λεφτά αλλά και μεγαλύτερη αναγνώριση. Εσύ όμως, δεν επέλεξες κάτι άλλο, επέλεξες να γίνεις ιατροδικαστής, να διενεργείς νεκροψίες και να αντικρίζεις σε καθημερινή βάση το θάνατο.
Χρειάζονται τεράστια ψυχικά αποθέματα για να έρχεσαι κάθε μέρα πρόσωπο με πρόσωπο με τον θάνατο. Οι περισσότεροι τον αποφεύγουν. Είναι όμως και κάποιες φορές που είναι αναπόφευκτος όπως όταν χάνεται κάποιος δικός τους και πρέπει να πάνε στην κηδεία. Ακόμα και τότε όμως, τη στιγμή που περνάς πάνω από το πλημμυρισμένο με στεφάνια φέρετρο και κοιτάς με μάτια δακρυσμένα το άψυχο σώμα, δεν έχεις συνειδητοποιήσει ακόμα ότι αυτός δεν υπάρχει πια, παρακολουθείς απλά τη διαδικασία σαν ένας ακόμα θεατής με μουδιασμένα αισθήματα. Γιατί θάνατος δεν είναι η εικόνα του νεκρού, θάνατος είναι η απουσία του ζωντανού. Και η συνειδητοποίηση έρχεται όταν γίνεται αισθητή η απουσία αυτού που αγαπούσες. Τότε έρχεται και ο θρήνος, επώδυνος και βασανιστικός.
Σκέφτεσαι και αναπολείς όλα όσα έζησες, φορτώνεσαι με ενοχές για όλα όσα έπρεπε να πεις και δεν είπες, όλα όσα έπρεπε να κάνεις και δεν έκανες, αλλά τώρα είναι πια αργά. Ίσως αυτό να είναι ένα μάθημα για τους ανθρώπους που αντιμετωπίζουν τόσο επιφανειακά την παρουσία αυτών που ισχυρίζονται ότι αγαπούν. Γιατί αυτοί που αγαπάμε και μας αγαπούν, καρδιά μου, βρίσκονται κοντά μας σαν δώρο από τη ζωή και αυτό το δώρο πρέπει να το διαφυλάττουμε, να το εκτιμούμε και να το προστατεύουμε.
Η αγάπη, αγαπημένε, είναι ένα ντελικάτο λουλούδι, μια σπάνια ορχιδέα, που θέλει το νερό της, τον ήλιο της μα πάνω απ’ όλα ένα ξεχωριστό μέρος στο δωμάτιο της ψυχής μας με σταθερό περιβάλλον και τη κατάλληλη θερμοκρασία που τα της επιτρέψει να ζήσει και να φυτρώσει τα υπέροχα άνθη της. Έτσι , ντελικάτη είναι η αγάπη, δεν σηκώνει πάρε φέρε, άσκοπες μετακινήσεις και απότομες αλλαγές. Έτσι πρέπει να φερόμαστε σ’ αυτούς που αγαπάμε, να τους προσέχουμε όσο τους έχουμε κοντά μας, να τους δίνουμε την αμέριστη προσοχή μας, ότι πιο θετικό έχουμε μέσα μας. Να τους βοηθάμε να αναπτύσσονται και να ανθίζουν, να γίνονται καλύτεροι άνθρωποι και να γινόμαστε και εμείς μαζί τους.
Γιατί ποιο είναι το πρώτο και δυνατότερο σημάδι της αγάπης αν όχι να σε κάνει να θέλεις να γίνεσαι καλύτερος;  Να σε κάνει να ανθίζεις μέσα κι έξω, να ξυπνάς το πρωί και να έχει η ύπαρξη σου νόημα και σκοπό, να θέλεις να ζήσεις και να ρουφήξεις τη ζωή ως το μεδούλι, να νιώθεις ένας μικρός Θεός που μπορεί να κάνει τα πάντα. Είναι απίστευτο πόσο μεγάλες αλλαγές μπορεί να επιφέρει σε έναν άνθρωπο η αγάπη. Ναι, αγαπημένε, η αγάπη φέρνει τις πιο μεγάλες ανατροπές. Κάνει τον δειλό ατρόμητο, τον ντροπαλό θαρραλέο και αυτόν που δεν είχε φωνή να θέλει τώρα να πει πολλά και να μην τον φτάνουν οι λέξεις.
Φτάνουν όμως οι δικές μου λέξεις ,δε θέλω να σε κουράζω άλλο. Συγχώρα τη φλυαρία μου αλλά επέτρεψε μου να σου πω μόνο μια τελευταία και κράτησε την στην καρδιά σου.

Σ’αγαπώ

Ψυχή και σώμα, παντοτινά δική σου

Ελοίζ



ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΕΛΟΙΖ Α' ΜΕΡΟΣ

Αγαπημένη Ελοίζ
Ελπίζω το γράμμα μου να σε βρίσκει καλά και ευτυχισμένη. Το ίδιο μπορώ να πω και για μένα, από υγεία είμαι πολύ καλά. Όσο από ευτυχία, ναι ! μπορώ να πω με το χέρι στην καρδιά, να ομολογήσω μάλλον, χωρίς καμιά ντροπή και εγωισμό, ότι από τότε που γνωριστήκαμε σε εκείνο το γραφικό καφέ στην Πλάκα, νοιώθω πιο ευτυχισμένος από όσο ένοιωσα ποτέ στη ζωή μου. Η υπέρτατη ευτυχία μου όμως Ελοίζ, θα είναι η στιγμή εκείνη που θα αξιωθώ να σε δω και πάλι μπροστά μου.  Δεν είναι μόνο η ομορφιά σου που με έχει σκλαβώσει, είναι εκείνο σου το βλέμμα, που λέει χίλιες λέξεις χωρίς να μιλά. Τα μάτια σου Ελοίζ, αυτά βλέπω μπροστά μου, είτε ανοιχτά έχω τα δικά μου είτε κλειστά και δεν ξεχωρίζω πια πότε είμαι ξύπνιος και πότε κοιμάμαι γιατί το μόνο που βλέπω συνεχώς μπροστά μου είναι αυτά τα μεγάλα εκφραστικά μάτια σου. Είμαι ευτυχισμένος όμως, σου το ξαναγράφω, γιατί γεννήθηκες και υπάρχεις εσύ, γιατί στάθηκα τόσο τυχερός ώστε να είμαι εκείνο το Χειμωνιάτικο πρωινό, σ΄ εκείνο το συγκεκριμένο καφέ στην Πλάκα, για να σε δω να μπαίνεις και να παίρνει νόημα από εκείνη τη στιγμή και έπειτα η ανούσια ύπαρξη μου. Σ’ ευχαριστώ για εκείνες τις ώρες που μου χάρισες από τη ζωή σου, όπου παρέα ξεκλειδώσαμε τα μυστικά μιας ζωής, που μοιραστήκαμε τις αγωνίες και τους προβληματισμούς μας, με τόση οικειότητα που μόνον δύο άνθρωποι που έχουν ζήσει μιαν ολόκληρη ζωή μαζί νοιώθουν. Και εμείς ζήσαμε μαζί, ξανά, είμαι βέβαιος γι΄αυτό. Ίσως ήμασταν ζευγάρι στην Αγγλία του δέκατου-όγδοου αιώνα και ανταλλάζαμε ερωτικές επιστολές, μέχρι τη στιγμή που θα βρισκόμασταν. Ίσως πάλι να ήμασταν απλά δυο καλαμιές στις ακτές του Νείλου που μεγάλωναν πλάι πλάι και μας έκοψαν μετά, μας έκαναν πάπυρους για να γράφουν επάνω μας οι ιερείς για τους αστερισμούς και τις συναστρίες.  Ζήσαμε πάντως μαζί, η ψυχή μου σε αναγνώρισε από τη στιγμή που άνοιξες την πόρτα και μπήκες στο καφέ, από τη στιγμή που τα μάτια σου αντίκρισαν τα δικά μου και είδα μέσα τους  ν΄αντανακλάται η ψυχή μου. Εσύ ήσουν Ελοίζ, αυτή που πρόσμενα να΄ρθει σ΄όλη μου τη ζωή, η πηγή που αναζητούσε το διψασμένο μου στόμα για να σκύψει και να πιει το αστείρευτο  νερό της αθανασίας. Αθάνατος νοιώθω τώρα πια. Τώρα που σ΄έχω συναντήσει, που ξέρω πως υπάρχεις. Φτάνει που σ΄έχω δει μια φορά, αυτό μου είναι αρκετό για να πω ότι έχω ζήσει. Ο θάνατος Ελοίζ. Όλοι θα πεθάνουμε μια μέρα, αλλά πόσοι μπορούν να πουν με σιγουριά ότι έχουν ζήσει; Κι εγώ που ξυπνάω κάθε πρωί και αντικρίζω το θάνατο μπορώ πια να το πω. Αυτό είναι το επάγγελμα μου βλέπεις. Ξέρω, είναι άχαρο και ψυχρό, κάποιος θα μπορούσε να σκεφτεί ότι για να κάνεις το επάγγελμα μου πρέπει να είσαι το λιγότερο άκαρδος, χωρίς αισθήματα. Μα δεν είναι έτσι τα πράγματα. Έχω και καρδιά και αισθήματα και συνείδηση. Όσο και αν έχω εξοικειωθεί με την όψη του θανάτου, όσο και αν έχω συνηθίσει να αντικρίζω γυμνά μελανιασμένα πτώματα ανοίγοντας τα συρτάρια του νεκροτομείου και πάνω στο μεταλλικό παγωμένο τραπέζι, όταν έρθει η στιγμή να πάρω στα χέρια μου το φάκελο με τα στοιχεία του νεκρού, παύει να είναι ένα άψυχο παγωμένο σώμα. Το  σώμα έχει όνομα, διεύθυνση, ανθρώπους που τον αγαπούν. Λίγες ώρες πριν ανέπνεε, αισθανόταν, ίσως να γελούσε, ίσως να έκλαιε, αλλά σίγουρα δεν είχε γνώση ότι λίγες ώρες αργότερα θα βρισκόταν γυμνό μπροστά μου, ν’ ανοίγω με το χειρουργικό νυστέρι το στέρνο του, να αφαιρώ και να ζυγίζω την καρδιά του που μέχρι πριν λίγο χτυπούσε, ν’ ανοίγω το κεφάλι και να αφαιρώ τον εγκέφαλο που μέχρι πριν λίγο σκεφτόταν. Αλήθεια αναρωτιέμαι, ποιο να ήταν το τελευταίο όνειρο που είχε ονειρευτεί Ελοίζ; Αν κάποτε η επιστήμη προχωρήσει τόσο που να βλέπουμε τις τελευταίες εικόνες που είχαν περάσει από το μυαλό του νεκρού, τι θα βλέπουμε άραγε;
Ξέρεις πολλοί θεωρούν τη νεκροψία ισοδύναμη με ιεροσυλία, βεβήλωση του αποθανόντος, πολλές φορές οι ίδιοι οι συγγενείς αρνούνται με πείσμα να αποδεχτούν ότι πρέπει να γίνει η διαδικασία αυτή. και είναι απαραίτητο να γίνει, όταν δεν διευκρινίζονται τα αίτια θανάτου ή όταν υπάρχει η παραμικρή υποψία για δολοπλοκία. Είναι και αυτοί που περιμένουν αγωνιωδώς την νεκροψία και τα αποτελέσματα της για να πάρουν μια απάντηση, όταν ο αγαπημένος τους έχει φύγει απροσδόκητα και χωρίς προφανές αίτιο. Καταλαβαίνεις λοιπόν τη δική μου θέση και το βάρος της ευθύνης όταν εγώ είμαι αυτός που θα πρέπει να δώσει τις απαντήσεις. Μάλλον αυτός που δίνει τις απαντήσεις είναι ο ίδιος ο νεκρός, εγώ απλά καλούμαι να ψάξω καλά και να δώσω το πόρισμα. Και ένα νεκρό σώμα πάντα μιλά και έχει πολλά να πει, για τη ζωή που έζησε, για τον τρόπο που προκλήθηκε ο θάνατος του, σου μιλά και σου λέει, εδώ είναι το μυστικό κρυμμένο, ψάξε καλά και φανέρωσε το και δώσε μου δικαίωση, να μπορέσω να αναπαυτώ.
Πάντα πριν ξεκινήσω τη διαδικασία διαβάζω όπως σου είπα το φάκελο του, όχι μόνο για να μελετήσω τα απαραίτητα στοιχεία και το ιατρικό ιστορικό αλλά και για να ξέρω το όνομα του. Αυτό το όνομα που του έδωσαν στη γέννηση του, αυτό το όνομα που έχει μετά θάνατον. Υπάρχει ακόμα και μπροστά μου δεν έχω ένα ανώνυμο πτώμα, αλλά ένα Γιάννη, μια Μαρία, έναν Αντρέα, μιαν Ελένη. Και τους σέβομαι, πίστεψε με, σέβομαι τον άνθρωπο που έχω μπροστά μου, αντιμετωπίζω με δέος το θάνατο, γιατί πριν το θάνατο προηγήθηκε η ζωή. διενεργώ τη νεκροψία και προσπαθώ να κάνω το καθήκον μου, αντικειμενικά και όσο πιο σωστά γίνεται, με τα εργαλεία που μου διαθέτει η επιστήμη και οι γνώσεις μου για να βγάλω το σωστό πόρισμα. Ξέρεις οι γιατροί με άλλες ειδικότητες, χειρουργοί, παθολόγοι, μαιευτήρες, έχουν ανταπόδωση για το καλό τους έργο. Ευχαριστήριες κάρτες, ανθοδέσμες , εγκάρδιες χειραψίες και το σημαντικότερο δάκρυα χαράς. Εγώ  αυτά τα δάκρυα χαράς δε θα αξιωθώ ποτέ να τα δω. Το μόνο στο οποίο μπορώ να ευελπιστώ είναι την ώρα που θα έρθουν οι μαυροφορεμένες φιγούρες να παραλάβουν τον αγαπημένο τους για να τον πάνε στην τελευταία του κατοικία, να φύγουν  τουλάχιστον με την ικανοποίηση ότι κάποιος άγνωστος, με άσπρη στολή, σεβάστηκε τον αγαπημένο τους και έκανε ότι καλύτερο μπορούσε για να απαντήσει στα ερωτηματικά τους. Μόνον έτσι μπορώ να αποχωρήσω και εγώ με τη συνείδηση μου ήσυχη, αφήνοντας πίσω το θάνατο και επιστρέφοντας και πάλι στη ζωή. Και η ζωή, ζωή μου, τώρα πια με καλεί και μου φωνάζει με το όνομα σου Ελοίζ. Μόνο να  μπορούσα να τα παρατήσω όλα και να έρθω να σε βρω, για μια ώρα μονάχα, να βυθιστώ στα μάτια σου και να κρατήσω τα ζεστά χέρια σου στα δικά μου. υπάρχουν όμως και τα πρέπει, τα πρέπει τα δικά σου, τα πρέπει τα δικά μου, αυτά που μας επιβάλλει η ζωή και το καθήκον, κρατώντας μας αμείλικτα μακριά από αυτό που πραγματικά θέλουμε. Κι εγώ θέλω εσένα Ελοίζ, σε θέλω όσο τίποτα άλλο ψυχή μου, ψυχή δική μου. Και να ξέρεις σε περιμένω. Περιμένω το γράμμα σου, όπως περιμένει ένα μικρό παιδάκι τον πατέρα το βράδυ να γυρίσει με τα καλούδια, μα περισσότερο περιμένω τη στιγμή που θα σε συναντήσω και θα δω τα μάτια σου.

Ψυχή και σώμα, παντοτινά δικός σου






Πέμπτη 3 Απριλίου 2014

ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ

όσο κι αν προσπαθούν να σκοτώσουν μέσα μας την αγάπη
αυτή ζει μέσα στην καρδιά μας, και όσο χτυπά η καρδιά μας θα ζει
μην τα βάλεις κάτω ποτέ ......μην εγκαταλείψεις την αγάπη ποτέ
έστω και αν αυτό που αγαπάς είναι μια ιδέα, ένα άπιαστο όνειρο ή μια ανάμνηση μιας προηγούμενης ζωής , να αγαπάς όπως αγαπάς, χωρίς εκπτώσεις και περικοπές, χωρίς όρια και συμφωνίες, κι ας στραπαστάρεσαι κι ας γελοιοποιείσαι κι ας γίνεσαι κουρέλι, η αγάπη θέλει αίμα και δάκρυ,
Η αγάπη δεν είναι παιχνίδι που θα μάθεις να το παίζεις σωστά,
αγάπη είναι να παίζεις για να χάσεις !
να πηγαίνεις στο πεδίο της μάχης χωρίς ασπίδες και όπλα για να νικηθείς ! 

ΜΣ

Πέμπτη 27 Μαρτίου 2014

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

το ΒΙΒΛΙΟ
     Ένα περιπολικό και ένα ασθενοφόρο κατέφθασαν στην Πατρών νούμερο 13 σχεδόν ταυτόχρονα. Ήταν εννιά παρά τέταρτο το πρωί, και μόλις δέκα λεπτά προηγουμένως κατέφθασε ένα τηλεφώνημα από ένα γείτονα που τους περίμενε ήδη έξω από την τεράστια βίλα. Όπως τους κατήγγειλε στο τηλέφωνο ψάχνοντας τον σκύλο του το πρωί, τον εντόπισε έξω από την είσοδο της τεράστιας βίλας να πηγαινοέρχεται κουνώντας την ουρά του ανήσυχα και γαυγίζοντας παράξενα. Όταν πλησίασε για να πάρει το σκύλο, μυρίστηκε μια έντονη και αφόρητη μυρωδιά, σαν ψόφιο, έτσι τους την περιέγραψε. Επίσης χτύπησε την πόρτα αλλά δεν άνοιγε κανείς και είχε μέρες να δει τον γείτονα του.
        Ο αστυνόμος υπηρεσίας κατέβηκε από το περιπολικό και προχώρησε στην είσοδο. Η μυρωδιά ήταν έντονη, και ήταν σίγουρα από κάποιον που πέθανε εδώ και μέρες. Ένευσε στο προσωπικό του ασθενοφόρου, ο νοσοκόμος τον πλησίασε φέρνοντας του μια μάσκα, αμέσως φόρεσε και ο ίδιος τη μάσκα του. Ο αστυνομικός φόρεσε πλαστικά γάντια μιας χρήσης και χτύπησε το κουδούνι, αν και ήταν σίγουρος ότι κανείς δε θα άνοιγε.  Ρώτησε το γείτονα αν υπήρχε έξτρα κλειδί. Δε νομίζω, του απάντησε εκείνος. Ο γείτονας του δεν ήταν από τους ανθρώπους που θα έδιναν αντικλείδι σε κάποιον. Ο αστυνόμος προχώρησε προς την πίσω πλευρά της βίλας. Η μπαλκονόπορτα της κουζίνας ήταν μισάνοιχτη, ο αστυνόμος άνοιξε μια μαύρη τσάντα και έβγαλε ένα ζευγάρι πλαστικά καλύμματα τα οποία φόρεσε πάνω από τα παπούτσια του πριν μπει μέσα. Άνοιξε την πόρτα και μια γκρίζα γάτα πετάχτηκε πάνω του, τρέχοντας προς τον κήπο φοβισμένη.  Προχώρησε,  πόρτα της κουζίνας από μέσα ήταν κλειστή. Ένα ραδιόφωνο έπαιζε χαμηλά, στο τραπέζι υπήρχε ένα πιάτο με δύο τοστ, ένα φλιτζάνι με καφέ, στο οποίο κολυμπούσε μια νεκρή μύγα, ένα πιατάκι με τυρί και λίγες πράσινες ελιές. Κάποιος δεν είχε προλάβει να τελειώσει το πρόγευμα του.
     Η γάτα ήρθε και πάλι μέσα, φαινόταν πεινασμένη. Ο αστυνόμος κοίταξε στο πάτωμα, τα δοχεία της ήταν άδεια. Πήρε το δοχείο του νερού και το γέμισε από τη βρύση, η γάτα πλησίασε και άρχισε να πίνει κοιτώντας τον με ευγνωμοσύνη. Πάνω στον πάγκο βρισκόταν ένα κουτί με ξηρή τροφή, το πήρε και της έβαλε λίγη στο άλλο δοχείο. Σε λίγο ακουγόταν ένα λαίμαργο κριτς κρατς από τα δοντάκια της πεινασμένης γάτας. Ο αστυνόμος άκουσε το κουδούνι να χτυπά, ήταν ο νοσοκόμος που περίμενε στην κύρια είσοδο. Προχώρησε στο σαλόνι, η μυρωδιά ήταν πλέον αποκρουστική και μόλις που συγκρατήθηκε να μην κάνει εμετό. Προχώρησε με γοργά βήματα και άνοιξε την κύρια είσοδο, ελπίζοντας να μπει λίγος φρέσκος αέρας και να φύγει αυτή η απαίσια μυρωδιά. Ο αέρας έκανε την πόρτα της κουζίνας να χτυπήσει δυνατά τρομάζοντας τους. Οι δύο νοσοκόμοι περίμεναν υπομονετικά έξω από την είσοδο τις οδηγίες του αστυνόμου. Θα περιμένετε λίγο ακόμα παιδιά, όπως βλέπετε ο κύριος είναι ήδη νεκρός και δε θα χρειαστεί την άμεση σας βοήθεια. Θα πρέπει να καλέσουμε τον ιατροδικαστή είπε δείχνοντας τους το πτώμα, έναν μεσήλικα ντυμένο με μπλε σατέν πυτζάμες και ένα χρώμα αποσύνθεσης που σχεδόν έμοιαζε στις πυτζάμες, να κάθεται σε μια ψηλή δερμάτινη καρέκλα μπροστά στο γραφείο του και το κεφάλι του γερμένο με τα μάτια ορθάνοιχτα, πάνω σε ένα ανοιχτό βιβλίο.
     Σε μισή ώρα ο δρόμος μπροστά από την μεγάλη έπαυλη είχε αποκλειστεί με περιπολικά και κίτρινες κορδέλες. Η ιατροδικαστής κατέφθασε στη σκηνή με την ομάδα του να βγάζουν δεκάδες φωτογραφίες. Γύρω στο μεσημέρι δόθηκε η άδεια να μεταφερθεί το πτώμα στο νεκροτομείο. Τότε ήρθε η σειρά του αστυνόμου, που περίμενε υπομονετικά την ιατροδικαστική ομάδα να ολοκληρώσει το έργο της, για να αναλάβει τα περαιτέρω. Ο αστυνόμος άρχισε να επιθεωρεί το χώρο ενδελεχώς. Δεν υπήρχαν πουθενά ενδείξεις για έγκλημα, καθόλου αίμα στο πάτωμα ή στους τοίχους, όλα φαίνονταν βαλμένα στη θέση τους, το σαλόνι αν και βρωμοκοπούσε σήψη κατά τα άλλα το πολυτελέστατο σαλόνι φαινόταν σε τάξη, σαν να μην το είχε αγγίξει ο θάνατος του ιδιοκτήτη του. Ο αστυνόμος μαζί με τον βοηθό του επιθεώρησαν όλο το σπίτι, όλα φαίνονταν σε τάξη. Όλα τα παράθυρα του πάνω ορόφου δεν φαίνονταν παραβιασμένα, μόνο το κρεβάτι ήταν άστρωτο, αλλά ήταν προφανές, αφού ο νεκρός είχε πεθάνει λίγο μετά που ξύπνησε, όπως μαρτυρούσε και  το μισοτελειωμένο πρόγευμα στην κουζίνα. Αλήθεια, με όλη αυτή τη φασαρία, η γάτα που βρισκόταν; Ο αστυνόμος επέστρεψε στην κουζίνα και την βρήκε να κοιμάται αμέριμνη στο καλάθι της, δεν φαινόταν να είχε αναστατωθεί καθόλου από το θάνατο του κύριου της, και αφού έφαγε και χόρτασε μετά από τόσες μέρες που έμεινε νηστική, είπε να ρίξει ένα υπνάκο. Ο αστυνόμος πήγε κοντά της και τη χάιδεψε στην πλάτη και εκείνη χωρίς να ανοίξει τα μάτια άρχισε να γουργουρίζει ευχαριστημένα.
«Θα σε πάρω μαζί μου εσένα» της είπε «θα σε φροντίσω μέχρι να δούμε τι θα κάνουμε»
«όλα έτοιμα αστυνόμε;» ρώτησε ο βοηθός του
«Ναι, νομίζω έχουμε όλα όσα χρειαζόμαστε. Από τις πρωί είμαστε εδώ και κοντεύει τρεις. Θα συνεχίσουμε στο τμήμα. Πάρε τη γάτα μαζί μας, δε θα την αφήσουμε εδώ να λιμοκτονήσει, θα την πάρω στο σπίτι απόψε μαζί μου μέχρι να της βρω ένα άλλο σπίτι»
«Μάλιστα αστυνόμε» είπε ο βοηθός χαμογελώντας και πήρε αγκαλιά τη μισοκοιμισμένη γάτα μαζί με το καλάθι και βγήκε από την πόρτα της κουζίνας.
Ο αστυνόμος επέστρεψε στο σαλόνι. Υπήρχε κάτι ακόμα που έπρεπε να πάρει μαζί του. Προχώρησε προς το γραφείο. Έσβησε το φωτιστικό που ήταν ακόμα αναμμένο. Πήρε το σημειωματάριο του και έγραψε.
Τετάρτη 30 Οκτώβρη 2013 Τι ώρα ξημερώνει; Γιατί είχε ανάψει το φωτιστικό για να διαβάσει; Δεν είχε ξημερώσει ακόμα; Να επιβεβαιώσω με την ώρα θανάτου με ιατροδικαστή !
Το γραφείο εκτός από το φωτιστικό είχε μια σιδερένια μολυβοθήκη. Πάνω της ανάγλυφη μια χρυσή πυραμίδα και τα αρχικά Μ.Μ. Γνωστό το σύμβολο αλλά ήταν νωρίς για να βγάλει συμπεράσματα. Δίπλα στην μολυβοθήκη σε μια χρυσή κορνίζα μια φωτογραφία με τρεις άντρες, όλοι ντυμένοι με ακριβά κοστούμια, να στέκονται στη σειρά, με τον εκλιπόντα στη μέση. Ο αστυνόμος πήρε ξανά το σημειωματάριο του.
Φωτογραφία στο γραφείο, σημαντικοί άντρες – φίλοι -  Να εντοπίσω τους άλλους δύο !
Τέλος στη μέση του γραφείου, ένα βιβλίο, ο αστυνόμος το κοίταξε προσεχτικά χωρίς να το μετακινήσει. Ήταν ανοιχτό και στη σελίδα είχε γραμμένη μια ομολογία, ίσως ένα αποχαιρετιστήριο μήνυμα, η πένα βρισκόταν στο πάτωμα, ο αστυνόμος έσκυψε, τη μάζεψε φορώντας πριν τα πλαστικά του γάντια, και την τοποθέτησε προσεχτικά σε ένα χάρτινο φάκελο. Σημείωσε και πάλι
Αυτοκτονία ;
Το βιβλίο έκρυβε το μυστικό. Το πήρε και το τοποθέτησε σε έναν χάρτινο, μεγαλύτερο φάκελο και προχώρησε στην έξοδο. Έξω περίμεναν δύο αστυνομικοί που θα περιφρουρούσαν τον χώρο. Ο αστυνόμος μπήκε μόνος στο αυτοκίνητο. Η γάτα βρισκόταν καθισμένη στο καλάθι της στη θέση του συνοδηγού. Ο βοηθός του περίμενε ένα νεύμα για να φύγει με το δικό του αυτοκίνητο. Ο αστυνόμος του ένευσε ότι είναι εντάξει να φύγει.
     Ο αστυνόμος ξεκίνησε για το τμήμα. Πριν όμως ήθελε να κάνει μια στάση να φάει κάτι, το στομάχι του άρχισε να διαμαρτύρεται. Σταμάτησε κοντά στον παραλιακό, δίπλα από ένα μικρό περίπτερο και πήρε ένα σάντουιτς και ένα μπουκάλι νερό.  Επέστρεψε στο περιπολικό. Η γάτα ξύπνησε μάλλον και πάλι πεινασμένη. Της έκοψε ένα κομμάτι ζαμπόν και της το έβαλε στο στόμα. Κομματάκι κομματάκι η γάτα έφαγε σχεδόν όλο το ζαμπόν και ο αστυνόμος το ψωμί και τις ντομάτες.
     «Χαλάλι σου γατούλα, τόσες μέρες είσαι νηστική» της είπε και εκείνη άρχισε να τρίβεται πάνω του με αγάπη. Εκείνος την άφησε να τον ευχαριστήσει με τον τρόπο της και μετά την έβαλε πάλι στο καλάθι της.
      Πήρε και πάλι τον χάρτινο φάκελο. Τον έτρωγε η περιέργεια να δει τι ήταν αυτό το περιβόητο σημείωμα, τα τελευταία λόγια που έγραψε ο νεκρός σε αυτό το παράξενο κιτρινισμένο βιβλίο. Άνοιξε στην πρώτη σελίδα. Βρήκε ξανά κολλημένη εκείνη την παλιά φωτογραφία με τους τρεις άντρες. Στις επόμενες σελίδες βρήκε κολλημένα αποκόμματα εφημερίδων, όλα σχεδόν αναφέρονταν σε μια τραγωδία που συνέβηκε τρία χρόνια πριν όταν ένα εμπορικό καράβι βυθίστηκε εν πλω, παίρνοντας στο βυθό τους δώδεκα ναύτες που εργάζονταν επάνω και τον καπετάνιο. Μια παράξενη υπόθεση καθώς ποτέ κανένας δεν ανακάλυψε τους λόγους για τους οποίους είχε βυθιστεί το καράβι, το οποίο ήταν φορτωμένο με εμπορευματοκιβώτια αξίας εκατομμυρίων. Είχε γίνει μεγάλος ντόρος τότε, η υπόθεση ήταν για μήνες στην επικαιρότητα, καθώς η ασφαλιστική εταιρία αρνιόταν να καταβάλει το ποσό της αποζημίωσης στην πλοιοκτήτρια εταιρία, καθώς ισχυρίζονταν ότι η βύθιση του πλοίου επήλθε λόγω κακής συντήρησης. Η υπόθεση κατέληξε στα δικαστήρια και μετά την παρέμβαση ενός πολύ ισχυρού δικηγόρου, η πλοιοκτήτρια εταιρία κέρδισε την υπόθεση και η ασφαλιστική εταιρία αναγκάστηκε να καταβάλει το ποσών των δεκαεφτά εκατομμυρίων ευρώ ως αποζημίωση, στην οποία συμπεριλαμβανόταν και η αποζημίωση των οικογενειών του καπετάνιου και των ναυτών.
       Όλα τα αποκόμματα αφορούσαν την υπόθεση του ναυαγίου. Φωτογραφίες με τα ονόματα των θυμάτων, φωτογραφίες του πλοίου όταν ακόμα ήταν στις δόξες του, φωτογραφίες με τους συγγενείς των θυμάτων ντυμένους στα μαύρα να διαμαρτύρονται έξω από το δικαστήριο. Μια φωτογραφία από τρεις άντρες να βγαίνουν έξω από το δικαστήριο με θριαμβευτικό βλέμμα, μετά την λήξη της δίκης. Οι τρεις άντρες που υπήρχαν στην πρώτη φωτογραφία. Και στα δύο τελευταία αποκόμματα, κάτι περίεργο. Ήταν αγγελίες θανάτου, η μία έγραφε 27 Οκτωβρίου 2011 και ο νεκρός ήταν ο ένας από τους τρεις κουστουμαρισμένους κύριους, στην άλλη έγραφε 27 Οκτωβρίου 2012 και ο νεκρός ήταν ο δεύτερος. Πέθανε ακριβώς ένα χρόνο μετά τον φίλο του. Ο τρίτος ; Σήμερα ήταν 30, μύριζε άσχημα, είχε πέθανε άραγε κι αυτός στις 27; Ένας θάνατος κάθε χρόνο; Αυτό παραήταν παράξενο για να είναι μια απλή σύμπτωση. Ο αστυνόμος γύρισε μερικές σελίδες πίσω.  Εντόπισε ένα από το απόκομμα  εφημερίδας που αναφερόταν στο ναυάγιο. Διάολε, το πλοίο είχε βυθιστεί στις 27 Οκτώβρη 2010. Τι στο καλό συνέβαινε επιτέλους; σίγουρα δεν ήταν αυτοκτονία, πώς μπορούσαν τρεις άνθρωποι να αυτοκτονούσαν ακριβώς την ίδια μέρα, κάθε χρόνο, για τρία συνεχή χρόνια; Όχι ,κάτι άλλο συνέβαινε, κάτι εγκληματικό.
     Ο αστυνόμος είχε ιδρώσει από την αγωνία. Προχώρησε στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου όπου διάβασε το χειρόγραφο σημείωμα.
27 Οκτώβρη 2013
Ονομάζομαι Σπύρος Ανανιάδης, δικηγόρος στο επάγγελμα, και δηλώνω τα πιο κάτω:
Οι συνεργάτες μου Φαίδωνας Νιάρος και Χρίστος Φιλίδης, ιδιοκτήτες της πλοιοκτήτριας εταιρίας Νιάρος & Φιλίδης Α.Ε. με κάλεσαν μετά από τη βύθιση του πλοίου τους ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ, για να αναλάβω να τους αντιπροσωπεύω στη δίκη με σκοπό την εξασφάλιση του ποσού που όφειλε η ασφαλιστική εταιρία στην εταιρία και στις οικογένειες των θυμάτων.
Για να εξασφαλίσω την επιτυχή έκβαση της δίκης, παραποίησα στοιχεία, λάδωσα μάρτυρες και πλήρωσα μεγάλα ποσά για να κρατήσω στόματα κλειστά. Η εταιρία αθωώθηκε των ευθυνών της και στα πρακτικά της δίκης καταγράφηκε ως υπεύθυνος ο καπετάνιος του πλοίου κάτι για το οποίο φρόντισα προσωπικά εγώ. Κερδίσαμε τη δίκη. Ο διάολος ήταν μαζί μας . Δύο εκατομμύρια πήγαν στις οικογένειες των εκλιπόντων. Τα υπόλοιπα δεκαπέντε τα μοιραστήκαμε ισάξια εγώ, ο Φαίδωνας και ο Χρίστος. Πήγαμε στα σπίτια μας και ξεχάσαμε το όλο θέμα. Το αλήθεια όμως ήταν ότι ο Φαίδωνας και ο Χρίστος βύθισαν το πλοίο, δολοφόνησαν δεκατρείς αθώους ανθρώπους για να κερδίσουν εκατομμύρια και εγώ τους βοήθησα, τους εξυπηρέτησα, τους αθώωσα, απαιτώντας ίσο μερίδιο με τους δολοφόνους.
Μια βδομάδα πριν την πρώτη επέτειο του ναυαγίου έλαβα ένα γράμμα από τον Φαίδωνα, όπου τρομοκρατημένος μου έγραφε ότι παρέλαβε ένα μαύρο βιβλίο, με τις φωτογραφίες, τα αποκόμματα των εφημερίδων, και ότι κάποιος ήξερε τα πάντα και ήμασταν τελειωμένοι. Τον πήρα τηλέφωνο λέγοντας του  να μην ανησυχεί και να μην στείλει άλλο γράμμα με τέτοιες βλακείες, που θα πρόδιδαν και εκείνον και εμάς. Φάνηκε καθησυχασμένος. Μετά από δυο μέρες μου ξανατηλεφώνησε κλαίγοντας. Μου είπε ότι θα πέθαινε. Έβλεπε παντού μέσα στο σπίτι τα φαντάσματα των ναυτών, ο καπετάνιος τον πλησίαζε και τον κοίταζε στα μάτια, ζητώντας δικαίωση. Ήταν τρομοκρατημένος και απαρηγόρητος. Δεν άκουγε τίποτα. Έκλεισα το τηλέφωνο πιστεύοντας ότι ο φίλος μου είχε τρελαθεί. Μετά από δυο μέρες έμαθα για τον θάνατο του. Πίστεψα ότι αυτοκτόνησε και συνέχισα τη ζωή μου.
Μια βδομάδα πριν την δεύτερη επέτειο του ναυαγίου έλαβα ένα τηλεφώνημα από τον Χρίστο, όπου τρομοκρατημένος μου έγραφε ότι παρέλαβε ένα μαύρο βιβλίο, το ίδιο μαύρο βιβλίο. Μου είπε ότι θα πέθαινε και ήθελε να με αποχαιρετήσει και να με προειδοποιήσει. Έβλεπε κι αυτός το φάντασμα του καπετάνιου, οι ναύτες τον περικύκλωναν, ζητώντας εκδίκηση. Με αποχαιρέτησε και έκλεισε το τηλέφωνο.  Μετά από λίγες μέρες έμαθα για τον θάνατο του. Δεν πίστεψα ότι αυτοκτόνησε, δεν μπορούσα πια να συνεχίσω τη ζωή μου.
   Για ένα ολόκληρο χρόνο έζησα με το φόβο αυτού που περίμενα να συμβεί. Είναι πολύ ψυχοφθόρο να ζεις περιμένοντας το θάνατο σου. Είναι σαν να είσαι ήδη νεκρός. Οι μέρες, πέρασαν, σταμάτησα να πηγαίνω στο γραφείο, σταμάτησα να βγαίνω έξω, να βλέπω τους φίλους μου.  Κλειδώθηκα στο σπίτι,  να περιφέρομαι σαν ζωντανός νεκρός, κοιτάζοντας τους καταραμένους δείχτες τον ρολογιών να μην σταματούν, μέχρι που μια μέρα τα πέταξα όλα. Δεν ήθελα να ξέρω τι μέρα είναι , τι μήνας είναι, όμως η μάχη με το χρόνο είναι μια μάχη χαμένη. Οι  μήνες πέρασαν και έφτασε ο καταραμένος Οκτώβρης. Ήρθε και η δική μου σειρά. Κατέφθασε όπως ανέμενα και σε μένα το μαύρο βιβλίο.  Χτύπησε το κουδούνι της εισόδου. Άνοιξα την πόρτα, δεν ήταν κανείς, μόνο το μαύρο βιβλίο στο δάπεδο μπροστά από την πόρτα. Έσκυψα και το πήρα, έκανα μεταβολή και μέχρι να μπω στο σπίτι ο ήλιος χάθηκε από προσώπου γης, έκλεισε την πόρτα πίσω μου αποχαιρετώντας μια για πάντα τον ήλιο, μια παράξενη πράσινη ομίχλη τρύπωσε από την χαραμάδα της πόρτας και η θερμοκρασία έπεσε απότομα. Πέρασα στην κουζίνα. Στο τραπέζι βρήκα τον καπετάνιο να κάθεται απέναντι μου καπνίζοντας. Τον κοίταζα και με κοίταζε αμίλητος, μόνο το βλέμμα του μου έλεγε, σε περιμένουμε,  ήρθε η σειρά σου, μετά χάθηκε.
 Δεν ξαναξημέρωσε, δεν ξανακοιμήθηκα, δεν μπορώ να κοιμηθώ περιμένοντας το τέλος. Οι ναύτες με έχουν περικυκλώσει, έρχονται ένας ένας μπροστά μου, μου φωνάζουν τα ονόματα τους, τα ονόματα των γυναικών τους, των γονιών τους, των παιδιών τους , με αποκαλούν δολοφόνο και καταραμένο. Είμαι δολοφόνος και καταραμένος στους αιώνες να βασανίζομαι από τα φαντάσματα αυτών που σκοτώθηκαν για αγοράσουμε την ευτυχία εμείς. Καμιά συγνώμη, καμιά απολογία, δεν θα φέρει πίσω τις χαμένες ζωές, και δεν θα καλύψει το κενό των ανθρώπων που έμειναν πίσω.
 Έτσι γράφω, τις τελευταίες μου λέξεις, πριν πάω να βρω τους φίλους μου στον άλλο κόσμο, ένα τελευταίο μήνυμα.
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΔΕΝ ΕΞΑΓΟΡΑΖΕΤΑΙ
Σπύρος Ανανιάδης
Ένα χτύπημα στο τζάμι ξάφνιασε τον αστυνόμο και η γάτα ξύπνησε ανατριχιασμένη λες και τη χτύπησε ρεύμα. Ο αστυνόμος  λες και μια ανώτερη δύναμη τον διέταζε άνοιξε το παράθυρο. Ένα παράξενο μαύρο σύννεφο μπήκε μπροστά από τον ήλιο και σκοτείνιασε απότομα. Μια παγωμένη πράσινη ομίχλη μπήκε από το παράθυρο,  ανατριχιάζοντας τη ραχοκοκαλιά του. Γύρισε τρομοκρατημένος το κεφάλι στα δεξιά του και είδε μια παράξενη απόκοσμη φιγούρα με στολή και  πηλίκιο να του έχει προτάξει το χέρι. 
«έχουν κι άλλοι σειρά αστυνόμε» άκουσε μια φωνή να ψιθυρίζει.
Σαν υπνωτισμένος  άνοιξε το παράθυρο, έκλεισε το βιβλίο και το παρέδωσε.
Η γάτα  κείτονταν ξεψυχισμένη στο διπλανό κάθισμα αλλά τα μάτια της κοιτούσαν ακόμα με τρόμο το παράθυρο !





















    
    




Τετάρτη 26 Μαρτίου 2014

ΤΟ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ

Το διαμέρισμα βρισκόταν στον έκτο όροφο του κτιρίου Φλάταιρον, ενός παλιού ουρανοξύστη, που στεκόταν στη γωνία της εκατοστής εβδομηκοστής πέμπτης λεωφόρου στην πόλη της Νέας Υόρκης από το 1902 με τα κεφάλια των Μεδουσών στην στενότερη πλευρά του κτιρίου να ατενίζουν με καχυποψία τους περαστικούς.
Το διαμέρισμα αγόρασε ο Άνταμ Λεβί το 1950 μόλις παντρεύτηκε και έζησε όλη του τη ζωή εκεί μαζί με την γυναίκα του και το γιο του Τζέιμς που σήμερα ήταν ο μοναδικός θαμώνας του παλιού αλλά καλά διατηρημένου διαμερίσματος με τα τεράστια παράθυρα που έβλεπαν και στις δύο πλευρές της πολυσύχναστης λεωφόρου.
Έξω η μέρα ήταν συννεφιασμένη και μουντή, το κρύο τσουχτερό. Ήταν ο πιο βαρύς χειμώνας των τελευταίων πενήντα χρόνων. Ο Τζέιμς ξύπνησε ζαλισμένος. Κοίταξε το χρυσό ρολόι χεριού στο κομοδίνο, ήταν δώδεκα και τέταρτο, Κυριακή, πρώτη του Γενάρη. Στα αυτιά του ηχούσαν ακόμα οι δυνατές φωνές, οι καραμούζες και τα τραγούδια από το ψεσινό πάρτι. Σύντομα θυμήθηκε ότι δεν είχε κοιμηθεί μόνος. Γύρισε αργά το ζαλισμένο του κεφάλι και είδε δίπλα του μια πανέμορφη κοκκινομάλλα να κοιμάται με το γυμνό της στήθος ξεσκέπαστο να ανεβοκατεβαίνει αργά σε κάθε της αναπνοή.
Ο Τζέιμς έκλεισε και πάλι τα μάτια για να φέρει στο μυαλό του την ανάμνηση όλων όσων είχαν γίνει το προηγούμενο βράδυ. Την είδε για πρώτη φορά στο πάρτι, με το που πέρασε το κατώφλι της εισόδου και την είδε με εκείνο το κατάλευκο φόρεμα είπε μέσα του «αυτή τη γυναίκα τη θέλω» Πόσο μάλλον όταν άκουσε και το όνομα της. Και αυτό που ήθελε ο Τζέιμς γινόταν. Είχε τον τρόπο να το πραγματοποιεί. Έτσι κι έγινε, την προσέγγισε, μίλησαν όλο το βράδυ και είχε τον τρόπο να λέει πάντα αυτά που θέλουν να ακούνε οι γυναίκες, ήπιαν τα ποτά τους, σαμπάνιες και κρασιά και σφηνάκια για το καλό του Νέου Χρόνου και λίγο πριν τις τρεις την έφερε στο διαμέρισμα του.
Σεξ. Ίσως το καλύτερο που έκανε ποτέ στη ζωή του. Υπήρχε τόση έλξη, τόση χημεία, τόσο πάθος με αυτή την άγνωστη κοκκινομάλλα που δεν κατάλαβε πότε ξημέρωσε και πότε αποκοιμήθηκαν αποκαμωμένοι. Ήταν μια ασυνήθιστη έκπληξη αυτή η ερωτική έκρηξη που ένοιωσε. Συνήθως οι προηγούμενες του παρτενέρ, με το αλκοόλ να τους χτυπάει στο κεφάλι, ξεχύνονταν και απελευθερώνονταν σε σημείο χυδαιότητας, ή απλά έγερναν μεθυσμένες και πηγαινοέρχονταν κάτω από τις ρυθμικές ωθήσεις του δικού του κορμιού αφήνοντας καμιά ξεψυχισμένη κραυγή ή απλά χασμουριόντουσαν. Και τότε και ο ίδιος ‘έπεφτε’ για ύπνο χωρίς καμιά περαιτέρω προσπάθεια για να τελειώσει, αφού δεν είχε νόημα.
Αυτή η κοπέλα όμως δεν είχε καμιά σχέση με τις άλλες. Δεν είχε μεθύσει, παρόλα αυτά όταν ήρθε στο διαμέρισμα του δεν είχε καμιά αμφιβολία ή ενδοιασμό για το λόγο που ήρθε μαζί του. Αυτή η κοπέλα ήθελε να έχει τον έλεγχο. Και ο Τζέιμς αφέθηκε για πρώτη φορά στα χέρια κάποιας γυναίκας και παρέδωσε τα ηνία. Και αυτό που τον φόβιζε περισσότερο ήταν το πόσο το είχε απολαύσει, ένοιωθε ευάλωτος.
-Καλημέρα Τζέιμς.
-Καλό μεσημέρι εννοείς. Είναι περασμένες δώδεκα.
-έχεις κάπου να πάς;
-όχι γλυκιά μου. Πουθενά καλύτερα από εδώ.
-Καλή χρονιά!
-Χρόνια πολλά κούκλα.
-Πεινάω σαν λύκος Τζέιμς, έχει κάτι να φάμε;
Τον ξάφνιασε ! συνήθως οι γκόμενες με το που ξυπνούσαν ντύνονταν και έφευγαν βιαστικές με τα ρούχα της προηγούμενης βραδιάς, λες προσπαθούσαν να διαγράψουν με κεκτημένη ταχύτητα όσα είχαν γίνει. Ο Τζέιμς πάντα προσπαθούσε να τις πείσει να μείνουν λίγο περισσότερο. Δεν του άρεσε ποτέ η ιδέα της εγκατάλειψης. Αυτή όμως δεν φαινόταν να βιάζεται ούτε να έχει τάσεις φυγής.
-Μα, ναι, βέβαια. Πάω να φτιάξω πρωινό
Σηκώθηκε, φόρεσε το μποξεράκι του και πήγε στην κουζίνα. Έβαλε νερό στην καφετιέρα και ψωμί στην τοστιέρα.
-Μμ, μυρίζει υπέροχα ο καφές Τζέιμς.
Κοίταξε ξαφνιασμένος πίσω του και την είδε να στέκεται μπροστά του ολόγυμνη. Ξεροκατάπιε. Στο φως της ημέρας γινόταν άλλος άνθρωπος. Ντροπαλός, ξενέρωτος, καμία σχέση με τον Καζανόβα του μεσονυχτίου. Εκείνη αντιλήφθηκε την αμηχανία του και γέλασε εύθυμα.
-δεν είχες κανένα πρόβλημα με αυτά ψες, είπε δείχνοντας τα πλούσια της στήθη. Τι έγινε τώρα; ντρέπεσαι ;
-Ω, όχι , απλά να…
-Ντανιέλα..
-απλά να ..Ντανιέλα
-θα προτιμούσες να είμαι ευπρεπώς ενδεδυμένη; Αυτό είναι; να μην περιφέρομαι εδώ μέσα τσίτσιδη;
-όχι, δεν με ενοχλεί, απλά δεν είμαι συνηθισμένος στο να έχω μια γυναίκα, με αυτό το, υπέροχο σώμα, να κυκλοφορεί γυμνή στο σπίτι μου Ντανιέλα, αυτό είναι όλο.
-Να Τζέιμς. Θέλω να ντυθώ, αλλά, να .. δε θέλω να φορέσω τα ρούχα που φορούσα ψες στο πάρτι. Βρωμοκοπάνε τσιγάρα και εκείνο το κρασί που χύθηκε πάνω στο φόρεμα μου. Αν μου έδινες ένα καθαρό μπλουζάκι σου και ένα εσώρουχο θα το εκτιμούσα αφάνταστα. Με επιστροφή εννοείται, δε θα τα κρατήσω.
-Οκ , άμα είναι να επιστραφούν, μπορείς να πάρεις μόνη σου ότι θες. Ντύσου μέχρι να ετοιμάσω και τα αυγά.
-Συμφωνήσαμε. Που είναι η γκαρνταρόμπα;
-Τέρμα του διαδρόμου, δεξιά, απέναντι από το υπνοδωμάτιο.
-Είσαι Θεός Τζέιμς.
Η Ντανιέλα έκανε με μια σχεδόν χορευτική κίνηση μεταβολή και με τα κόκκινα της μαλλιά να φτάνουν μέχρι τη μέση της και τα γυμνά της πόδια έμοιαζε λες και μόλις είχε βγει από τον κήπο της Εδέμ.
-Θεός που τον κολάζεις, σκέφτηκε εκείνος χτυπώντας την ομελέτα.
Άρχισε και πάλι να τον πνίγει εκείνο το παράξενο συναίσθημα ζαλάδας και δυσφορίας. Ήταν δωδεκάμισι και δεν του είχε αδειάσει ακόμα τη γωνία. Πότε στο διάολο θα έφευγε; γιατί αν δεν έφευγε θα έκανε και πάλι έρωτα μαζί της, το ένοιωθε, τη γούσταρε τρελά αυτή τη γυναίκα, αλλά αυτός δεν ήταν για έρωτες, τη νύχτα ήταν σεξ, τη μέρα δεν θα ήταν, θα ήταν κάτι περισσότερο και τότε ίσως αυτό να οδηγούσε σε κάτι άλλο, και αυτό το άλλο δεν το ήθελε, το έτρεμε μάλιστα, το μισούσε, το απεχθανόταν. Όχι, όχι δεν ήταν για κάτι άλλο αυτός, για τίποτα άλλο.
Προσπάθησε να ηρεμήσει. Η ομελέτα ήταν έτοιμη στα πιάτα, το βούτυρο έλιωνε πάνω στα τοστ, ο καφές άχνιζε ζεστός μέσα στα φλιτζάνια.
-Θέλεις ζάχαρη ή γάλα στον καφέ σου;
Καμιά απάντηση
-Ντανιέλα; θέλεις ζάχαρη ή γάλα;
Και πάλι δεν πήρε απάντηση. Μάλλον θα χει πάει στο μπάνιο σκέφτηκε και άρχισε να δαγκώνει νευρικά ένα από τα τοστ. Πέρασαν δέκα λεπτά ακόμη. Η Ντανιέλα δεν επέστρεψε. Άρχισε να ανησυχεί. Προχώρησε με γοργά βήματα στο διάδρομο, στάθηκε έξω από το μπάνιο και χτύπησε την πόρτα.
-Ντανιέλα; όλα καλά ;
Μόνο σιωπή. Ο Τζέιμς ένοιωσε το αίμα να φεύγει από το κεφάλι του. Πήρε βαθιά αναπνοή και άνοιξε απότομα την πόρτα. Το πρώτο πράγμα που αντίκρισε ήταν το αίμα. Αίμα στους τοίχους, αίμα στο λευκό πορσελάνινο πάτωμα, αίμα να τρέχει στο πόδι του νιπτήρα και στον καθρέφτη, γραμμένο με αίμα «ο θεός είναι ο κριτής μου» για λίγα δευτερόλεπτα δίστασε να μπει. Ήξερε ότι θα ήταν άσχημο το θέαμα. Άκουσε όμως μια ξεψυχισμένη κραυγή να ζητά βοήθεια. Έσκυψε πάνω από την μπανιέρα, καθόταν μέσα με τους καρπούς της να αιμορραγούν τις τελευταίες σταγόνες. Έτρεξε σε κλάσματα δευτερολέπτου στην κουζίνα, βρήκε το κινητό του και κάλεσε το 911. Σε λίγα λεπτά οι σειρήνες ακούγονταν έξω από το κτίριο Φλάτιρον, χτύπησε το κουδούνι και ένεψε σαν υπνωτισμένος σε δύο νοσηλευτές που προχώρησαν με ένα φορείο στο μπάνιο. Σε λίγα λεπτά βγήκαν και πάλι έξω με την κοπέλα στο φορείο, σκεπασμένη μέχρι το λαιμό με ένα πράσινο λεπτό σεντόνι και αναχώρησαν.
Ο Τζέιμς έκλεισε πίσω τους την πόρτα και έκατσε στο πάτωμα αποκαμωμένος με το κεφάλι στα χέρια και το βλέμμα στο κενό. Έβλεπε ακόμα μπροστά του το αίμα, μυριζόταν το αίμα, το γευόταν σχεδόν.
-Τζέιμς, ακούστηκε μια εκνευριστικά λεπτή γυναικεία φωνή.
-Φύγε !
-Τζέιμς Άνταμς Λέβι, του απευθύνθηκε επιτακτικά.
-Είπα φύγε.
-Σου μιλάω.
-Δεν φτάνει που έκανες ότι έκανες, μιλάς κιόλας;
- Πρόσεξε τον τόνο της φωνής σου νεαρέ.
-Γιατί μητέρα; θα «αυτοκτονήσεις» και εμένα ;
-το ξέρεις ότι δε θα μπορούσα να σου κάνω ποτέ κακό.
-Κι αυτό που έγινε μόλις τώρα τι ήταν ; Η καλή πράξη της ημέρας;
-Προληπτικά μέτρα.
-Είσαι παρανοϊκή.
-Απλά προσεχτική.
-Τι σου έφταιξε το κορίτσι μητέρα;
-Ένα τσουλάκι ήταν όλο κι όλο που σε πήδηξε καλά κι αντί να σηκωθεί να φύγει είχε και το θράσος να κυκλοφορεί στο σπίτι μου γυμνή.
-Δικό μου είναι το σπίτι πια μητέρα. Εσύ δε ζεις πια εδώ. Έχεις πεθάνει, το ξέχασες; γιατί δεν πας επιτέλους στο διάολο να ησυχάσουμε και να ζήσω και εγώ τη ζωή μου; Με έχεις καταστρέψει, σε βαρέθηκα.
-Επειδή σε αγαπώ παιδί μου; Επειδή θέλω το καλό σου;
-Έκανες ότι έκανες, φύγε τώρα, θα πάρω τηλέφωνο στο νοσοκομείο.
-Άσε, δε χρειάζεται, μην μπαίνεις στον κόπο.
-Γιατί;
-To πουτανάκι είχε κιόλας πεθάνει πριν την πάρουν σηκωτή από το διαμέρισμα.
Ο Τζέιμς σηκώθηκε εξαγριωμένος, πήρε ένα γυάλινο αυγό και της το πέταξε στα μούτρα. Αυτό τη διαπέρασε και προσγειώθηκε στον απέναντι τοίχο όπου και θρυμματίστηκε.
-Είσαι απαράδεχτος Τζέιμς. Ξέρεις πόσο αγαπώ τη συλλογή μου με τα αυγά Φαμπερζέ.
-Στον αγύριστο και εσύ και τα αυγά Φαμπερζέ και τα κρύσταλλα Βοημίας και οι πανάκριβες σου συλλογές. Όλα θα τα σπάσω ακούς; όλα!
-Δε θα τολμήσεις.
-Α, ναι, θα τολμήσω. Όπως με διέλυσες εσύ θα διαλύσω και εγώ ότι αγαπάς πιο πολύ.
-Και πότε πρόλαβες να αγαπήσεις κιόλας την κοκκινομάλλα τσούλα;
-Πάψε να την αποκαλείς έτσι. θα μπορούσα, αλλά δεν πρόλαβα. Μπήκες στη μέση, όπως κάθε φορά, ακάλεστη, και τα κατέστρεψες όλα. Ακριβώς όπως έκανες όσο ήσουν ζωντανή. Πάνε πέντε χρόνια που πέθανες, τι στο διάολο κάνεις ακόμα εδώ, μου λες;
-Ορκίστηκα να μη σε εγκαταλείψω ποτέ.
-Εμένα με ρώτησες;
-Η μάνα σου είμαι Τζέιμς
-Kαι πόσο θα συνεχιστεί αυτό μάνα; Όποτε φέρνω μια κοπέλα στο σπίτι θα τη ξεφορτώνεσαι για να μένουμε οι δυο μας ;
-Δεν έφερες και καμιά που να αξίζει Τζέιμς.
-Ζηλεύεις. Αυτό είναι όλο. Δεν αντέχεις να με βλέπεις με άλλη. Παραδέξου το. Γι αυτό δεν ξαναπαντρεύτηκες ποτέ, γι αυτό δεν έβαλες άλλον άντρα στο σπίτι, γι αυτό δεν άφησες ποτέ εμένα να παντρευτώ.
-Μη μιλάς έτσι γιε μου.
-όχι θα μιλήσω, είναι καιρός να τα βγάλω από μέσα μου. Γι αυτό ερχόσουν στο δωμάτιο μου, με φιλούσες, με χαίδ…..
-Σταμάτα !
-Και εγώ αυτό σου έλεγα αλλά δεν άκουγες.
-Σταμάτα σε παρακαλώ !
-Ακριβώς αυτό έλεγα. Αλλά εσύ δεν σταματούσες μαμά ! και δεν ήθελες να σε φωνάζω μαμά, ήθελες να σε φωνάζω με το όνομα σου, έτσι δεν είναι;
-Απλά σου είχα αδυναμία Τζέιμς, έμοιαζες τόσο στον πατέρα σου.
-δεν ήμουν ο πατέρας μου όμως, ήμουν ένα μικρό ανυπεράσπιστο αγόρι που πίστευε ότι έλεγες.
-Θα με συγχωρέσεις ποτέ γιε μου;
-Ποτέ, ποτέ ακούς; Δε θα ησυχάσω αν δεν έρθω ο ίδιος απ’ εκεί να σε αρπάξω και να σε βουτήξω ο ίδιος στην πίσσα της κόλασης. Μόνο τότε.
-----------------------------------------
1η Ιανουαρίου , δέκα χρόνια αργότερα !

Ο Τζέιμς ξάπλωσε στο φορείο, δύο φύλακες του έδεσαν το σώμα και τα πόδια με δερμάτινους ιμάντες. Τα γυμνά του χέρια δέθηκαν σε σανίδες που εξείχαν από το φορείο, στα δύο πλαϊνά. Ένας γιατρός τοποθέτησε έναν καθετήρα σε μια φλέβα σε καθέναν από τους βραχίονες του. Μέσω του καθετήρα του διοχέτευσε 10ml διαλύματος ηπαρίνης, ώστε να εμποδιστεί ο σχηματισμός θρόμβων. Στη συνέχεια σύνδεσε μια φιάλη 1.000ml αλατούχου διαλύματος στα άκρα των καθετήρων και τον οδήγησαν στο θάλαμο εκτελέσεων.

Ένας δικαστής του απάγγειλε τις κατηγορίες

-Τζέιμς Άνταμ Λεβί, έχεις καταδικαστεί σε θάνατο για την εν ψυχρώ δολοφονία των

Ντανιέλα Αβραάμ
Ντανιέλα Στίλερ
Ντανιέλα Έβι
Ντανιέλα Στάιν και
Ντανιέλα Εμμανουέλ

-Έχεις κάποια τελευταία δήλωση μελλοθάνατε;

-Ντανιέλα Άνταμς Λεβί ετοιμάσου , έρχομαι ! ! !

Κυριακή 23 Μαρτίου 2014

ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ 313

Το δωμάτιο 313 Η μέρα στο κατάστημα κυλούσε ήρεμα. Λίγα τηλεφωνήματα, ακόμα λιγότεροι πελάτες. Κόντευε μεσημέρι και τα μάτια της σχεδόν έκλειναν από τη νύστα. Σκεφτόταν πόσο βαρετό είναι να σπαταλάς τόσες ώρες ανούσια πίσω από ένα γραφείο, κλεισμένος σε τέσσερις τοίχους, χωρίς να κάνεις τίποτα δημιουργικό. Πραγματική σπατάλη χρόνου, ολάκερης ζωής. Πόσο μάλλον όταν η μέρα έξω είναι υπέροχη και θα μπορούσε κάλλιστα να κάθεται σε ένα παραλιακό καφέ χαλαρώνοντας και αγναντεύοντας τη θάλασσα ή να είναι απλά ξαπλωμένη στην άμμο απολαμβάνοντας τις απαλές αχτίδες του Απριλιάτικου ήλιου. Ήταν εκεί….. Ο ήχος του κινητού την επανέφερε από την ονειροπόληση. Άνοιξε το συρτάρι του γραφείου, πήρε το τηλέφωνο και άνοιξε το εισερχόμενο μήνυμα «Στο ίδιο μέρος, την ίδια ώρα» Χαμογέλασε, η καρδιά της άρχισε να καλπάζει άγρια, ρίγος πλημμύρισε όλο της το κορμί. Στις μία παρά πέντε κλείδωσε το γραφείο και μπήκε στο αυτοκίνητο. Μία και πέντε βρισκόταν παρκαρισμένη στο υπόγειο ενός παρακμιακού ξενοδοχείου. Άνοιξε τη τσάντα και κοίταξε μέσα, όλα βρίσκονταν εκεί. Πήρε τη μαύρη τσάντα από τη θέση του συνοδηγού, κατέβηκε, κλείδωσε το αυτοκίνητο και μπήκε στο κλιμακοστάσιο. Ανέβηκε με τα πόδια στον τρίτο όροφο. Προχώρησε στο στενό διάδρομο. Μια ξεφτισμένη γκρίζα μοκέτα ξεψύχιζε στο πάτωμα. Οι πόρτες των δωματίων ήταν όλες κλειστές. 301, 303, 305, 307,309,311, έφτασε μπροστά από την πόρτα με τον αριθμό 313. Ήταν μισάνοιχτη. Την έσπρωξε και μπήκε μέσα. Έκλεισε την πόρτα πίσω της και έστριψε αμέσως δεξιά στο μπάνιο. Γδύθηκε τοποθετώντας προσεχτικά τα ρούχα της στο μικρό ντουλάπι δεξιά. Μπήκε στο ντους. Το νερό ήταν καυτό. Πρόσεχε πάντα να μην βρέχονται τα μαλλιά της. Δεν είχε χρόνο για να τα στεγνώσει. Βγήκε, σκουπίστηκε, άνοιξε τη μαύρη τσάντα και πήρε από μέσα το σατέν νυχτικό. Το φόρεσε. Έβαλε λίγο άρωμα πίσω από το κάθε αυτί και βούρτσισε τα μαλλιά της. Γύρισε στο πλάι και κοίταξε τον πισινό της στον καθρέφτη, ισιώνοντας το νυχτικό. Έσβησε το φως του μπάνιου και έκλεισε την πόρτα, προχώρησε στο δωμάτιο! Οι κουρτίνες ήταν κλειστές και μόνο δυο κεριά πάνω στα κομοδίνα φώτιζαν τον χώρο. Την αιφνιδίασε αρπάζοντας την από πίσω και περνώντας το χέρι του φράζοντας το δικό της. Την έσπρωξε βίαια προς τον τοίχο κολλώντας το πρόσωπο της στην δερμάτινη ταπετσαρία. Προσπάθησε να φωνάξει «βοήθεια» αλλά το χέρι του της έφραζε το στόμα. Τον δάγκωσε με όλη της τη δύναμη αλλά αυτός την έσπρωξε πιο βίαια ακινητοποιώντας την. -Χαλάρωσε ! την διέταξε και εκείνη ανάσανε βαθιά και εγκατέλειψε κάθε αντίσταση.
- Άνοιξε τα πόδια ! συνέχισε εκείνος και έσπρωξε δεξί του πόδι ανάμεσα στα δικά της. -Έτσι μπράβο ! Μπήκε μέσα της, έτσι όπως έμπαινε πάντα, χωρίς προκαταρτικά, τα σιχαινόταν, για κείνον ήταν ένα ηλίθιο χάσιμο χρόνου. Το μόνο που ήθελε ήταν να μπαίνει μέσα της, ξανά και ξανά. Και αυτή ήθελε πάντα ότι ήθελε αυτός. Τον γούσταρε έτσι όπως ήταν, βίαιος και ωμός, χωρίς τρυφερές περιπτύξεις και ανούσια γλυκόλογα, χωρίς ψεύτικες απατηλές υποσχέσεις. Δεν ήταν έρωτας, ήταν μια πάλη σωμάτων σε ένα πεδίο μάχης μέχρι την τελική πτώση. Εκείνος βογκούσε από ηδονή, πότε της άρπαζε από τα μαλλιά και πότε την χαστούκιζε δυνατά στα πισινά. Εκείνη έσφιγγε τα δακρυσμένα μάτια της και δάγκωνε τα χείλη για να μη φωνάξει. Ο εγκέφαλος της είχε πλημμυρίσει με κύματα ηδονής ανάμικτα με πόνο, ήταν απόλυτα και ολοκληρωτικά υποταγμένη σ’ αυτόν. -Κουράστηκες, τρέμουν τα πόδια σου, ξάπλωσε στο κρεβάτι, της είπε και απομακρύνθηκε αφήνοντας την για λίγο μετέωρη. Τα πόδια της όχι μόνο έτρεμαν, δεν τα ένοιωθε σχεδόν, έκανε δυο βήματα και σωριάστηκε στο κρεβάτι εξαντλημένη. Ανέβηκε στο κρεβάτι και γονάτισε μπροστά της. -Άσε με να μπω μέσα σου, της είπε και εκείνη δίπλωσε τα γόνατα και άνοιξε τα πόδια της, γύρισε το κεφάλι στο πλάι και έκλεισε τα μάτια περιμένοντας την παλίρροια. Και ήρθε η πρώτη του ώθηση, σαν άγριο κύμα και την χτύπησε σαν ηλεκτροφόρο σύρμα κατακλύζοντας την από τη βάση της μέχρι την κορφή του κεφαλιού. Ασυναίσθητα άπλωσε το χέρι και πήρε το μαξιλάρι από το προσκέφαλο της και κάλυψε το πρόσωπο της δαγκώνοντας το. Δεύτερη ώθηση, δεύτερο κύμα έκανε όλο το κορμί της να συσπαστεί. 
Εκείνος άρπαξε το μαξιλάρι και το έφυγε από το πρόσωπο της πετώντας το στο πάτωμα. Έβαλε και τα δυο χέρια του πάνω από τα δικά της ακινητοποιώντας την. -Κοίταξε με ! Μπορείς ; Έσφιξε περισσότερο τα κλειστά της μάτια και έγνεψε με το κεφάλι όχι. -Όχι όχι, σε παρακαλώ Τρίτη ώθηση, τρίτο κύμα, πιο βαθύ, πιο άγριο. -Άνοιξε τα μάτια σου, την διάταξε. Κοίταξε με. Άνοιξε ταμάτια της διστακτικά, δυο κατάμαυρα μάτια από πάνω της την κατακεραύνωναν εξουσιαστικά και άπονα και ένοιωθε να τον μισεί, ήθελε να τον βρίσει, να του γδάρει με τα νύχια την πλάτη, αλλά τα χέρια του πϊεζαν τα δικά της και βρισκόταν ολόκληρος μέσα της και πάνω της που δεν μπορεί να μετακινηθεί εκατοστό. -Σε παρακαλώ, άφησε με να έχω τα μάτια κλειστά, το ξέρεις δεν μπορώ διαφορετικά. -όχι, θέλω να με κοιτάς όταν μπαίνω μέσα σου, της είπε σπρώχνοντας πιο βαθιά. 
-Να έτσι, να βλέπω αυτούς τους μορφασμούς ηδονής, το πώς μεγαλώνουν οι κόρες των ματιών σου όταν πλησιάζεις να τελειώσεις, το πώς δακρύζεις από πόθο και σφίγγεσαι να μην φωνάξεις. Κοίτα με. Είσαι δική μου, μου ανήκεις, ακούς; Δική μου. Η καρδιά σου χτυπά για μένα, τα στήθη σου έχουν σκληρύνει για μένα, τα υγρά σου μεταγγίζονται σε μένα. Είμαι μέσα σου και γινόμαστε ένα. Αντέχεις; -Όχι πολύ ακόμα. -Άντεξε λίγο ακόμα, είπε και τη φίλησε στο στόμα. -Τώρα, είπε σχεδόν ψιθυριστά εκείνη. -Τώρα αγάπη μου, μαζί. Γι αυτό είμαι εδώ. -Ελευθέρωσε τα χέρια μου, σε παρακαλώ του είπε και εκείνος χαλάρωσε το κράτημα του. Άπλωσε τα χέρια της, χάιδεψε τα μαλλιά του κι έσπρωξε το κεφάλι του προς το πρόσωπο της. -Κοίταξε με, του είπε και εκείνος την κοίταξε στα μάτια. Μια σταγόνα ιδρώτα έπεσε από το μέτωπο του στο στόμα της. Ένας σπασμός σχηματίστηκε στο πρόσωπο του και έκλεισε τα μάτια του σφικτά βογκώντας. -Άνοιξε τα μάτια σου, διέταξε ξανά εκείνη. 
-Θέλω να με κοιτάζεις.Θέλω να βλέπω όταν βαθαίνει εκείνη η ρυτίδα στην μέση των ματιών σου, το πώς τεντώνονται οι φλέβες στο λαιμό σου και να σε ακούω να μουγκρίζεις σαν θηρίο όταν τελειώνεις. -Τώρα, μούγκρισε εκείνος. -Τώρα, μαζί ! Ξάπλωσαν αγκαλιασμένοι λαχανιάζοντας. Σε λίγο τον άκουσε να σηκώνεται. Γύρισε στο πλάι και κουλουριάστηκε με τα μάτια κλειστά. -Έλα, σου έφερα νερό, της είπε χαιδεύοντας της τα μαλλιά. -Ευχαριστώ, είπε καταπίνοντας αργά δυο τρεις γουλιές. -Σε πόνεσα πολύ; -Όχι, αποκρίθηκε ακουμπώντας το ποτήρι στο μικρό ξύλινο κομοδίνο και ξάπλωσε διπλώνοντας το πόδια στο στήθος.
Την σκέπασε με το ξεφτισμένο σκέπασμα του κρεβατιού. -Πες μου, σε πόνεσα; -Λίγο, του απάντησε σφίγγοντας περισσότερο τα πόδια της. -Συγνώμη. -Δεν το εννοείς. -Δε θα επαναληφθεί. -Ούτε αυτό το εννοείς. Αφού θέλεις να με πονάς, τουλάχιστον παραδέξου το. -Το παραδέχομαι. Αλλά μετανιώνω μετά. -Έλα ξάπλωσε δίπλα μου και σταμάτα να μιλάς άσκοπα. Ξάπλωσε στη δεξιά πλευρά του κρεβατιού και κόλλησε το γυμνό κορμί του πίσω της κάνοντας την να ανατριχιάσει και πάλι ολόκληρη και να σφιχτεί με αγωνία. -Χαλάρωσε μωρό μου, μη φοβάσαι, δε θα σε πονέσω άλλο. 
Την γύρισε προς το μέρος του, ξαπλώνοντας την ανάσκελα, το χέρι του χάιδεψε απαλά το στήθος της, πέρασε πάνω από την κοιλιά της και βρέθηκε ανάμεσα στα πόδια της. Εκείνη αναστέναξε και έβγαλε ένα μικρό βογγητό. -Κοιμήσου τώρα εσύ, της είπε βυθίζοντας το δάχτυλο του βαθιά, εσύ κοιμήσου. ---------------------------------------------------- -Αγάπες, γύρισα ! -Μαμά ! φώναξε χαρούμενα μια κοριτσίστικη φωνούλα. -Κούκλα μου ! άνοιξε τα χέρια της αγκαλιάζοντας τη μικρή. Τι κάνεις ; -Μια χαρά μαμά. Εσύ ; -Πολύ καλά μαντάμ, σας ευχαριστώ. Πες μου διάβασες τα μαθήματα σου; -Άμα κάτσει για πέντε λεπτά ήσυχη θα τα καταφέρει να τελειώσει, απάντησε μια ανδρική φωνή από την κουζίνα. -Άντε Ειρηνούλα, πάμε λοιπόν να δούμε τι γίνεται. Στο τραπέζι της κουζίνας ήταν διάσπαρτα βιβλία και τετράδια της πρώτης δημοτικού, καρτέλες με γράμματα του αλφαβήτου και συλλαβές, χρωματιστά μολύβια και ένα μικρό λούτρινο σκυλάκι που ποτέ δεν αποχωριζόταν η μικρή. -Ω, τι βλέπω; Και ο Σποτ στην παρέα; -Ναι μαμά, με βοηθά στα μαθήματα. -Γαβ, γαβ, έκανε παραπονεμένα εκείνος. -Ω, μα πήραμε κι άλλο σκυλάκι και δεν μου το είπατε; -Μαμά, γέλασε η μικρή, ο μπαμπάς είναι. -Ο μπαμπάς; Μα δε βλέπω κανέναν μπαμπά εγώ εδώ. -Ώστε; είμαι αόρατος σούπερ μπαμπάς; είπε εκείνος ψευτοθυμωμένος. -Α, να τος. Τώρα ναι , σε βλέπω. Αγάπη μου, τι κάνεις; -Κάνω τον Ιταλό σεφ κούκλα. -Τι καλό μας φτιάχνεις; -Μακαρονάδα μπέιμπ. Πολωνέζα ! -Και μυρίζει υπέροχα η Πολωνέζα σου μπέιπ. Ο μεγάλος που είναι; -Αγγλικά ή καράτε; έχασα τον λογαριασμό, τι μέρα είναι; -Πέμπτη! πετάχτηκε η μικρή -Άρα καράτε. Εφτά τελειώνει -Γεια, μπήκε καταιδρωμένος ο γιος από την πίσω πόρτα της κουζίνας. -Καλώς τον γιόκα μου, τον λεβέντη μου. -Ρε μάνα, είπαμε κόψε τα αυτά. Δεν είμαι μωρό. -οκ κύριε Πέτρο, τα κόβω. Έλα τώρα δώσε στη μανούλα ένα φιλάκι. Την αγκάλιασε, την φίλησε και τη σήκωσε στην αγκαλιά του. -Επ, διαμαρτυρήθηκε ο πατέρας, άσε κάτω τη γυναίκα μου ρε. -Με συγχωρείς πολύ αλλά η γυναίκα σου τυχαίνει να είναι η μάνα μου κύριε και έχω προτεραιότητα. Την άφησε και πήγε να πειράξει την αδερφή του αρπάζοντας το σκυλάκι της. -Δεν είναι καιρός να τον πετάξεις αυτόν μαμά; Χάλασε, κοίτα πόσο λερωμένος είναι. Η μικρή άρχισε να τσιρίζει ξεκουφαίνοντας τους με την διαπεραστική της στριγκλιά. -Πέτρο, να χαρείς δώσε της το σκυλάκι της να σταματήσει και δεν μπορώ να την ακούω άλλο. -οκ ντατ , ρελάξ ! -Ειρήνη τελείωσες παιδί μου. -Γες νταντ, απάντησε η μικρή αντιγράφοντας τα αγγλικά του αδερφού της. -άντε ησυχάστε και η μαμά τώρα ήρθε και είναι κουρασμένη! Ειρήνη, έχεις δύο λεπτά να μαζέψεις τα βιβλία σου, Πέτρο έχεις ενάμιση λεπτό να βάλεις μαχαιροπήρουνα, φέρε αλάτι και χαρτομάντηλα. Αγάπη μου πήγαινε να πλυθείς μέχρι να ετοιμάσω τραπέζι, το φαγητό είναι έτοιμο. -Οκ νταντ, του απάντησε η γυναίκα του χαμογελώντας πονηρά, μη θυμώνεις. ------------------------------------------------------- -Κοιμήθηκε η Ειρήνη; -Και οι δύο! -Έλα ξάπλωσε και εσύ, του είπε κάνοντας του χώρο δίπλα της και άνοιξε την αγκαλιά της. 
Ακούμπησε το κεφάλι του στο στήθος της και άφησε έναν μικρό αναστεναγμό. -Πώς τα πέρασες σήμερα στη δουλειά; -Ησυχίες μωρό μου. -Μωρό, της είπε, σε πήρα τηλέφωνο γύρω στις δύο αλλά δεν απαντούσες, γιατί; -Αγάπη, αφού είχα ραντεβού για μασάζ σήμερα, ξέχασες; του απάντησε και του γύρισε την πλάτη τουρλώνοντας τον πισινό της προς το μέρος του. 
-Η Αννίτα μου το χει ξεκόψει, την ώρα του μασάζ το κινητό το θέλει να ναι κλειστό, δεν θέλει τίποτα να της χαλάει την ενέργεια. -Μάλιστα ! είδες την Αννίτα επαγγελματισμό; -Δε μου είπες εσύ, πώς τα πέρασες; -Ησυχίες κι εγώ. -Ξέρεις, σε πήρα κι εγώ γύρω στις τρεις αλλά το είχες κι εσύ κλειστό. -Ήμουν γυμναστήριο μωρό μου και ξέρεις όταν κτίζω κορμάρα το κλείνω. Με ήθελες κάτι σημαντικό; -Όχι ! τίποτα σημαντικό. Πες μου, αύριο δουλεύεις; -Ναι, πρωινή βάρδια , τέσσερις – έντεκα ! -Θυμήθηκες να βάλεις ξυπνητήρι; -Ναι μωρό μου, έβαλα μην έχεις έννοια. Τρεις παρά δέκα. -Παρά δέκα; -Ναι, παρά δέκα, επανέλαβε και την τράβηξε προς το μέρος του, ξαπλώνοντας την ανάσκελα, άνοιξε τα κουμπιά της νυχτικιάς της. Xάιδεψε απαλά το στήθος της, πέρασε πάνω από την κοιλιά της και έφερε το χέρι του ανάμεσα στα πόδια της. Εκείνη αναστέναξε και έβγαλε ένα μικρό βογγητό. -Θέλω να σε πηδήξω άγρια πριν φύγω της είπε βυθίζοντας το δάχτυλο του μέσα της. 
Εκείνη άπλωσε το χέρι και έφερε το μαξιλάρι στο πρόσωπο της δαγκώνοντας το. -Άσε το αυτό, της είπε τραβώντας το μαξιλάρι και εκείνη έκρυψε το κεφάλι της στο λαιμό του δαγκώνοντας τον
-Eλα, έλα μωρό μου, χαλάρωσε, κλείσε τα μάτια και κοιμήσου, άσε εμένα να σε χαϊδεύω και εσύ κοιμήσου.

Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2013

ΜΑΝΑ

Μια γυναίκα μπορεί να είναι καλή, πολύ καλή, αλλά όταν πρόκειται για τα παιδιά της και την ασφάλεια τους, σωματική ή ψυχική μπορεί να γίνει κακή και επικίνδυνη!!!!!!!!! Το αρχέγονο μητρικό ένστικτο είναι και το δυνατότερο !

η αλήθεια

η αλήθεια θα ακουστεί στα κλειστά σου αυτιά, η αλήθεια θα λάμψει μπρος στα κλειστά σου μάτια. 
Η αλήθεια θα σε ξυπνήσει απ' τον βαθύ σου ύπνο, θα σε σώσει απ' την γάγγραινα του μακάριου σου ύπνου
κι αν ο πόνος τώρα σου φαίνεται αβάσταχτος και ρέει το αίμα απ την καρδιά, πάρε το αίμα απ' την πληγή και γράψε τα ωραιότερα σου ποιήματα....
ΕΙΜΑΣΤΕ ΤΟΣΟ ΒΙΑΣΤΙΚΟΙ ΠΟΥ ΟΥΤΕ ΕΝΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙ ΔΕΝ ΠΡΟΛΑΒΑΙΝΕΙ ΝΑ ΜΑΣ ΧΕΣΕΙ

ΣΤΑΧΤΗ

Κι αν γευόμαστε τα συναισθήματα
λέμε γλυκιά την αγάπη, και πικρή τη θλίψη, αλμυρά τα δάκρυα
πες μου
όταν έχει πια περάσει η αγάπη, πάψει η θλίψη, στερέψουν τα δάκρυα
τι γεύση έχει η απώλεια ; τι γεύση έχει το κενό ; 
σκουριασμένα σίδερα και σάπια ξύλινα κουφάρια, η γεύση της στάχτης ..... 

ο ΑΓΓΕΛΟΣ

Το μικρό νεκροταφείο στεκόταν μόνο του, πάνω σε ένα λόφο λίγο έξω από τη ήσυχη πόλη. Περιστοιχισμένο από ένα ψηλό άχαρο γκρίζο τοίχο, με πράσινες κορυφές των κυπαρισσιών να ξεπροβάλλουν κοιτάζοντας πάνω από τον τοίχο με περιέργεια και δυο σιδερένιες μαύρες καγκελόπορτες που έμοιαζαν να οδηγούν στον κήπο της Εδέμ. 
Σταμάτησα το αυτοκίνητο μπροστά από την είσοδο και κατέβηκα. Ένας χρόνος έκλεινε σήμερα από το θάνατο της μητέρας μου. Τελευταία μέρα του Σεπτέμβρη, είχε κιόλας δειλινιάσει και ένα ψυχρό αεράκι φυσούσε πάνω από τις ταφόπλακες δρόσιζοντας τις ψυχές. Προχώρησα διστακτικά προς το βάθος. Το νεκροταφείο είχε σχεδόν γεμίσει και για να φτάσω στη μητέρα μου έπρεπε να περπατήσω προς την άλλη άκρη. Απολάμβανα αυτό τον μικρό περίπατο και είχα πια εξοικειωθεί με το περιβάλλον και δεν μου προκαλούσε κανένα φόβο ή περίεργο συναίσθημα, ίσα ίσα που απολάμβανα την ησυχία και γαλήνη που υπήρχε στο απομονωμένο μέρος, τον αέρα που μουρμουρούσε χαμηλόφωνα τις κορυφές των κυπαρισσιών, τις γάτες που περιπλανιόντουσαν ή ξάπλωναν νωχελικά πάνω στους τάφους.
Έφτασα κοντά της. «Γεια σου μανούλα” της είπα κοιτάζοντας τη φωτογραφία της, στα τριάντα, όμορφη και χαμογελαστή σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία. Πρόσθεσα λάδι στο καντηλάκι, άναψα το θυμιατό και προσευχήθηκα. Ένα χρόνο μετά ακόμα δεν το είχα συνειδητοποιήσει, κάθε μέρα πήγαινα στο σπίτι περιμένοντας να τη δω, να την ακούσω να τραγουδάει μαγειρεύοντας, αλλά όχι η μαμά ήταν εδώ, βουβή και αμίλητη. Έκατσα κοντά της και της μίλησα, γιατί η μαμά πάντα με ακούει, κλείνω τα μάτια και νοιώθω το χάδι της στο πρόσωπο μου. Κλείνω τα μάτια και έρχονται οι πιο παράξενες αναμνήσεις, όπως τη φορά που διπλώναμε τη μπουγάδα στο υπνοδωμάτιο της και της λέω «για ξαναπες αυτό το τραγούδι μαμά» και εκείνη με ρώτησε «ποιο τραγούδι» «αυτό που μόλις τραγούδησες» και άρχισα να επαναλαμβάνω με ρυθμό τα λόγια που μόλις είχα ακούσει «του φωνάζει ο γάτος γεια σου, θα σου κόψω την ουρά σου. Πες μου και το υπόλοιπο» και η μαμά με κοίταξε αποσβολωμένη απαντώντας μου «δεν το τραγούδησα, το σκεφτόμουν μόνο, δεν άνοιξα καν το στόμα μου» «εγώ πάντως το άκουσα μαμά» της είπα «τηλεπάθεια μάλλον»
«Καλησπέρα» μια ανδρική φωνή με έβγαλε από τις αναμνήσεις μου.
«Καλησπέρα» απάντησα με τα μάτια βουρκωμένα
«έρχεσαι συχνά; δεν σε έχω ξαναδεί»
«όχι, έχει καιρό να έρθω» απάντησα νοιώθοντας ενοχές που δεν έβρισκα το κουράγιο να πηγαίνω συχνότερα στον τάφο της μάνας μου. «εσύ;» ρώτησα από ευγένεια παρά από πραγματική περιέργεια
«είναι σαν να μη φεύγω ποτέ» μου απάντησε χαμογελώντας απροσδιόριστα.
Σηκώθηκα από το πεζούλι που καθόμουν, πήρα τη τσάντα μου για να φύγω. Η παρουσία αυτού του άντρα μου προκαλούσε ταραχή. Δεν ήταν πάρα πολύ ψηλός, αλλά ήταν μελαχρινός και πανέμορφος, με πυκνά μαύρα μαλλιά και φρύδια και ένα ζευγάρι παράξενα γκρίζα μάτια που αναβόσβηναν σαν φωτάκια στο ολόλευκο αγγελικό πρόσωπο του. Φορούσε μαύρο παντελόνι και πουκάμισο, πράγμα αναμενόμενο για κάποιον που θα έχασε πρόσφατα μάλλον κάποιον αγαπημένο του. Εγώ πάλι, ποτέ δεν μπόρεσα να μαυροφορέσω, όσο κι αν πένθησα τη μάνα μου, αυτό το μαύρο πλάκωνε τη ψυχή μου παραπάνω κι απ το θάνατο.
«Πώς σε λένε;»
«Μικαέλλα»
«Χαίρω πολύ, Άγγελος» μου έδωσε το χέρι του για χειραψία. Είχε το πιο παγωμένο χέρι που είχα αγγίξει ποτέ, αλλά ήταν ήδη τέλος Σεπτέμβρη και το ύφασμα του πουκάμισου του ήταν πολύ λεπτό, ενώ εγώ είχα κιόλας ρίξει πάνω μου τη ζακέτα μου.
«Χάρηκα Άγγελε, καληνύχτα»
«Επίσης, καληνύχτα» μου είπε και προχώρησα προς την έξοδο του κοιμητηρίου γιατί σχεδόν είχε σκοτεινιάσει και άρχισα να φοβάμαι.
Μια βδομάδα αργότερα επέστρεψα και πάλι στο κοιμητήριο. Για κάποιον απροσδιόριστο λόγο αυτός ο άντρας δεν έβγαινε από το μυαλό μου και δεν ήταν μόνο η ομορφιά του που με έλκυε τόσο, ήταν κάτι άλλο, πιο βαθύ που απλά δεν μπορούσα να καταλάβω ακόμα. Έφτασα στο μνήμα της μητέρας μου, άναψα όπως πάντα το θυμιατό αλλά τα μάτια μου κοίταζαν γύρω ψάχνοντας αυτόν.
«Καλησπέρα Μικαέλλα» άκουσα τη φωνή του και γυρίζοντας το κεφάλι τον είδα πίσω μου λες και είχε εμφανιστεί από το πουθενά.
«Καλησπέρα Άγγελε» (μου) πρόσθεσα μέσα μου χαμογελώντας σαν χαζή που τον ξαναέβλεπα.
«Πώς είσαι Μικαέλλα;»
«Μια χαρά, ευχαριστώ, εσύ;»
«Όπως βλέπεις, καλά! Εδώ, όπως πάντα»
Περπατήσαμε ανάμεσα στους στενούς διαδρόμους και τα μνήματα, μιλήσαμε για το πόσο όμορφη είναι ζωή πάνω από τις φωτογραφίες αυτών που κοιμόντουσαν τον αιώνιο ύπνο. Εκείνοι ήταν περισσότεροι από εμάς, και εμείς στεκόμασταν και περπατούσαμε ακόμα ζωντανοί. Καταλήξαμε σε ένα μικρό ξύλινο παγκάκι, βαμμένο και αυτό στο χρώμα του κυπαρισσιού, καθίσαμε δίπλα δίπλα, σαν μαθητές στο διάλειμμα, και συνεχίσαμε να μιλάμε και η μια κουβέντα έφερνε την άλλη, μέχρι που νύχτωσε για τα καλά και άναψαν τα άστρα στον ουρανό, λαμπυρίζοντας με τον ίδιο ρυθμό που τρεμόσβηναν τα καντηλάκια. Βρισκόταν κολλημένος δίπλα μου και έβλεπα το στήθος του να ανεβοκατεβαίνει σε κάθε αναπνοή και τα γκρίζα μάτια του να γυαλίζουν στο σκοτάδι, απαράλλαχτα με τη γάτα που καθόταν στον τάφο απέναντι. Το κρύο διαπερνούσε τη ζακέτα μου, ανατρίχιασα. Η ώρα ήταν περασμένη και το πεινασμένο μου στομάχι διαμαρτυρόταν έντονα.
«έχει περάσει η ώρα, μήπως να φεύγαμε;»
«Ναι! Έχεις δίκαιο» μου είπε και σηκώθηκε «καληνύχτα Μικαέλλα»
«Καληνύχτα Άγγελε» (μου) πρόσθεσα μέσα μου και παρακαλούσα να γίνει πραγματικά δικός μου.
Αυτή τη φορά δεν άντεξα να περιμένω μια βδομάδα για να επιστρέψω. Σε τρεις μέρες βρέθηκα εκεί και είμαι σίγουρη ότι αν με έβλεπε η μάνα μου από εκ’ εκεί πάνω θα χαμογελούσε με τον τρόπο και το μέρος που βρήκε να με χτυπήσει ο έρωτας, ίσως και να έτριβε τα χέρια της με ευχαρίστηση που όλο αυτό συνέβηκε εν μέρει εξαιτίας της. Χαμογέλασα στη σκέψη και ψήλωσα το κεφάλι προς τα σύννεφα ίσως και την έβλεπα να μου νεύει συγκατανευτικά από εκεί πάνω.
«Χαίρομαι που σε βλέπω ξανά» άκουσα τη γνωστή πια φωνή. Ήταν μπροστά μου, ήταν πανέμορφος, και έκανε την καρδιά μου να καλπάζει.
«Κι εγώ Άγγελε μου» αυτή τη φορά ξεγλύστρισε και το ‘μου’ αλλά ήταν πολύ αργά για να το πάρω πίσω. Τον είδα όμως να χαμογελά, του άρεσε.
«Σε περίμενα Μικαέλλα μου» και πήρε το χέρι μου στο δικό του, εντελώς φυσικά, λες και ήταν κάτι που έκανε εδώ και χρόνια. Περπατήσαμε και μιλήσαμε για τόσα πολλά πράγματα και πέρασε η ώρα, πέρασε η μέρα, ήρθε η επόμενη και εγώ βρέθηκα και πάλι εκεί, για να τον δω, τον Άγγελο μου, να τον δω, να του μιλήσω, να κρύψω το χέρι μου στο δικό του, για να του πω για το όνειρο μου που άρχισε να γίνεται ένα με το δικό του. Δεν επιδιώξαμε ακόμα να συναντηθούμε κάπου αλλού. Μας βόλευε η γαλήνη και η ηρεμία του χώρου αυτού. Δεν υπήρχε κανένας να μας διακόψει, καμιά ενόχληση στην όμορφη μελωδία που τραγουδούσαν τα τελευταία τριζόνια αποχαιρετώντας τις τελευταίες ζεστές μέρες του Σεπτέμβρη.
«Σ΄αγαπώ» μου είπε ένα από εκείνα τα μοναδικά βράδια ενώ καθόμασταν αγκαλιασμένοι στο παγκάκι.
«Κι εγώ σ΄αγαπώ» έστρεψα το πρόσωπο μου προς το μέρος του και με φίλησε. Κι εγώ χάθηκα στην υπέροχη αίσθηση που είχαν τα χείλη του, στην υπέροχη μυρωδιά που είχε το δέρμα του, παραδόθηκα στη θαλπωρή που ένοιωθα κουρνιασμένη στη φιλόξενη του αγκαλιά. Δεν ξέρω για πόση ώρα κράτησε το φιλί και πότε ακριβώς κούρνιασα απάνω του και αποκοιμήθηκα.
Όταν άνοιξα τα μάτια μου είχε κιόλας χαράξει. Βρισκόμουν ακόμα στην αγκαλιά του και εκείνος καθόταν κοιτάζοντας με χαμογελώντας χωρίς να έχει μετακινηθεί όλο το βράδυ.
«Δε μούδιασε το χέρι σου να με κρατάς όλη νύχτα;» ρώτησα
«Δε μου έκανε καρδιά να σε ξυπνήσω, φαινόσουν τόσο γαλήνια»
«Ναι, αλλά αποκοιμήθηκα και ποιος ακούει τώρα τις φωνές του αφεντικού» διαμαρτυρήθηκα και σηκώθηκα να φύγω βιαστικά. Προχώρησα με γοργά βήματα προς την έξοδο.
«Κάποιος έχει κλειδώσει την καγκελόπορτα Άγγελε» φώναξα
«Τι;» φώναξε καθισμένος ακόμα στο παγκάκι. Ήρθε προς το μέρος μου.
«Οι καγκελόπορτες είναι κλειδωμένες απ’ έξω. Κάποιος μας έκλεισε μέσα» επανέλαβα θυμωμένη με αυτόν τον επιτήδειο που μας έκανε τέτοια φάρσα. «Πώς θα πάω τώρα στη δουλειά μου λες; Και το χειρότερο δεν έχω στη τσάντα μου ούτε το κινητό, το άφησα καταλάθος στο αυτοκίνητο.»
«Ηρέμησε Μικαέλλα» μου είπε ήρεμα
«Πώς να ηρεμήσω Άγγελε; Για πόση ώρα θα μείνουμε εδώ μέσα κλειδωμένοι; Έχω και υποχρεώσεις εκεί έξω ξέρεις, ευθύνες, ανθρώπους που θα ανησυχήσουν αν δεν πάω στο γραφείο στην ώρα μου.» ήμουν πια εξοργισμένη με την αδιάφορη του στάση λες και τίποτα ιδιαίτερο δεν συνέβαινε.
«Ηρέμησε Μικαέλλα» επανέλαβε και αυτός ο ήπιος τόνος με εκνεύρισε ακόμα περισσότερο. «Δε θα ανοίξουν οι καγκελόπορτες»
«Τι εννοείς δε θα ανοίξουν οι καγκελόπορτες» ψήλωσα τον τόνο μου «τι είναι αυτό; Μαύρο χιούμορ πρωινιάτικα;» είχα βγει εκτός εαυτού.
«Ηρέμησε Μικαέλλα» είπε απλά για τρίτη φορά και με έβγαλε εκτός εαυτού.
«Σταμάτα να μου λες να ηρεμήσω λες και έχω δει μια κατσαρίδα. Μου έχεις σπάσει τα νεύρα. Πες μου μόνο πώς στο καλό θα βγω απ΄εδώ μέσα, εσύ μείνε όσο θες άμα γουστάρεις, εγώ θέλω να βγω αμέσως!»
«Δε θα βγεις Μικαέλλα»
«Σταμάτα Άγγελε. Γιατί το κάνεις αυτό, βλέπεις να γελώ; Δε γελώ!»
«δεν αστειεύομαι Μικαέλλα»
«άρχισες να με φοβίζεις Άγγελε. Πάψε σε παρακαλώ»
«Δεν έχεις κάτι να φοβάσαι. Όλα θα πάνε καλά»
«Ποια όλα; δεν καταλαβαίνω για ποια όλα μιλάς, πραγματικά με τρομάζεις» είπα και άρχισα να φοβάμαι μήπως είχα πέσει στα χέρια κάποιου ψυχοπαθή δολοφόνου και σε λίγο θα με έκανε κομματάκια. Κοίταζα γύρω μου με απελπισία και δάκρυα άρχισαν να κυλούν στα μάτια μου.
«Μην κλαις σε παρακαλώ» μου είπε με λυπημένη φωνή και με πλησίασε.
«μη με πλησιάζεις» του είπα αλλά αυτός είχε ήδη τυλίξει τα χέρια του γύρω μου, έφερε το κεφάλι μου στη βάση του λαιμού του, πήρα βαθιές ανάσες και ηρέμησα.
«Υπόσχομαι όλα θα πάνε καλά» μου χαίδεψε το κεφάλι «έχε μου εμπιστοσύνη»
«Σου έχω, αλλά και πάλι δεν καταλαβαίνω»
«Θα καταλάβεις μικρό μου, πολύ σύντομα. Έλα μαζί μου»
«Που θα με πας; υπάρχει άλλη έξοδος;» επέμενα εγώ
«Θα δεις»
Περπατούσε μπροστά σίγουρος ότι τον ακολουθούσα. Θα μπορούσα να τρέξω μακριά να βρω από κάπου να σκαρφαλώσω και να γλυτώσω από αυτήν την ανεξήγητη ιστορία, αλλά όχι, τον ακολουθούσα σαν μαγεμένη. Προχωρήσαμε και πάλι στο βάθος του νεκροταφείου, σταμάτησε μπροστά σε έναν γνώριμο τάφο και έμεινε να κοιτάζει. Μου ένευσε να κοιτάξω κι εγώ.
«Ο τάφος της μητέρας μου» είπα
«Όχι εδώ, δίπλα. Θέλω να φανείς δυνατή και να κοιτάξεις Μικαέλλα»
«Δε θέλω»
«Πρέπει»
«Αρνούμαι» είπα και έκλεισα σφικτά τα μάτια.
«Κοίταξε Μικαέλλα» είπε επιτακτικά «Δεν μπορείς να το αποφύγεις, θα πρέπει να κοιτάξεις και τώρα είναι η στιγμή να αντικρίσεις την αλήθεια»
Άνοιξα τα μάτια διστακτικά. Μπροστά μου ένας φρεσκοσκαμμένος τάφος, χωρίς πλάκα, μόνο ένα μικρό βουναλάκι από χώμα καλυμμένο με στεφάνια και ανθοδέσμες που δεν είχαν προλάβει ακόμα να ξεραθούν. Μπροστά από τον τάφο ένας μικρός ξύλινος σταυρός που έγραφε. ΜΙΚΑΕΛΛΑ Ι. 13/10/1993 – 28/09/2013
«Είμαι νεκρή;»
«Ναι»
«Πώς;»
«Αυτοκινητιστικό δυστύχημα»
«Εσύ είσαι νεκρός;» δεν απάντησε «Ποιος είσαι;»
«Ο Άγγελος σου Μικαέλλα»
«Όχι» φώναξα και με όλες μου τις δυνάμεις άρχισα να τρέχω μακριά του, μακριά από αυτό τον ξύλινο σταυρό που έγραφε το όνομα μου, δεν είναι αλήθεια, δε γίνεται να είμαι νεκρή. Άρχισα να ψάχνω απελπισμένα για κάποια έξοδο, αποκλείεται, θα βρω κάποια έξοδο.
«Μικαέλλα, είναι ανώφελο να τρέχεις» άκουσα να μου φωνάζει « γύρνα πίσω Μικαέλλα»
…………………. «Γύρισες πίσω Μικαέλλα. Έτσι μπράβο μικρούλα, ξύπνα»
Ακούω κάποιον να με φωνάζει και βλέπω κάποιο αμυδρό φως βγαίνοντας αργά μέσα από ένα κατάμαυρο τούνελ. Το κεφάλι μου πάει να σπάσει. Ένα μικρό κίτρινο φωτάκι πηγαινοέρχεται μπροστά στα μισόκλειστα μάτια μου. Αρχίζουν να φαίνονται καθαρές εικόνες.
«Γεια σου Άγγελε!» μόνο που αυτή τη φορά δεν είναι μαυροφορεμένος. Φοράει ολόλευκη ποδιά και ένα στηθοσκόπιο γύρω από το λαιμό του.
«Βαλεντίνος είναι το όνομα μου και έχω την τιμή να είμαι ο προσωπικός σας νοσηλευτής μέχρι τις έξι που τελειώνει η βάρδια μου.»
«Που βρίσκομαι» ρωτώ συγχισμένη.
«Μα που αλλού; Στο νοσοκομείο;»
«Στο νοσοκομείο;» ρωτάω πάλι εντελώς εκτός τόπου και χρόνου.
«Είχες αυτοκινητιστικό δυστύχημα μικρή μου, αλλά ευτυχώς ήσουν τυχερή. Επέζησες. Εδώ και μια βδομάδα είσαι σε κώμα αλλά χαίρομαι που βρίσκεσαι και πάλι μαζί μας. Απ’ εδώ και πέρα όλα θα πάνε καλά»
«Είσαι βέβαιος ότι δε σε λένε Άγγελο; Σε θυμάμαι από κάπου»
«Και βέβαια με θυμάσαι. Ήμουν ο πρώτος που έφτασα κοντά σου μετά το δυστύχημα. Είχες εγκλωβιστεί στο κάθισμα σου και σου μιλούσα, σου έδινα κουράγιο όσο οι πυροσβέστες προσπαθούσαν να σε απεγκλωβίσουν. Ήσουν πανικοβλημένη που δεν άνοιγε η πόρτα, κρατούσες το χέρι μου σφικτά και με παρακαλούσες να μη σε αφήσω. Μετά σε βάλαμε στο ασθενοφόρο, είχες εγκεφαλική αιμορραγία και σε λίγο έχασες τις αισθήσεις σου. Αλλά όπως βλέπεις δε σε άφησα, κάθε μέρα ήμουν εδώ, δίπλα σου και περίμενα να ξυπνήσεις Μικαέλλα. Φεύγω τώρα για λίγο γιατί περιμένουν κι άλλοι ασθενείς αλλά θα είμαι σε λίγο και πάλι κοντά σου» είπε κλείνοντας μου το μάτι φεύγοντας.
«Δεν ξέρω αν τον λένε Βαλεντίνο αλλά είναι πραγματικός άγγελος αυτό το παιδί.» άκουσα μια γλυκιά γυναικεία φωνή από δίπλα μου.
«Μαμά» είπα και είδα δυο δακρυσμένα μάτια να με κοιτάνε
«Καλωσόρισες κόρη μου»
«Μαμά, είσαι ζωντανή;»
«Ζωντανή είμαι αγάπη μου, εδώ δίπλα σου. Εσύ μας έφυγες για λίγο αλλά δόξα το Θεό, ξαναγύρισες κοντά μας, δυο βδομάδες μετά το δυστύχημα»
«Τι μέρα είναι σήμερα μαμά;»
«13 Οκτώβρη Μικαέλλα. Τα γενέθλια σου. Σήμερα ξαναγεννήθηκες»

ΦΟΒΟΥ

ΦΟΒΟΥ την κοστουμαρισμένη αναλγησία
ΦΟΒΟΥ την παντός είδους «δήθεν» ευαισθησία
ΦΟΒΟΥ την καθώς πρέπει καλοκρυμμένη ανωμαλία
ΦΟΒΟΥ τα ανθρωπάκια που μισούν τη φαντασία
ΦΟΒΟΥ τα στρατιωτάκια που προσκυνούν την ηγεσία
ΦΟΒΟΥ τα καραβάκια που πλέουν σταθερή πορεία
ΦΟΒΟΥ το ιερατείο που ναι πρώτο στην αμαρτία
ΦΟΒΟΥ τους κήρυκες που συντηρούν την ανομία
ΦΟΒΟΥ τους πλαστικοποιημένους έρωτες
ΦΟΒΟΥ τις σχέσεις τις ξενέρωτες
ΦΟΒΟΥ το γάμο που η γυνή φοβάται τον άντρα
ΦΟΒΟΥ το στεφάνι που έχει αγκάθια σαράντα
ΦΟΒΟΥ τις επιλεκτικές αναμνήσεις
ΦΟΒΟΥ τις παραισθήσεις και τις ψευδαισθήσεις
ΦΟΒΟΥ τους δολοφόνους ονείρων και ιδεών
ΦΟΒΟΥ του κάθε Χίτλερ τον προσωπικό «ΑΓΩΝ»
ΦΟΒΟΥ το ένστικτο που σε οδηγεί στο λάθος
ΦΟΒΟΥ τα ημίμετρα που σκοτώνουν το πάθος
Μα πάνω από όλα ΦΟΒΟΥ τον εαυτό σου
Και το τέρας που τρέφεις και βρίσκεται εντός σου 

ΓΟΡΓΟΝΑ

Κλείνω τα μάτια και βυθίζομαι σ’ ένα υφάλμυρο παραλληλόγραμμο λευκό φέρετρο. Άλλοι το λένε λουτρό, μα το νερό δεν φτάνει για να ξεπλύνει τη συνείδηση μου.
Μα ακόμα κι εσύ δεν τόλμησες ποτέ να βυθιστείς μαζί μου. Φοβήθηκες μη γλυστρίσεις στα παγωμένα πλακάκια, και ο ατμός αγγίξει τα κοιμισμένα κύτταρα σου.
Για φαντάσου.
Μόνο τότε, με βυθισμένο κεφάλι ακούς τους χτύπους της καρδιάς σου.
Κι εγώ, χωρίς ανάσα να βουτώ και να βυθίζομαι, να κατακλύζομαι από σκέψεις, με την ψευδαίσθηση ότι μπορεί κάποτε να ισορροπήσω μεταξύ νερού και γης, μα δεν ανήκα ποτέ στη γη, πάντα στο νερό θα μαι ταγμένη, να βυθίζομαι.
Στο βυθό εκεί, στους παρατημένους ωκεανούς, παρατημένη και εγώ, να γεννάω χωρίς ταίρι, σε άσπρη άμμο τα αυγά μου.
Να κολυμπάω και να πιάνομαι από τα βράχια, πλάι σε σελάχια με μυτερή ουρά.
Καμιά φορά, ακούω τα χταπόδια χωρίς παρτιτούρες να παίζουν πιάνο, και αμυδρά θυμάμαι πως κάποτε ήμουν άνθρωπος, πως υπήρχε η μουσική.
Τώρα πια, υπάρχει μόνο ένα υπόκωφο βουητό από χαμένες ψυχές που βυθίζονται, άλλες από λάθος και άλλες από πάθος, όλες σ’ αυτό το ακαταμάχητο μπλε της μάνας θάλασσας.
Γοργόνες με ξέπλεκα μαλλιά, χωρίς λαλιά, μόνο πέρλες περασμένες πάνω από τα γυμνά τους στήθη, και μάτια πέτρινα.
Καθισμένες πάνω σε άδεια από κοσμήματα σεντούκια περιμένουν καραδοκώντας για ένα ναύτη να περάσει από κοντά για να του πάρουν τη ψυχή.
Στα βράχια ξαπλωμένη, με τα νύχια μου ξεκολλώντας τους κοιμισμένους αστερίες , σε αγάπησα.
Δε σε φόβισε τόσο η ουρά μου όσο η βία με την οποία σκότωνα τα αθώα πλάσματα των βράχων για να τραφώ.
Ήσουν άνθρωπος και εγώ είχα πάψει να θυμάμαι τους τρόπους των ανθρώπων.
Όμως να ξέρεις σ’ αγάπησα.
Τώρα βυθίζομαι και πάλι γιατί ο ήλιος καίει τη γυμνή μου πλάτη και στραγγίζει τη ματωμένη μου ψυχή.
Μ’ ένα χτύπημα της ουράς μου βυθίζομαι και πάλι γιατί πάνε αιώνες που έπαψα να θυμάμαι πως να περπατώ.
Είναι πια ανώφελο να σε κρατώ… όσο εσύ θα ψάχνεις για οξυγόνο, εγώ στον ωκεανό μου θα βυθίζομαι. 

ΕΦΙΑΛΤΗΣ

Είμαι σε ένα δωμάτιο γεμάτος αγγέλους, στημένους σειρά στον τοίχο, σαν κέρινα ομοιώματα ή πλαστικές κούκλες, όλες κοιτάζουν προς το μέρος μου, βάζω τους αντίχειρες μου και σπρώχνω τα μάτια τους προς τα μέσα να μη με βλέπουν, τα φοβάμαι. ακούω τον εαυτό μου να κλάιω στον ύπνο μου και λέω μάμα, μάμα, ξυπνώ σε δωμάτιο ξενοδοχείου, είναι θεοσκότεινα, προσπαθώ να σηκωθώ, δε βλέπω τίποτα, προχωρώ σιγά σιγά στην είσοδο του δωματίου που είναι οι διακόπτες, ανάβω έναν ένα δεν ανάβει τίποτα, τι γίνεται, τι γίνεται, ξαναξυπνώ, κοιτάζω γύρω γύρω, είμαι στο ίδιο δωμάτιο, ξανασηκώνομαι, δεν ανάβουν πάλι τα φώτα, ουρλιάζω, δεν ανάβει τίποτε, ξαναξυπνώ, είμαι στο δωμάτιο μου, είναι σκοτεινά, η πρίζα του λαμπαντέρ δίπλα στο κρεβάτι είναι βγαλμένη, την έχω βγάλει και έχω βάλει την πρίζα του κινητού, στο διάολο, σηκώνομαι, πηγαίνω στον τοίχο, δεν είμαι γαμώτο στο δωμάτιο μου, είμαι σε εκεινο το κωλοδωμάτιο του ξενοδοχείου, στον ίδιο γαμημένο τοίχο, ανάβοντας ξανά τους διακόπτες και δεν ανάβει τίποτε. θα πεθάνω από το φόβο, φωνάζω, ανοίγω την πόρτα, τρέχω στο διάδρομο, φθάνω, σε ένα χώρο, ένα κλειστό κουτί με μια κοπέλα να παίζει μουσική, της φωνάζω , βοήθησε με, κάτω αίθουσα χορού, μουσική δυνατά, βρίσκομαι μέσα στο μπαρ, η κοπέλα εκεί είναι φίλη μου, φωνάζω και πάλι, κάνε μου ανάλυση κάτι μου έχουν κάνει, πάρε μου αίμα τώρα, φωνάζω...... ξυπνώ, είμαι στο δωμάτιο μου, μα είμαι στο δωμάτιο μου; ανοίγω τα μάτια, πετάω από πάνω μου το σκέπασμα να σιγουρευτώ, βλέπω τον τοίχο, είναι ο δικός μου τοίχος, τρέχω προς τα κει.. ανάβω το φως..3,13 π.μ

ΕΡΗΜΙΤΗΣ

Στην έρημο, κρυμμένο σε μια σπηλιά, εκεί τον βρήκα να μετράει τα αστέρια τα κρύα βράδια της Σαχάρας, αυτά που φαίνονται με μάτι γυμνό, και τα άλλα τα αόρατα που μόνο εκείνος τα βλέπει και τους δίνει ονόματα. 

Μου μίλησε για τους κόκκους κόκκινης άμμου και πως περνούσαν νωχελικά τις μέρες τους περιμένοντας την επόμενη ανεμοθύελλα που θα τους συνταράξει απ τα θεμέλια για να χτίσει πυραμίδες λίγο πιο πέρα.

Μου ιστόρησε δυο κόκκους άμμου που ερωτεύτηκαν παράφορα μα τους σκόρπισε ο άνεμος σε Δύση και Ανατολή και εδώ και αιώνες περίμεναν να ξανασυναντηθούν για ένα τελευταίο ηλιοβασίλεμα.

Στους τοίχους της σπηλιάς του σκάλιζε αραβουργήματα και άνθη κερασιάς, καράβια πειρατικά και κείμενα σε γλώσσα ιερογλυφική και την Θεά Ίσιδα να ξελογιάζει τον Όσιρι στις φουσκωμένες ακτές του Νείλου.

Εκεί, στην έρημο, κρυμμένο σε μια σπηλιά τον βρήκα, να μιλάει με τις σαύρες και να τραγουδάει νανουρίσματα σε ευαίσθητους σκορπιούς, να χορεύει με φίδια και να αστειεύεται με τις σαλαμάνδρες.

Με άφησε να χαιδέψω τα ροζιασμένα του χέρια και τα χιονισμένη κορφή του κεφαλιού του.
Με έμαθε να διαβάζω στην παλάμη του το μέλλον της ανθρωπότητας και των ψυχών που όμοιες με κόκκους άμμου συναντιούνται μια φορά και ποτέ ξανά.

‘Εκλαψα στην αγκαλιά του και σκούπισε τα δάκρυα μου γιατί μια κόκκος άμμου ήμουν και εγώ που με φύσηξε ο αέρας στη σπηλιά του.

Εκεί στην έρημο, στη σπηλιά του με βρήκε ο ερημίτης, παρασυρμένη απ΄των βεδουίνων τον άνεμο.

Εκεί, με κλείδωσε σε μια χρυσή κλεψύδρα, να μετράω μαζί του τους αιώνες και τα βράδια που κοιμούνται οι ανέμοι , με τοποθετεί προσεχτικά στην άκρη της σπηλιάς για να ονομάσουμε τα αόρατα αστέρια.

ΠΑΡΑΔΟΞΩΣ

Εάν παραδόξως αποχτήσω όσα θέλω 
δε θα έχω κάτι πια για να ονειρεύομαι
έτσι προτιμώ, πάντα να λείπει αυτό το κάτι
αυτό το λίγο ή το πολύ
να μαι πάντα σε αναμονή 
για μια καθημερινή απειροελάχιστη δόση ευτυχίας

Προδοσία, το αίσθημα της αηδίας και ανάπτυξη ψυχοσωματικών δερματικών παθήσεων

  Feeling disgusted and breaking out in a skin rash after a major betrayal are deeply connected psychosomatic and neurobiological reactions ...