Πέμπτη 9 Μαρτίου 2017

ΤΟ ΦΟΥΣΤΑΝΙ ΤΗΣ ΜΑΡΙΤΣΑΣ










ΤΟ ΦΟΥΣΤΑΝΙΝ ΤΗΣ ΜΑΡΙΤΣΑΣ







Πρόσωπα

Κωστής (νεαρός βοσκός)
Μαρίτσα (νεαρή, στα δεκαεφτά)
Δημητρός (αδελφός της Μαρίτσας, νέος εικοσιπέντε χρονών)
Μίχαλος (θείος του Κωστή, γύρω στα πενήντα)
Αννού (η μάνα της Μαρίτσας και του Δημητρού, σαρανταπέντε)
Αρετή (μάνα του Κωστή, ράφτενα, σαράντα)  





















Σκηνή 1η
(στο καφενείο)
Δημητρός
Ώρα καλή σας!


Μίχαλος
Καλώς τον Δημητρό, έλα, κόπιασε να κάτσεις να πνάσεις τζιαι θωρώ σε  πολλά σικκιρτισμένο. Θκειέ Τσακκίστρα, ψήσε έναν σκέττον  του Δημητρού, μερακλίτικον, ξέρεις εσού.


Δημητρός
Εννά τον τζιεράσεις τζιόλας μάστρε Μίχαλε; (ειρωνικά)


Μίχαλος
Να σου τον τζιεράσω καλό, ήντα εν η ακρίβκεια του; Θκυό μπακκίρες εν κάμνει. Αμμά, εν’σε θωρώ καλά. Αρρώστησες ρε;


Δημητρός
Όι , δόξα να σιει ο πλάστης μου μια χαρά είμαι στην υγεία.
Αμμά ΄μαι πολλά φουτουνιασμένος τζιαι χαρκούμαι εν θα μου φκεί σε καλό.


Μίχαλος
Μα ήντα μπου γίνηκεν;
Πε μου να δούμε,  τζαι μεν τα κρατείς μέσα σου.  Ο θυμός εν όπως το θερκόν  το  ανήμερον. Ωσπου τον κρατάς κλειούμενο περίτου αγριεύκει.


Δημητρός
Μα’ νταν μπου να σου πω τζ΄ήνταν΄ μπου ν΄αφήκω;  Έτο, τζιείν΄το χωράφι μου, πόξω που το χωρκό , ξέρεις για ποιο σου λαλώ, πας την καυκάλλα..


Μίχαλος
Μα εν για τζιείνο με τις τερατσιές που λαλείς ρε;


Δημητρός
Ναι, τζιείνο. (ο Δημητρός πίνει λίγο καφέ και πνίγεται) Παναία μου  θκειε Τσακκίστρα  τζ’ έκαμες τον μέλι, αφού εν σκέττον που τον πίνω.


Μίχαλος
Φέρτου σκέττο ρε Τσακκίστρα. Πε μου να δούμε ήντα μπου έσιει το χωράφι. Μεν τζ΄εγύρεψεν να σου το φάει κανένας συγγενής ρε;
Αν αθθυμούμαι καλά εν εσένα που το άφηκεν ο μακαρίτης ο τζιύρης σου.


Δημητρός
Μια χαρά τα αθθυμάσαι. Eμέναν άφηκεν μου το χωράφι με τες τερατσιές τζιαι το άλλο με τις ελιούες κοντά στες Σιελεντρουνιές. Ε, το σπίτι τζιαι έναν χωραφούιν με αθασιές άφηκεν τα της αρφής μου της Μαριτσούς.


Μίχαλος
Μακάρι ναν καλά τζει πάνω που ένει ο μακαρίτης, έν αδίκησε τα παιθκιά του.


Δημητρός
Για τζείνον ήτουν δίκαιος ο τζύρης μου, τζιαι δουλευτής. Εν΄ μόνος του που τα΄καμεν ούλλα, τζιαι τζείνος τζ΄η μάνα μου, εβκάλαν ρόζους τα σιέρκα τους για να καρπίσει το ξερόχωμα.  


Μίχαλος
Έννεν ούλλοι έτσι που τα εκάμασιν Δημητρό;  Ζαττίν ο τόπος μας δαπάνω για να πρασινίσει έθελεν τζιαι νερό, μα έθελεν τζιαι γαίμα. Αμμα έν μου είπες ακόμα,  ήντα μπου γίνηκε με το χωράφι τζ΄εφουτουνιάστηκες;


Δημητρός
Έτο, το χωράφι  που λαλείς, ο τζύρης μου είσιεν το φυτεμένο με τερατσιές.                   
Γρόνον με το γρόνον εγινήκαν δεντρά, εκάμαν καρπό, επουλούσαμεν λλία τεράτσια σε κανά παναύρι, εκάμναμεν τζιαι λλίον τερατσόμελον. Αμμά που τον τζιαιρόν που μας άφηκε γρόνους ο μακαρίτης τα πράματα εδυσκολέψαν. Είπαμεν τζιαι μεις με την Μαριτσού να φυτέψουμε λλίες ρέντες, κουτσιές, φασολάκια τζιαι να τα πέμπω με τον Χαρή κάτω στο παντοπουλείο. Κοντά τους εφυτέψαμεν τζιαι λεμονούες να κάμνει η Μαριτσού καμιά λεμονάδα.


Μίχαλος
Ε; εφυτέψετε τες;


Δημητρός
Εφυτέψαμεν τες καλό. Έσιει τζ΄ ανάμιση γρόνον τωρά. Ήντα, να τες εθόρες εφορτωθήκαν λεμονούθκια.


Μίχαλος
Μπράβο ρε, άτε πέρκει φκάλετε λλίες οκκάες.


Δημητρός
Ποττέ που εν’ να φκάλουμεν οκκάες.
Να χαρείς μμε μου φκάλλεις τζ΄ άλλον το γαίμα πας τη τζιεφαλή μου.


Μίχαλος
Μα ήντα εσκουλλίστηκες πάλε ρε; Αφού εκαρπίσαν λαλείς. 


Δημητρός
Όι μάστρε Μίχαλε, επήαν άδικα οι κόποι μας.                  


Μίχαλος
Γιατί ρε Δημητρό, εψωρκάσαν οι λεμονιές; Εν τες εκόπρισες το γιο μου;


Δημητρός
Όι, μμέ εψωρκάσαν, μμέ εσκουλουτζιάσαν. Τα δεντρά μια χαρά ήτουν. Αλλά έτο, έσιει καμιάν εφτομάδαν που πάμεντε τζιειπάνω μιαν εγώ τζιαι μιαν η Μαριτσού, που τα δεντρά λύφκουν. Τζιαι που τες ρέντες εν έμεινεν κουτσιή.


Μίχαλος
Λύφκουν;  Εν σου καταλάβω.


Δημητρός
(δυνατά να ακούουν όλοι) Όπως σου τα λαλώ,  λύφκουν. Έτο έσιει έναν, που ξαπολά το κοπάι του τζιαμέ κοντά, τζ΄εκατάφαε μου δεντρά. Μήτε τερατσιές εμείναν, μήτε λεμονούες.


Μίχαλος
Ούλλα τζ’ αν τα καρτέρουν τούτον όι. Τζιαι ποιος εν΄ τούτος ο αχαίρευτος που έκαμεν τέθκοιον πράμα;


Δημητρός
(οργισμένος) Όποιος τζ΄αν ένει εν έσιει με ιερό με όσιο. Τζ΄ εν τυχερός που εν τον έκοψα τζειπάνω ακόμα. Γιατί που εν να τον κόψω εν τζιαι να φκαίνει ζωντανός που τα σιέρκα μου.


Μίχαλος
Ήντα μπου΄ να σου πω ρε Δημητρό, ότι τζ’ αν πεις έσιεις δίκιο.
Τζιαι τωρά ήντα μπου λοαρκάζεις να κάμεις;


Δημητρός
Έσιει χάρη που αύριο φεύκω αλλά στο στραφί εν να τον παραλάβω.


Μίχαλος
Τζιαι που εννά ισιώσεις να πάεις;


Δημητρός
Aρρώστησε η μάνα μου τζιαι πρέπει να την πάρω στο γιατρό στη χώρα.


Μίχαλος
Καλά κάμνεις Δημητρό. Πε μου, εν΄ να πάρεις  τζαι τη Μαριτσού μιτά σου;


Δημητρός
Όι, η Μαριτσού εν να μείνει έσσω. Εν τζ΄ οι θκειάες της στο καντούνι, αν ιγρειαστεί   τίποτε βάλλει τους τη φωνή.


Μίχαλος
Καλά έπραξες, εν κρίμα η μιτσιά. Τζιαι τα δεντρά;


Δημητρός
Τις ελιούες τζιαι τες αθασιές επαράτζειλα της να πηαίννει να τες σάζει.      Αμμά τζει πάς στες τερατσιές, είπα της να με γελαστεί να πατήσει. Εν τζιαι ξέρω αν την κόψει τούτος ο τρισκατάρατος τζιαι κάμει της κανένα κακό.
Ένας που καταισιεύκει το βκιός του άλλου εν άξιος για ούλλα.


Μίχαλος
Να σιεις την ευτζήν μου ρε Δημητρό, ούλλα εσκέφτηκες τα ρε.


Δημητρός
Παρκάτου ένα που το εσκέφτηκα τωρά.


Μίχαλος
Πε το τζιαι μακάρι να  περνά που το σιέρι μου.


Δημητρός
Έτο, αν ημπόρεις να πεταχτείς νάκκον τζι πά΄ στες τερατσιές. Τζιαι πέρκι φανείς πιο τυχερός τζιαι δεις ποιος εν μπον τούτος ο τατσίζης που ισιώνει μιαν την άλλην τζειπάνω με τα χτηνά του.


Μίχαλος
Καλόν Δημητρό, να πάω. Μεν έσιεις έννοια.





(γελούν)
Σκηνή 2η
(ακούγεται παίξιμο φλογέρας και βελάσματα αρνιών)
Κωστής
Νέφανε νάκκον να σε δω, να πνάσει η ψυσιή μου.
Όμορφη μαυρομμάτα μου τζ’ όμορφο γιασεμί μου.
Για σε τα όρη έπιασα τζιαι τους γκρεμούς μαθθαίνω.
Τους τόπους έφαα να σε δω, μα δεν εφάνηκες λεπτό,
Τζ΄ αντί να ζιω μες΄ τη χαρά , το γολγοθά μου βκαίνω



(από μακριά φωνάζει ο Μίχαλος)


Μίχαλος
Ά, ρε παμπέσιη τζ΄ έκοψα σε. Τώρα εν να μάθουμεν ποιος εν πού΄σαι. Τούτες οι αίγιες εν δικές σου; Σηκώστου πάνω να δούμεν τα μούτρα σου. 


Κωστής
Εγιώ είμαι θκειέ, εν με κατάλαβες;  Ο Κωστής, ο αρφότεχνος σου, της Αρετής


Μίχαλος
Ου καίσιϊν, εσού είσαι ρε περικκεντέ;  που να σιεις την κατάρα μου !


Κωστής
Μα ήντα μπου σου΄καμα τζιαι τιμάζεις με θκειε;


Μίχαλος
Μα είσαι τέλεια στραός οξά τζοιμισμένος; Εν θωρείς τες αίγιες σου  που εκαταφάαν το μάλιν των πλασμάτων;


Κωστής
Ου μανούλα μου, εν καλά που λαλείς θκειε. Έτο έκατσα νάκκον δαμέ να πνάσω τζιαι εμουντάραν πας τες τερατσιές !


Μίχαλος
Έσιης χάρην που σαι γιος της αρφής μου οξάν ήταν να σου πιρκολίσω τζιαι δκυο πατσαρκές. Πε μου εν η πρώτη φορά που ρκεσαι δαπάνω, οξά έσιει τζιαιρό που κουβαλιέσαι; 


Κωστής
Εεε, έτο θκειε, έσιει καμιά δεκαρκάν ημέρες.


Μίχαλος
Ξέρεις το ότι έσιει σου τες ταμένες ο Δημητρός που του εκαταφάαν οι αίγιες σου τα  δεντρούθκια;


Κωστής
Α΄παναία μου, με μου λαλείς έτσι. Εγιώ έν τζιαι είχα άσιημο σκοπό…


Μίχαλος
Τζιαι γιω τι θα  του πω του αδρώπου τωρά που με έπεψε να του βρω το φταίχτη;  Ότι ο φταίχτης εν ο αρφότεχνος μου;  


Κωστής
Όι, να χαρείς ότι αγαπάς, μεν του πεις τίποτε.


Μίχαλος
Πε μου, ήνταλως τζιαι  εκουβάλησες το κοπάι δάξω; Ελείψαν οι ποκαλάμες ποτζιεί χαρώ σε;


Κωστής
Όι, εν η αλήθκεια , έκαμε πολλά νερά φέτη, έσιει πολλύν χόρτον ακόμα.


Μίχαλος
Ε;  Ήντα μπου σε φέρνει ποδά;  Οξά να αρωτήσω καλλύττερα ποια;


Κωστής
Καμιά θκειέ. Μα ήντα μπου βαλεν ο νους σου;


Μίχαλος
Τζιαι για ποιαν μαυρομμάτα εν που τραούδας προτίττερα με το πιθκυάυλι;


Κωστής
Έτο, αρέσκει μου η Μαριτσού, η αρφή του Δημητρού.


Μίχαλος
Η Μαριτσού, α;  Αρέσκει σου μόνο για αγαπάς τη ρέ;


Κωστής
Αγαπώ την, μάρτυρας μου ο Θεός, βάλλω την πάνω τζιαι που τη ζωή μου.


Μίχαλος
Α, ρε κατάπελλε, τζιαι επειδή την αγαπάς εβάρτηκες να λείψεις τα δεντρά της;

Τζ΄ αν σ΄έκοφκεν ο αρφός της ρε δαμέ τζιαι εταπάνιαζε σε;


Κωστής
τούτον έν΄ερέξεν που το νου μου.


Μίχαλος
Ρε Κωστή, αν την αγαπάς όπως λαλείς, να πα να συντιήσιεις της μάνας σου τζιαι το γληορήτερον να  πέψετε προξένεια. Η κοπελλούα είναι όπως το φκιόρο το φρέσκο, αν δεν βκιαστείς να το αρπάξεις , εν να την αρπάξει κανένας άλλος τζ΄εν να μείνεις με θκυο σείλη καμένα.


Κωστής
Καλό θκειέ, θα κάμω όπως επαράτζειλες, τζιαι ο Θεός να βάλει το σιέρι του.

ΣΚΗΝΗ 3η

ο Μίχαλος και ο Δημητρός ξαναβρίσκονται στο καφενείο


Δημητρός
Έλα μάστρε Μίχαλε, κόπιασε, γρωστώ σου τζιαι έναν καφέ. Θκειε Τσακκίστρα, ο καφές του Μίχαλου τζιερασμένος που μένα.


Μίχαλος
Ευκαριστώ σου Δημητρό, πε μου να δούμε, πώς πάει η μάνα σου;


Δημητρός
Δόξαν να σιει ο Θεός, εν πολλά καλλύτερα. Έδωκεν της κάτι σορόπια                    τζ΄αλοιφάες ο γιατρός στη χώρα τζιαι τωρά εν όπως το περτίτζι.
Εσού πε μου να δούμε, επήαιννες τζι κάτω στο  χωράφι;


Μίχαλος
Επήα,δκυο τρεις φορές, μα εν είδα κανένα. Χαρκούμαι τζείνος που του                  ξιστρατήσαν οι αίγιες , εσύναξεν τες τζιαι εν εξαναφάνηκεν.


Δημητρός
Μα περιπαίζεις με μάστρε Μίχαλε, ήντα πάει να πει εξιστρατήσαν του;

A, αλώπως ξέρεις τον τζ΄εν τ΄ομολοάς, για να τον υγλυτώσεις που το ταπάνι.


Μίχαλος
Όι ρε Δημητρό, με ξέρω τον με είδα τον λαλώ σου, ήντα να σε περιπαίξω;                 Όποιος τζ΄αν ήταν εν εξανάρτε λαλώ σου.


Δημητρός
Λαλείς α;


Μίχαλος
Λαλώ.


Δημητρός
Έστω, τελοσπάντων.  Έσιεις τζιαι χάρην που με ήβρες με τα κκέφκια μου.                           


Μίχαλος
Ε , λάλε να δούμε να χαρώ τζιαι γιώ μαζί σου.


Δημητρός
Έτο, τωρά που κατέβηκα στη Χώρα, είσιεν έναν γιατρούι τζιαι κουβένταν της
κουβέντας εσυνάφερε μου πως γυρεύκει νύφη. Επροξένεψα  του την αρφή                  
μου, τζιαι αύριο λοαρκάζω να πάμε στη χώρα τη δει. Έ, τζι΄αν του αρέσει,  παίρνει την είπε.


Μίχαλος
Τζιαι΄ εν να πάεις να δώκεις την κοπελλούα ξενοχωρίτη;


Δημητρός
Ααα. Πρόσεξε νάκκον τη γλώσσα σου Μίχαλε γιατί εν΄να σσιήσουμε τα δευτέρκα μας. Εν επέλλανα, ο γιατρός τζιαι νέος είναι , τζιαι τη δουλειά του έσιει την, τζιαι το σπίτι του, ήντα που του λίφκεται;


Μίχαλος
Τζιαι την κακομάζαλη την μάνα σας, αρώτησες την; Δκυο χρόνια έσιει που  εν σιηράτη, μιαν κόρην που την έσιει αποκούμπι εν να τη φαραντζίσεις;


Δημητρός
Μα  πέμου χαρκέσαι τούτα εγιώ εν τα εσκέφτηκα; Εν μου λαλείς όμως ποιος εν  να δικλίσει πάνω μια κορούα ορφανή, που μμε προίκαν έσιει μμε που τον ήλιο μοίρα;  


Μίχαλος
Τζιαι τα κάλλη της που τα βάλλεις; Τες νοικοτζυροσύνες της; Τούτα εν η ανώττερη προίκα. Δαμέ λαλεί το ούλλον το χωρκό πως άλλην σαν την αρφή σου εν έσιει, τζαι νούσιμη, τζαι συσταρισμένη, τζαι σου λαλείς μου ότι εν΄να μεν ηβρεθεί χωρκανός να σου την ηζητήσει;

Έπαρε υπομονή τζιαι μεν φκιαστείς να τη δώκεις του Χωραίτη, τζ΄η τύχη της κοπελλούας μπορεί να΄ν αλλού.


Δημητρός
Ήβρες το σύκο σήκωστο Μίχαλε μεν το σηκώσει άλλος. Άτε έσιε γεια.


Σκηνή 4η
(Έξω από το σπίτι του Κωστή, ο Μίχαλος χτυπά την πόρτα συγχισμένος)


Μίχαλος
Ρε Κωστή , είσαι έσσω;  Άννοιξε τζ΄εν ανάγκη να σου συντίχω.


Κωστής
Κόπιασε μέσα θκειέ, ήντα μπου σε φέρνει κατά δα;


Μίχαλος
Ρε, προχτές που σ΄έκοψα τζει πας το χωράφι του Δημητρού, ε σε εττεμπίσιασα να πέψεις άρων άρων προξένεια;


Κωστής
Εττεμπίσιασες με θκειε, τζ΄εγιώ έπραξα κατά που είπες. Έκατσα εψές τζ΄εσύντιχα με τη μάνα μου. Εν τζιαι τζείνη δεχτή.


Μίχαλος
Τζιαι αφού εν δεχτή ήντα που καρτεράτε;


Κωστής
Μα ήτουν να κανονίσει να πάει να βρει την μουχτάρενα να πέψει τα προξένια μιτά της.


Μίχαλος
Τζ’ ώσπου να πάει το μήνυμα τζαι να΄ρτει το χαπάρι, η Μαριτσού εν να                  χαρτωμένη μ’ άλλον.


Κωστής
Ήντα πράμα; Άκουσα καλά;


Μίχαλος
Ε άκου το τζιαι τούτο. Την Πέφτην που επήεν ο Δημητρός εις τη Χώρα, εγυάλισε του ένα γιατρούι. Ε, τζιαι ΄έκαμεν του κουβέντα για την Μαριτσού. Τζιαι πιάννει την αύριο το πορνόν τζιαι παίρνει του την να τα τελειώσουν.


Κωστής
Τζιαι τωρά εγιώ ήντα μπου να κάμω; Α μάνα μου μάνα μου χαττά που έπαθα.


Μίχαλος
Τωρά τίποτε εν ημπόρεις να κάμεις.  Επάσκισα πέρκει του αλλάξω γνώμη αμμά η κκελλέ του εν πιο ξερή τζιαι που του γαδάρου. 


Σκηνή 5η
Σάββατο χαράματα και ο Δημητρός ετοιμάζεται να αναχωρήσει με την αδερφή του για τη Χώρα (ακούγεται ο κόκορας που λαλεί)


Αννού
Κόρη Μαριτσού, άνου πάνω τζ΄εμεσωμέρκασεν κόρη.


Μαρίτσα
Μα αφού ο ήλιος εν εφάνην ακόμα μανά. 


Αννού
Τάρασσε με ξαρκείς τζιαι ο αρφός σου εν που ώρας σασμένος τζιαι καρτερά.


Μαρίτσα
Καλόν μανά, ποτάβρισμου το φουστάνι τζιαι τη μαντήλα μου που το ττέλι, να σαστώ να φεύκουμε.


Αννού
Μα που τα άπλωσες κόρη τζ έν τ΄ αμπλέπω;


Μαρίτσα
Πας το ττέλι λαλώ σου μανά, πόξω που το παραθύρι του μαιρκού.


Αννού
Εστραώθηκα τζιαι εν τα θωρώ κόρη;
Δαμέ μμέ φουστάνιν έσιει , μμε μαντήλα.


Μαρίτσα
Βάσταξε μανά να πελλετίσω τζιαι γιω, Ου παναία μου, εν αλήθκεια. Μανά, ερομάνισες καλά ψές;


Αννού
Ερομάνισα τζιαι ετσακροκλείωσα. Επέλλανα ν’ αφήκω ανοιχτά;


Δημητρός
Μα ήντα μπου κάμνετε δαμέ τζ΄οι δκυό α μανά; Εγιώ καρτερώ πόξω τζιαι εσείς κάθεστε δαμέ τζιαι αχάπαρες;


Αννού
Έτο γιε μου, εχάθηκεν το καλό το φουστάνι της Μαριτσούς τζιαι η μαντήλα της η πλουμιστή. Τζιαι ξέρεις το, έναν το έσιει το καλό της.


Δημητρός
Μα περιπαίζετε με; Τζιαι που επήεν το φουστάνι σου Μαριτσού σαν ήτουν μες τ΄αρμάρι;


Μαρίτσα
Εν ήτουν μες το αρμάρι Δημητρό. ‘Ετο έπλυννα το εχτές τζιαι είχα το απλωμένο  πας το ττέλι.  Εφάμεν τους τόπου τζιαι εν το ήβραμε.


Αννού
Άμπα τζιαι εφαράτζιησες το  για να μεν πάεις , τζιαι περιπαίζεις μας;


Μαρίτσα
(κλαίοντας) Όι , μανά. Εξανάπα σου ποττέ ψέματα;


Αννού
Γιε μου, εν  ναν αλήθκεια. Αλώπως ήρτεν ο παλιόσιηλλος του Πανάου,                    τζιαι ετράβησε τα τζιαι έσσιησεν τα.


Δημητρός
Μεν έσιεις ένοια τζ΄ο σιήλλος ε δυμμένος που κάς΄τη μερσινιά τζιαι κόφκει                    ύπνους ακόμα. Άτε φέρε τον γάρο τζιαι πάρτε τον πίσω στο μαντρί. Έτσι όπως τα εκάμετε Χώρα εν πάμε σήμερα. Εστήσαμεν τζιαι τον ξένον τον άδρωπο. Τέλος πάντων πριχού κάμεις άλλον τίποτες σήμερα μανά θα πιάεις την κόρη σου την πολλοπάητη τζιαι θα ισιώσετε τζει πα στην Αρετή να σου ράψει σε δκυό μέρες άλλο φουστάνι. Με μου κάμετε καμιάν άλλη στραβάρα λαλώ σας. Ακούσετε;


Αννού
Καλό γιε μου, ότι πεις..

Σκηνή 6η
Οι δύο γυναίκες πάνε στο σπίτι της Αρετής για να πιάσουν μέτρα για το φουστάνι


Αννού
Αρετή, είσαι έσσω κόρη;


Αρετή
Ω Αννού, εσού είσαι; Κόπιασε, μα έφερες τζιαι τη Μαριτσού μιτά σου;


Αννού
Εν για λλόου της που ήρταμε. Εν ανάγκη να της ράψεις τζιηνούρκο φουστάνι.
Σε θκυο μέρες θέλουμε το. Προκάμνεις κόρη;


Αρετή
Γρόνον έν έσιει που εράψαμεν το άλλο, εμίτσιανε της μάνι-μάνι ρα Αννού;


Μαρίτσα
Όι θκεια, έτο,  έπλυννα το που τα εψές τζιαι το πορνόν που το εγύρεψα ήτουν                   χασιμιό που το ττέλι.


Αρετή
Ήμαρτον σου κύριε, τζιαι που εφαρατζιήστικε μάνα μου το φουστάνι;


Αννού
Άνοιξεν η γη τζιαι κατάπιεν το. Όπως σου το λαλώ.


Αρετή
Tζιαι ήντα εσιάσιαρετε μάνα μου να ράψετε μάνι μάνι άλλο; Παντρεύκεται                   κανένας τζιαι εμείς εν επήραμεν χαπάριν;


Μαρίτσα
Όι  λοαρκάζει  ο Δημητρός να με πάρει στη Χώρα.


Αρετή
Μαν ήντα ννα την πέψεις  Αννού τη μιτσιά στη Χώρα; Εν άρρωστη;


Αννού
Μαριτσού, λάμνε να φέρεις καμιά καντήλα νερό κόρη μου τζιαι στρέφεσαι                  ταπισών για τα μέτρα.


Μαρίτσα
Καλόν μανά.


Αρετή
Ήντα την έδκιωξες κόρη τη μιτσιά; Τρέσιει τίποτες το σοβαρό;


Αννού
Εν΄ ναι ανάγκη να τα συντιχάννουμε τζ΄ούλλα μπροστά της. Να σου τα πω μάνι μάνι πριχού στραφεί. Έτο. λοαρκάζει ο αρφός την να τη λογιάσει με έναν Χωραίτη.


Αρετή
Ήντα πράμαν;


----------------------------------------------------------------------------------

Στο μεταξύ η Μαρίτσα ψάχνοντας για το νερό συναντά τον Κωστή στο σπίτι του


Κωστής
Ω….καλώς την Μαρίτσα.   


Μαρίτσα
Ώρα καλή Κωστή. Που εν η κούζα με το νερό; Eπεψεν με η μάνα μου να της πάρω μια καντήλα να δροσιστεί.


Κωστής
Έτην ποδά Μαριτσού. Ποταύρισε εσού μιαν καντήλα καθαρή που την                 αρμαρώλλα τζιαι φέρτην να σου την γεμώσω.  


Μαρίτσα
Ευκαριστώ Κωστή

(γύρνει νερό)


Κωστής
Στάθου κόρη Μαριτσού, ήντα εσιάσιαρες;


Μαρίτσα
Ε, άμπα τζιαι κόψει τζιαι κανένας.


Κωστής
Εν τζιαι κάμνουμεν τίποτε κακό Μαριτσού. Μα εν μου είπες, ήντα μπου γυρεύκετε στη μάνα μου που το χάραμα του φου;


Μαρίτσα
E, ήντα μπου λαλείς να γυρεύκουμε εις τη ράφταινα; Για να ράψω φουστάνι.


Κωστής
Τζ΄ ήντα μπου εν να το κάμεις;


Μαρίτσα
Ήντα μπου σε κόφτει τζ΄αρωτάς ρε Κωστή;


Κωστής
Κόφτει με Μαρίτσα. Μα, ήντα εκοτσοίνησες κόρη; εζαλίστηκες ;


Μαρίτσα
Τίποτε τίποτε εν έχω. Είμαι μια χαρά. Αμμά είμαι νάκκον μαραζωμένη γιατί ο αρφός μου εν να με πάρει στη Χώρα να με χαρτώσει.


Κωστής
Όι Μαρίτσα, τούτο που λοαρκάζουν οι δικοί σου εν να μείνει μόνο στους λοαρκασμούς, εγιώ στη Χώρα εν σε αφήνω να πάεις, ακούεις; Εν έσιεις να πάεις πούποτες. Δαμέ εν να μείνεις.


----------------------------------------------------------


Αννού
Έτσι έχουν τα πράματα που λαλείς.  Ευτυχώς που εχάθην το φουστάνι της Μαριτσούς τζιαι εγλυτώσαμε την. Αμμά ο Δημητρός έσιει το αποφασισμένο, μόλις ράψεις το τζιαινούρκο το φουστάνι θα την πάρει είπε να τα τελειώσουν. Θα το χάσω το παιδί μου Αρετή μου. (κλαίει)


Αρετή
Σφόγγα τα μάθκιαι σου τζιαι κρολοήθου μου τζιαι μένα νάκκον. Ητουν να τα μάθεις υστερόττερα μα αφού ήρταν έτσι τα πράματα εν΄να σου τα πω               τωρά. Έτο, ελοαρκάζα αύριον να σου πέψω προξένεια.


Αννού
Μα για τη Μαριτσού μου κόρη;


Αρετή
Ε, καλό για το Δημητρόν καλό; Εγιώ  ξέρεις το μόνον τον Κωστή μου έχω              σκάππουλλον,  οι άλλοι ούλλοι ε στεφανωμένοι που τζιαιρό.


Αννού
Μάνα μου Αρετή μου, εν αλήθκεια που μου λαλείς κόρη;  Προίκα ζητάτε;


Αρετή
Έ΄θέλουμεν προίκαν. Ο Κωστής μου εν πελλαμένος πάνω της, παίρνει την με το φουστάνι που φορεί. Τζ΄ αν του τη δώκετε εν δέκα φουστάνια που εν να της ράψω,   τζιαι πρώτον τζιαι καλλύτερο το  νυφικό.


Αννού
Τες ευτζιές μου να σιετε Αρετή μου. Ήρτα δαμέ μες το μαράζι τζ΄έκαμες  μου την καρκιά μου τζ΄ άννοιξε φύλλα φύλλα.    


Αρετή
Είσαι δεχτή δηλαδή;


Αννού
Εσού ήντα που λαλείς ;  Φακκώ τζιαι δέκα κουτρουμπέλες, αμμά με τον γιο μου τον αρκορούφητον ήντα μπου εν να κάμουμεν;


Αρετή
Τούτο άφηστο πάνω μου. Eν να συντίχω με τον αρφό μου το Μίχαλο τζιαι εν να τα κανονίσουμε. Αμμά για τωρά εν να πούμε ότι εκούτσανεν το σιέρι μου τζιαι αρκώ να ράψω το φουστάνι, εκατάλαβες;


Αννού
Εκατάλαβα.  Μα που επήεν η Μαρίτσα τζιαι εχάθηκε;  Έπεψα την να φέρει μιαν καντήλα νερό τζιαι τούτη επήεν τζιαι χάθηκε.  


-----------------------------------------------------------------------


Μαρίτσα
Κωστή, φωνάζει η μάνα μου, πρέπει να φύω.


Κωστής
Αλλό ένα φιλί τζιαι να φύεις, αλλό ένα να χαρείς, να μεν πεθάνω ομπρός σου.


Μαρίτσα
Τελευταίο! (φιλί) άτε άφησμε τωρά τζιαι εν να μας δουν τζιαι κατίσιη μου.


Κωστής
Γεια σου αγάπη μου. Τζιαι όπως είπαμεν.


---------------------------------------------------------------------------


Μαρίτσα
Έτο τζιαι το νερό, μανά , έφερα το .  


Αννού
Μα επήες τζ΄έμεινες την κόρη μου;  Πόσες ώρες;


Μαρίτσα
Έτο μανά , εν ξένο το  σπίτι εν τζιαι ξέρω που έχουν τα τερκαστά τους. Η κούζα ήτουν έξω τζ΄εγιώ εγύρευκα τη μέσα.

Μα ήντα μπου επάθετε  τζ΄οι θκυο σας τζιαι γελούν τζιαι τα φκιά σας;


Αρετή
Τίποτε εν επάθαμεν, έτο αθθυμηθήκαμεν τα παλιά τζ΄ έπιαε μας το γέλιο.


Αννού
Εσού ήντα μπου έπαθες Μαρίτσα τζιαι είσαι μου ολοκότσιηνη τζιαι ξυπιρκασμένη;


Μαρίτσα
Μα εγώ; Τίποτε τίποτε μανά, έτο ήτουν νάκκον πυρά ποτζεί στο μαερκό.


Αρετή
Εν αλήθκεια που σου λαλεί Αννού, εν της Ανατολής το παραθύρι τζιαι που το πρωί διά ούλλος ο ήλιος έσσω. Άτε έλα Μαρίτσα μου να σου πιάσω τα μέτρα τζιαι  εν να σου ράψω ένα φουστάνιν εγώ που άλλη εν το έσιει στο χωρκό.



--------------------------------------------------------------


Κωστής
Εφύασιν μάνι μάνι μανά;  Μα είδες την ήντα όμορφη που είναι ;


Αρετή
Εγιώ είδα την. Αμμά έλα πε μου, ποιος επήεν τζ΄εσύναξεν το φουστάνι της κοπελλούας που το ττέλι;


Κωστής
(γελά) Εν εγιώ μανά. Όι που ήταν να την αφήκω να την πάρει στη Χώρα ο αρφός της.


Αρετή
Όι γιε μου, άκου να κλέψει το φουστάνι της κοπελλούας.
Εν πειράζει ,  άμαν ο σκοπός εν καλός….




Σκηνή 7η
Δημητρός
Μανά, μανά….


Αννού
Καλώς το Δημητρό.


Δημητρός
Επήετε στη ράφταινα για το φουστάνι;


Αννού
Επήαμε γιε μου.


Δημητρός
Τζιαι πότε εν να έτοιμον; O γαμπρός περιμένει. Είπες της ότι το βιαζούμαστε;


Αννού
Είπα της το γιε μου. Αμμά η φτωσιή η Αρετή εκούτσανεν το σιέρι της τζιαι είπε μου εν τα της πάρει λλίες μέρες να το τελειώσει.


Δημητρός
Ήντα πράμαν; Τζιαι εν έσιει άλλη ράφταινα μες ούλλο το χωρκό εξόν που την Άρτεμη;


Αννού
Έραφκεν τζιαι η θκεια σου η Στυλλού γιε μου αμμά εγέρασεν η φτωσιή. 


Δημητρός
Τζιαι τωρά μείναμεν χάσκωντας ;



(ακούγεται πόρτα που χτυπά)


Αννού
Μα φεύκεις γιε μου; Κάτσε να σου βάλω κάτι να φάεις. Που πάεις;  

Σκηνή 8η

(ακούγεται χτύπημα της πόρτας)
Δημητρό
Θκεια Αρετή, πού είσαι; o Δημητρός είμαι.


Αρετή
Καλώς το Δημητρό, ήντα σιει γιε μου;


Δημητρό
Έθελα να σε αρωτήσω θκεια, ήρτεν η μάνα μου τζ΄επιάσετε μέτρα της Μαριτσούς:


Αρετή
Καλό γιε μου εν ήρταν;  Εν να της ράψω ένα φουστανούι της αρφής σου, ουυυυ……εν να αζουλέψουν ούλλες μες το χωρκόν.


Δημητρό
Τζιαι πότε λοαρκάζεις να το ράψεις; Εν τζιαι θέλεις καμιάν προκαταβολή;


Αρετή
Ποττέ το γιο μου προκαταβολή; Προσβάλλεις με τωρά. Να το ράψω  με το καλό τζιαι πιερώνεις με, εν τζιαι χάθηκεν ο κόσμος.


Δημητρό
Ε, τζιαι πότε με το καλό λοαρκάζεις;


Αρετή
Α, για τζείνον εν να πρέπει να πάρετε νάκκον υπομονή γιατί εκούτσανεν το σιέρι μου τζιαι δυσκολεύκουμε. Είπα το τζιαι της μάνας σου.


Δημητρό
Εκατάλαβα. Ε, περαστικά σου καλό τζιαι μηνάς μας που εν ναν έτοιμο.


Σκηνή 9η


Μίχαλος
Δημητρό. Ε Δημητρό, είσαι έσσω ρε;


Δημητρός
Έλα’ σσω Μίχαλε. Ήντα αέρας σε φέρνει έσσω μου.


Μίχαλος
Έτο. Ήμουν τζιαμέ στο παντοπουλείο τζιαι ετηλεφωνήσαν  που τη Χώρα. Εζήτησε σε κάποιος Τιμόθεος, γιατρός.


Δημητρός
Που τη Χώρα. Α Παναία μου. έτο εν ο γιατρός τζιαι γυρεύκει μας που τον εστήσαμεν προχτές.


Μίχαλος
Άφηκε σου ένα νούμερο τζ’ είπε να τον πιάεις πίσω.


Δημητρός
Καλόν. Μανά πάω βουρητός να τηλεφωνήσω του αθρώπου τζιαι να παρακαλάτε να μεν άλλαξεν ιδέα. (φεύγει τρέχοντας)


Αννού
 Έφυε  Μίχαλε;


Μίχαλος
Εγίνην άφαντος.


Αννού
Πε μου, εσυντίσιες με την αρφή σου την Aρετή;


Μίχαλος
Εσύντηχα, τζιαι εκανόνισα τα ούλλα.


Αννού
Λάλε να ούμε τζιαι έχω μεάλην αγωνία.


Μίχαλος
Άκου Αννού. Για τον γαμπρόν τον Χωραίτη αρώτησα τζιαι έμαθα. Ξέρεις ποιος εν μπον τούτος;


Αννού
Που να ξέρω η γέριμη;


Μίχαλος
Εν ένας παραπόττης που στήννεται πόξω που το νοσοκομείο της Χώρας, βάλλει τζιαι μιαν ποδκιάν άσπρη τζιαι καμώνεται τάχαμου το γιατρό τζ΄ ότι εν΄ορφανός τζιαι άρκοντας τζιαι γυρεύκει νύφη.


Αννού
Εν ψέματα ούλλα δηλαδή, τζιαι ήντα περιπαίζει τον κόσμο;


Μίχαλος
Καμώνεται πως θέλει νύφη τζιαι μάλιστα πως εν γυρεύκει με προίκα με τίποτε . Τωρά εκατάλαβες Αννού τι ήταν να πάθει η κόρη σου; Αμμά μεν έσιεις έννοια. Επήα στη Χώρα τζ΄ήβρα τον τζ΄είπα του να με γελαστεί να κοντέψει της Μαρίτσας γιατί εν ποσπασμένος που σιέρι.


Αννού
Να σαι καλά Μίχαλε. Αμμά να χαρείς μεν πεις τίποτε του Δημητρού, γιατί εν να πάει να τον έβρει τζιαι να τον καθαρίσει.

Σσς……σα να τζιαι ακούω τον που έρκεται...


Δημητρός
Ω, Μίχαλε. Μα είσαι δαμέ ακόμα;


Μίχαλος
Ε, ναι. Επιάσαμεν τη κουβέντα με τη μάνα σου.


Αννού
Ποιος ήτουν στο τηλέφωνο Δημητρό;


Δημητρός
Ήταν ο γιατρός που τη Χώρα.  Είπε μου ότι εμετάνιωσε για το προξενειό.


Αννού
Τζιαι γιατί το γιο μου; ήντα δικαιολογία σου είπε;


Δημητρός
Είπε μου πως τον εδιορίσαν στον Πύρκο τζιαι φεύκει άρων άρων. Εν έσιει τζιαιρό για παντρειές τωρά.
Μίχαλος
Τζ΄εμαράζωσες ρε Δημητρό που έχασες τον γαμπρό το Χωραίτη; Άκου δα που έχω τωρά  κάτι να σου προτείνω,  γαμπρόν τόπακα, πρώτο πράμα.


Δημητρός
Τζιαι ποιος εν τούτος ο γαμπρός Μίχαλε, ξέρουμεν τον;


Μίχαλος
Εν ο αρφότεχνος μου ο Κωστής, o γιος της αρφής μου της Αρετής.


Δημητρός
Τζιαι είπε σου θέλει ν΄αρμαστεί την Μαριτσού; Τζιαι ήντα προίκαν                       ζητά;


Μίχαλος
Εν εζήτησεν με προίκα με τίποτε.


Δημητρός
Πε τους να έρτουν πόψε να τα τελιώσουμεν. Άλωσπως τα καρτερούσαμεν τζ΄άλλωσπως μας ήρταν. Εφάνηκε πολλά τυχερός ο Κωστής. Πολλά τυχερός.


Μίχαλος
Πράγματι.  Είδες άμαν έσιει τύχην το πλάσμα;

Σκηνή 10η
Δημητρός
Στην υγειά σας , να ζήσετε


Αννού
Να ζήσετε παιθκιά μου, άτε τζιαι με το καλόν ο γάμος


Αρετή
Μαριτσού μου , εν να σου ράψω ένα νυφικό , που άλλη εν θα το σιει μές το χωρκό.


Δημητρός
Θωρώ, εν να μου την έσιετε παραπάνω που αρκόντισσα την Μαριτσού.




Μίχαλος
Ελάλουν σου τα Δημητρό πως άξιζε καλλύτερη τύχη της αρφής σου.  


Δημητρός
Έσιεις δίκαιο Μίχαλε, άτε να μας ζησουν.

Τζιαι όσο για το φουστάνιν που εσύναξες που το ττέλι, φέρ΄ το πίσω  γιατί η μάνα σου εκούτσανεν το σιέρι της τζιαι εν να αρκίσει πολλά να ράψει το τζιαινούρκο, εν ναιν συμπεθερά;


Αρετή
Ναι, ναι. Έτσι ένει Δημητρό, έτσι ένει. !













ΤΕΛΟΣ



















 













































                  .



Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2017

Κοιμήσου

Κοιμήσου
Άσε εμένα να κολυμπάω στο μέσο των χειλιών σου
ν ' ακροβατώ στα κλειστά βλέφαρα σου
μην τα ανοίγεις ακόμα
Κοιμήσου
άσε εμένα να πλέκω στα μαύρα μαλλιά σου παραμύθια
το θάνατο χίλιες και μία νύχτες να ξεγελάω
μην τα πιστεύεις ακόμα
Κοιμήσου
άσε εμένα των πληγών σου τα σημάδια να μετράω
το κεντρί στην καρδιά μου
μην το καρφώνεις ακόμα
Κοιμήσου
άσε εμένα να αγαπώ τα μικρά αβέβαια βήματα σου
μακριά μου σε παίρνουν
μην μου φεύγεις ακόμα
Κοιμήσου
άσε εμένα σαν κερί να στάζω στο κορμί σου
δε θ ΄ αφήσω σημάδια
μην με διώχνεις ακόμα
Κοιμήσου
άσε εμένα να ψιθυρίζω στ’ όνειρα σου
πώς είμαι μόνο δικιά σου
ψυχή και σώμα
Κοιμήσου

MS (μικρές ερωτικές ιστορίες
)

Ο ΚΥΚΛΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΚΙΜΩΛΙΑ


Πριν χρόνια και μαθήτρια ακόμα διάβασα το θεατρικό του Μπρεχτ ο κύκλος με την κιμωλία. Ο κύκλος με την κιμωλία είναι μια αλληγορία με θέμα την αγάπη, στηριγμένη στον πανάρχαιο μύθο. Μια βασίλισσα κυνηγημένη από στασιαστές, εγκαταλείπει το μωρό της. Το βρίσκει η υπηρέτριά της και αποφασίζει να το πάρει για να το γλιτώσει από τους διώκτες του. Κυνηγημένη πλέον και αυτή, υποφέρει τα πάνδεινα προκειμένου να του εξασφαλίσει μια στέγη και λίγο γάλα.
Μια αληθινή αγάπη αναπτύσσεται στο παιδί και στη θετή του μητέρα. Μετά από χρόνια το καθεστώς αλλάζει και το παιδί γίνεται ο νόμιμος κληρονόμος του θρόνου και μιας αμύθητης περιούσιας. Τότε εμφανίζεται η φυσική του μητέρα και το διεκδικεί..
Και ο «ιδιόρρυθμος» δικαστής Αζντάκ θα κάνει το πείραμα:
Βάζει το παιδί στη μέση ενός κύκλου και ζητάει από τις δύο μητέρες να το τραβήξουν προς το μέρος τους, πιάνοντας από ένα χεράκι του η καθεμία.
Όποια νικήσει θα πάρει το παιδί….
Με εντυπωσίασε τότε τόσο ο έξυπνος τρόπος που βρήκε ο δικαστής για να λύσει το πρόβλημα. Παράξενος και επικίνδυνος τρόπος καθώς το παιδάκι μπορούσε να τραυματιστεί.
Μου πήρε χρόνια να καταλάβω ότι η έννοια ήταν πολύ ευρύτερη και ότι το πραγματικό νόημα του έργου ήταν άλλο.
Η μάνα δεν είναι αυτή που γεννά, ούτε η αγάπη μετριέται από το πόσο θέλεις και διεκδικείς κάποιον.
Αυτός που πραγματικά αγαπά υπάρχουν φορές που πρέπει να κάνει πίσω, να εγκαταλείψει αυτό που αγαπά περισσότερο παρά να το βάλει σε οποιαδήποτε περίπτωση σε κίνδυνο. Και ο γονιός που αγαπά είναι αυτός που θα φροντίσει να δυναμώσουν τα φτερά του παιδιού του ώστε όταν θα έρθει η μέρα που θα πετάξει μακριά να το κάνει.
Το να κουτσουρεύεις τα φτερά των αγαπημένων σου, το να τους σκοτώνεις τις δυνατότητες ή την αυτοπεποίθηση για να τους κάνεις να εξαρτιούνται από τη δική σου παρουσία δεν είναι αγάπη, είναι συνεξάρτηση.
Το πραγματικό μάθημα της αγάπης είναι να διακρίνουμε πότε θα κρατάμε σφικτά αλλά και πότε να αφήνουμε .....


13/1/2016

γίνε αλήθεια να σε φοβάται το ψέμα

Εβαρεθηκα τις ατάκες του τύπου 
Να φοβάσαι τους ανθρώπους γιατι είναι ψεύτες , γιατί είναι υποκριτές, γιατί θα πάρουν αυτό που θέλουν και θα φύγουν 
Εγω ξέρω κάτι άλλο 
Όταν εσύ εισαι αληθινός όταν εισαι ειλικρινής, συνεπής προς τον εαυτό σου και στους άλλους , όταν αυτό που εισαι δείχνεις δεν εχεις να φοβηθείς τιποτα και κανέναν 
Ο ψεύτης και ο υποκριτης η που θα φοβηθεί να κόντεψει η που θα κανει μεταβολή και θα αδειάσει τη γωνία μόνος του γιατί δε θα βρει έδαφος να παίξει
Γιατί ο άνθρωπος ο αληθινός ούτε γελιεται, ούτε μασα , ούτε καταπίνει παραμύθια , ούτε περιπαιζει και ούτε περιπαιζεται
Ο αληθινός άνθρωπος εχει τόσο καθαρό βλέμμα και σε κοιτάζει πάντα στα ματια .. χωρίς φόβο , χωρίς πονηριά, χωρίς υπονοούμενα, με την αθωότητα ενος παιδιού , μιας καθαρής ψυχής
Αυτο τον άνθρωπο δεν είναι ικανός κανένας να τον πειράξει,να τον βλάψει, να τον κηλιδωσει, να μειώσει ούτε μια στιγμή την αυτοαξια του
Γι αυτο το θεωρώ γελοιο και περιττό αν εισαι εντάξει με τον εαυτό σου να σε απασχολεί στο ελάχιστο για το τι κάνουν οι άλλοι
Οι άλλοι μπορούν να κάνουν ότι ξέρουν και ότι έμαθαν .. εκεί που τους επιτρέπουν και εκεί που βρίσκουν θύματα
Εσύ να εισαι καθαρός και να μην κανεις κακό αυτό εχει αξία
Η καθαρή συνείδηση είναι η μεγαλύτερη δύναμη
Μη φοβάσαι λοιπόν
Γίνε εσύ αλήθεια να σε φοβάται το ψέμα
ΜΣ 13/1/2017

Παράγκες

1978 παράγκες Οροκλινης
Αφιερωμένο στην δική μου μεταπολεμικη σαντανωμενη γενιά που σήμερα είμαστε 40
Στα προσφυγουθκια που εσκυβαμε το κεφάλι όταν μας ρωτούσαν πόθεν εισαι;
Σκνιφες πατανιες που τον ερυθρό σταυρο
Κουτοτσαρτελλα
Ρούχα δανεικά
Γονείς με ψυχολογικά
Παπούτσια δωρο για τα άπορα
Συσσίτιο ρυζογαλο στο πρώτο διάλειμμα , τυρί τζαι κουλλουρι στο δεύτερο
Κάρτες προσφυγικές
Οι ατάκες των πουποδα για τους ππουστοπροσφυγες που ηρταν πόδα τζαι έχουν ωφελήματα
Οι Σκαλιωτες που λαλούν τες βαρωσιωτισσες πουτανες
Οι Βαρωσιωτες να καπαρτιζουν πως αφηκαν τα ξενοδοχεία τζαι ηρταν στην Σκάλα να δείξουν στους μαντηες πολιτισμό
Το γυφτιλλικι των συνοικισμων
Τα βερεσέθκια στον μπακαλη
Τα γκαράζ με τους τσιγκους οι γουμαες
Οι παντρεμένοι που ρεσσουν τζαι γαμουν
Οι κουμαρτζιες στα εθνικοφρωνα σωματεία
Τα φκιορα μέσα στα κουθκια του λαθκιου
Οι άλλοι παίζουν τάβλι στο σύλλογο της ΠΕΟ
Η ορνιθα η σφαμενη
Η γειτόνισσα που φωνάζει τα κοπελλουθκια της χτηνα του όρους
Οι πόρτες οι κλειστές
Τα ανοιχτά παράθυρα
Ο μεθυσμένος που στρέφεται εσσω
Η γυναίκα του που παουριζει γιατί τες τρώει
Ο απέναντι που παίζει πελλο
Η Αστυνομία που πιάνει ποσοστά
Η αλκοολικη μας εξουσία
Ο παπάς μου που κλαίει το χωρκο του
Οι πολιτικές μου πεποιθήσεις;
Η οκκα εν τετρακόσια τζαι η κελλε μας αγυριστη

Νέο ταξίδι

Σίγουρα δεν έχω αποκτήσει και δεν έχω κάνει ακόμα όλα όσα θέλω... αυτή δεν είναι όμως παρά μια μόνο μικρή λεπτομέρεια.. έχω κάπου εκεί μια λίστα και εγώ με μικρά και μεγάλα θέλω, έτσι για να έχω κάτι να απασχολώ το μυαλό μου, κάτι να έχω ως κίνητρο και να αποφεύγω τη στασιμότητα.
Τα μελλοντικά θέλω μου όμως τα οποία βρίσκονται υπό συνεχή αναθεώρηση και τα οποία μπορεί να και μπορεί να μην πραγματοποιηθούν δεν αποτελούν γνώμονα για την τωρινή ευτυχία.
Η ευτυχία μου συντελείται από έναν μόνο παράγοντα.
Το δικαίωμα της ελεύθερης μου βούλησης
Ότι έχω αυτή τη στιγμή στη ζωή μου την ευχέρεια να βρεθώ όπου βρίσκομαι, οι άνθρωποι που επιλέγω να είναι είναι με οποιοδήποτε τρόπο στη ζωή μου, ακόμα και αυτοί που δεν βρίσκονται πια δίπλα μου, ο χρόνος της κάθε μέρας μου και το πως τον διαχειρίζομαι, είναι όλα επιλεγμένα για να ταιριάζουν σε μένα και να υπηρετούν τον τρόπο που επέλεξα να ζήσω.
 Αν έφευγα σήμερα θα έφευγα πλήρης και ευτυχισμένη.
Κανένας δεν ξέρει πότε θα φύγει. Γι αυτό η κάθε μέρα που ζούμε πρέπει να είναι μια μικρή ευτυχισμένη εμπειρία από μόνη της και όχι η προετοιμασία ενός αύριο που ίσως δεν έρθει ποτέ.
Το σήμερα λοιπόν, αυτός λοιπόν είναι ο προσωπικός μας παράδεισος.
Η κάθε μέρα που μας δίνεται, το να αντιληφθούμε το πόσο ευλογημένοι είμαστε για κάθε μέρα που ζούμε, και το να αδράξουμε αυτή τη μέρα ζώντας την όσο πιο γεμάτη και ευτυχισμένη γίνεται.
Αν κάποτε είχες στο χέρι σου έναν παράδεισο και τον έχασες, σταμάτα να κλαις χαμένους παραδείσους γιατί έτσι τους οραματίστηκες και δεν...
Μην αγκριστρώνεσαι εμμονικά σε όσα κουβαλά η μνήμη και δεν σε αφήνουν να προχωρήσεις. Φύσηξε απαλά σαν τον Αίολο και άσε το καράβι του παρελόντος να φύγει, να προχωρήσει και μαζί προχώρα και εσύ..
Για ένα νέο ταξίδι 

αφυπηρέτηση

Ήρθε σήμερα να μας δει.. 
Πήρα απολυτήριο λαλεί μου. Δε θα ξαναπάω δουλειά. Πιστεύεις ότι έκλεισα τα εξηνταπεντε;
Γιατί ρε πατέρα πιστεύεις εσύ ότι η κόρη σου έκλεισε τα σαράντα;
Εκοιταξε με
Ξέρεις τι παπά. Σκέφτομαι ότι μέχρι να κάνουμε όσα έχουμε να κάνουμε την ωρα που θα πούμε άτε να ξεκουραστούμε και να κάνουμε κάτι για μας θα μας πουν τάιμ Οβερ !
Τάιμ Οβερ. Θα λείψει ο χρόνος μας και φεύγει τόσο γρήγορα.
Μια ανάσα τζαι ούτε τζεινη δεν προλαβαίνουμε να την πάρουμε ολόκληρη .
Πνιουν μας οι δουλειές, οι υποχρεώσεις, τα πρέπει, τα ωράρια, τα χρέη, οι τόκοι, οι αναποθκιες, η καττα μας που μια ζωή γεννά.
Ποτε ηταν που ερκεσουν στη μικτη τζαι εφερνες μου κούπες που τον Αντωνάκη τζαι ποτε μου εβραζες το νερο μέσα στη τσαγιερα για να χω βραστό νερο το πρωί για να νυφτω. Εγω ποττε μου δεν τους το έκαμα τούτο. Ποττε εν εχω ώρα, πάντα με το βουρος το πρωί να πάω γραφείο τζαι τα μωρά νυφκουνται με το παγωμένο. Εσύ όμως εν εδεχεσουν να νυφτει η κόρη σου με το παγωμένο. Καλήν αφυπηρετηση παπά αν τζαι εν Νομιζω να κάτσεις τέλεια κάτι θα βρεις να κάμνεις . Συν την μουσική σου !!! Τζ εμείς

Στάζοντας ποίηση

Αν υπήρχε ευτυχία
δεν θα υπήρχαν ποιητές
στις άσπρες σελίδες θα γραφόταν μονάχα παραποιημένη ιστορία
άγευστα πεζά
ανούσια χρονογραφήματα
..γιατί την ποίηση δεν τη γράφεις..
τη στάζεις σταγόνα σταγόνα
άλλοτε με δάκρυ
άλλοτε με αίμα
όταν θες να ουρλιάξεις μα είναι ώρα κοινής ησυχίας
όταν θες να κλάψεις, μα απολείπεσαι ευλόγου αιτίας
όταν καίγεσαι από πόθο και δεν έχεις κορμί ν΄ακουμπήσεις
όταν το λόγο της ασήμαντης σου ύπαρξης, επιμένεις να αποδείξεις..
τότε μια μια
αρχίζεις να φτύνεις τις λέξεις
πριν γίνεις ανοιχτή πληγή και κακοφορμίσεις
τις βάζεις σε μια αράδα
και να πόσο απλά γράφεται μια ακόμα ιστορία
προσεκτικά συγκεκαλυμμένη
σαν τέλειο έγκλημα προμελετημένη
εμπεριστατωμένη και αρτία
να η ζωή μου
να ο Θάνατος μου
να η ψυχή μου
να και ο Θεός μου
να η αρχή και το τέλος
μια παύλα βάζω και τελεία
στο σήμερα δηλώνω παρόν
στο αύριο βαράω απουσία
και να πως ξεγλιστράνε οι λέξεις
μπροστά στα μάτια ενός ακόμα θεατή
που δεν θα μάθει ποτέ αν ο ρόλος είναι για τον ίδιο γραμμένος
ή τον αφηγητή
όπως δεν θα μπορέσει ποτέ να διακρίνει τη διαφορά
μεταξύ ενός μακάριου παρολίγον αυτόχειρα
από έναν μελλοθάνατο ποιητή
ΜΣ (στάζοντας ποίηση)

Ερωτο-στεγώς

και δεν ήταν το δικό μας συναπάντημα τίποτα περισσότερο
από δύο απόλυτα προσωπικές μοναξιές
που τα περιγράμματα τους
εφαρμόζουν απόλυτα και κουμπώνουν
ερωτο-στεγώς
..έτσι όπως κλειδώνουν και σφραγίζουν
των οστράκων οι κυματιστές άκρες
τη στιγμή που εισβάλλει ένας κόκκος άμμου
και γεννιούνται μαργαριτάρια ..

11:11

ΒΑΔΙΖΕ

Όχι να μην πετάς ψηλά για να μη μπορεί κανεις να κόψει τα φτερά σου
Μόνο βαδιζε
Ουτε να καθυστερεις για να σε φτάσουν
Ούτε να τρέχεις για να τους προλάβεις
Μόνο βαδιζε
Σταθερά
Αποφασιστικά
Γιατί για τον άνθρωπο που βαδίζει δεν εχει ούτε πάνω ούτε κάτω
Μόνο μπροστά

19/1/2017
ΜΣ

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ

Πόσο ασήμαντη φαίνεται η ίδια η ύπαρξη
μηδαμινή όταν δεν έχεις ένα ζευγάρι μάτια μέσα τους να καθρεφτίζεσαι.
Και εσύ γιατί αγαπάς όταν αγαπάς; Για το ζευγάρι μάτια που βλέπεις απέναντι σου ή για τον τρόπο που σε κοιτάζουν αυτά τα μάτια ; τον ρώτησε
για το δεύτερο, απάντησε εκείνος, για τον τρόπο που με κοιτάζουν.
και εγώ γι αυτό, απάντησε εκείνη. Για τον τρόπο που λάμπουν τα μάτια σου όταν με βλέπεις, το πόσο χαρούμενος είσαι όταν με βλέπεις, αυτό και μόνο. 
Κι αν ήμουν τυφλός, την ρώτησε εκείνος.
Πάλι θα το ένοιωθες, πάλι θα το ένοιωθα, πάλι θα σ΄αγαπούσα.
11:11

20/1/2017

Σκέψου μόνο

Σκέψου μόνο αν για την αγάπη που έδινε και κάθε πράξη καλοσύνης που έκανε ο άνθρωπος κέρδιζε αντίστοιχα λεπτά , μέρες και χρονια για να ζήσει 
Τι καλα παιδιά θα ηταν όλοι .. 
Γιατί αυτο το μετά θάνατον κέρδος, όπως δειχνουν τα πράγματα, είναι κάτι που δεν πείθει ούτε τους ίδιους τους αντιπρόσωπους της θρησκείας

Η ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ ΤΗς ΥΠΑΡΞΗΣ

Η τεκμηρίωση της ύπαρξης 
Είναι αυτοί που κανουν στη ζωή τους τόσο σημαντικά πράγματα, που αλλάζουν τις ζωές χιλιάδων ανθρωπων με τις ανακαλύψεις και τα επιτεύγματα τους. Άνθρωποι που το όνομα τους καταγράφεται στην ιστορία του ανθρώπινου γένους. 
Μετά είναι και οι υπόλοιποι
Αυτοί που ζουν μια συνηθισμένη ζωή, κάνουν μια βαρετή δουλειά, που δεν θα εφευρουν ποτε κάτι καινούργιο για την υπηρεσία της ανθρωποτητας. 
Αυτοί που ξέρουν ότι όταν φύγουν δεν θα τους θυμάται η Ιστορία.
Πως τεκμηριώνεται η ύπαρξη αυτών;
Πιστεύω με την αγάπη
Κι αυτό είναι που την κανει τόσο απαραίτητη στη ζωή του μέσου ανθρωπου
Αυτό είναι που κανει τον άνθρωπο που νοιώθει ασήμαντος να νοιώθει σημαντικός
Το να εχεις έναν και μόνον έναν άνθρωπο που εχει επιλέξει εσένα μέσα στους χιλιάδες ανθρώπους
Κι αυτό είναι η βαθύτερη ανάγκη
Πέρα από το συναίσθημα , πέρα από την ανάγκη επιβίωσης υπάρχει η βαθύτερη ανάγκη να τεκμηριωνεις την ύπαρξη σου μέσα από έναν αλλο άνθρωπο
Αυτό το γεννήθηκες για μενα
Αυτό το γεννήθηκα για σένα
Είναι κάτι περισσότερο από μεγάλα λόγια και ρομαντικα . Είναι που θέλεις να ξέρεις γιατί γεννήθηκες. Και ολα τα αλλά δεν σε καλύπτουν . Δεν σε καλύπτει να γεννήθηκες για να μεγαλώσεις και να σπουδάσεις και να βρεις καλή δουλειά και να χεις όμορφο σπίτι. Πάντα μένει ενα κενό.
Μέχρι να βρεις αυτόν που θα πεις είναι ο ένας και θα πει το ίδιο για σένα. Αυτό που ίσως δεν αντιλαμβάνονται οι άνθρωποι είναι γιατί είναι τόσο επιτακτική η ανάγκη αυτή. Και ο μόνος λόγος είναι ότι θέλουν να ξερουν , να νοιώθουν, ακόμα κι αν περάσουν τα χρόνια, ακόμα κι όταν γεράσουν ότι υπήρξε εκείνος ο κάποιος που για κείνον υπήρξαν μοναδικοί κι αναντικατάστατοι. Γι αυτό τους βλεπεις χρόνια μετά να αναπολούν και να κρατιούνται από αυτό το μεγάλο και δυνατό που έζησαν, η ακόμα και την ψευδαίσθηση ότι υπήρξε. Δεν είναι ο άνθρωπος που παράγει την ουτοπία , είναι η ιδέα αβάσταχτη του να νοιώθεις ασήμαντος που σε κανει να κρατιεσαι από αυτό. Αυτό το ότι είχες επιλεγεί, το ότι είχες αγαπηθεί, σε παρηγορεί, δικαιολογεί και τεκμηριώνει την ασημαντη κατά τα αλλά ύπαρξη σου.
ΜΣ


20/1/2017

ΘΕΛΩ ΦΩΣ

Σ αυτόν τον τόπο ηταν παντού σκοτάδι 
Μια νύχτα βαριά που ποτέ δεν ξημέρωνε 
Μόνο μια λύση υπήρχε γι αυτους που δεν άντεχαν το σκοτάδι και τη σιωπή
Να μιλάνε για ώρες και για μέρες κι ας μην εχει αυτί γύρω τους ν ακούσει 
Ν αντιπαλεύουν τη σιωπή με λόγια θέρμης 
Να γίνονται οι λύκοι που αλυκτούν στον ουρανό που τους αρνιέται την πανσέληνο
Με παράπονο και λύσσα και απέχθεια για τούτο το μαύρο πέπλο που καλύπτει την πλάση
Μιλούν και κλαίνε και φωνάζουνε βρίζοντας
Είναι αρρώστια αυτό το σκοτάδι
Θέλω φως
Θέλω φως
Τόσο πολύ θέλουν το φως που αυτοπυρπολουνται
Φλέγονται μα δεν καίγονται
Μόνο γίνονται φως


(22/1/2017)

ΕΙΜΑΙ ΚΑΛΑ

Κάθε που ασθενεί η ψυχή μου 
Το μυαλό μου φοράει άσπρη ρόμπα και παίζει τον γιατρό 
Μόλις ξυπνήσω μια ενεση μου χτυπά επαναφοράς στην πραγματικότητα
Και είναι μέρες που τσούζει λίγο αυτό το τρυπημα της φλέβας καθώς τραβιέται η βελόνα σταζοντας στη λευκή μου συνείδηση σταγόνες τρεις αλικους πόθους ζεστους 
Η ημερήσια απαραίτητη δόση απο πρέπει ρέει στο αίμα 
Κλεινω τα ματια και η αντίστροφη μετρηση ξεκινά
Τρία
Δύο
Ένα
Είμαι καλα
Όσο η αποχαύνωση κυλάει στις αρτηρίες ο προγραμματισμενος βίος δεν ξεφευγει από την συλλογική κοινωνική παρακαταθήκη
Όταν η ψυχή ασθενεί
Το μυαλό με εντατική θεωρία και συνταγογραφημενες αρετές θα σε βοηθήσει να βγάλεις τη μέρα
Το επόμενο εικοσιτετράωρο
Τον επόμενο μήνα
Μια ακόμα δεκαετία
Όσο ζεις οσο δίνεται παραταση σε ετούτο το εργο
Εγω κι εσύ και όλοι θα επαναλαμβάνουμε τις οδηγίες του γιατρού
Είμαι καλα
ΜΣ

ο φόβος η τιμωρία

Στον δειλό ευθύνη να μην καταλογιζεις 
Η εύθυνη βαραίνει τους ελεύθερους κι ο δειλός είναι αλυσοδεμενος 
Ο φόβος του ο αφέντης του 
Ο φόβος του η τιμωρία
ΜΣ

βρυκόλακες μελανοφόροι

Δεν υπάρχει λόγος να προσπαθείς να ψάχνεις για βαθύτερα νοήματα στις λέξεις του αγαπημένου σου ποιητή
Η πένα του γράφει όσα η πείνα ορεγεται και να σαι σίγουρος θ αφήσει κατω την πένα αν ποτε βρει καλύτερη χρήση για τα δάχτυλα του
Μέχρι τότε οι λέξεις του θα στήνουν χορό σαν μοιρολογιστρες γύρω από το πτώμα αυτού που εντός του σκοτώνει
Μη ψάχνεις για βαθύτερα νοήματα στις λέξεις τους ούτε στο μέταλλο και τη σκουριά 
Μόνο του καθενός το ορνεο αναγνωρίζει την δική του μυρωδιά
Κι οι ποιητές
Βρυκόλακες μελανοφοροι
ΜΣ

υπήρξαν στιγμές που υπήρξα εγώ

Υπήρξαν στιγμές που υπήρξα πράγματι εγώ
Στιγμές που πήρα το αυτοκίνητο και σταμάτησα σε μια ερημική παραλία και αγνάντεψα για λίγο το γαλάζιο
Το μόνο που ήθελα για μια μόνο στιγμή ήταν να είμαι εγώ
Όχι η κόρη του πατέρα
Όχι η μάνα των παιδιών
Όχι η ευσυνείδητη υπάλληλος
σκέφτηκα ότι για να βρω τη δική μου ταυτότητα έπρεπε να αποποιηθώ τις υπόλοιπες μου ταυτότητες
Και εκεί, παρέα με τη θάλασσα, προσπάθησα, πραγματικά προσπάθησα να βρω ποια είμαι εγώ
Γιατί, όσο πίσω και αν πήγα με το μυαλό πάντα με θυμόμουν να είμαι κόρη κάποιου, μητέρα, υπάλληλος, μαθήτρια, σύζυγος, ερωμένη, προσκολλημένη στις ταμπέλες και στους ρόλους μου
Λοιπόν αν δεν ήμουν εγώ θα ήμουν εγώ; ή κάποια άλλη;
Για μια στιγμή λοιπόν όμως κοίταξα στο κύμα και μου φάνηκε να γεννιέται ένα γαλάζιο πρόσωπο που κάπως θύμιζε εμένα.
Εκεί στη μέση του πουθενά και ενώ αναλογιζόμουν αυτά βρέθηκε να κάθεται δίπλα μου μια αντρική φιγούρα, χωρίς όνομα , χωρίς ταυτότητα
- Και εσύ ποιος είσαι; ρώτησα
- Εγώ
- Ποιος εσύ;
- Εγώ είμαι εγώ ! Έχω όνομα, διεύθυνση, επάγγελμα και ταυτότητα και ανήκω σε ανθρώπους. Εσύ;
- Εγώ δεν είμαι καμιά. Ξόδεψα χρόνια και χρόνια για να καταφέρω να μην είμαι καμιά. Και τώρα, αυτή τη στιγμή, εδώ, δεν έχω όνομα, διεύθυνση, επάγγελμα, δεν ταυτότητα και δεν ανήκω σε κανέναν. Θέλω να πιστεύω ότι η ψυχή μου τουλάχιστον είναι ελεύθερη. Εσένα;
- Εμένα όχι. Η ψυχή μου είναι φυλακισμένη και είναι τρομερά δύσκολο να βγω από τη φυλακή.
Και τότε του εξήγησα ότι από μια φυλακή ούτε βγαίνεις, ούτε μπαίνεις, την φυλακή του ο καθένας την χτίζει ο ίδιος γύρω του όταν την έχει ανάγκη και από τη στιγμή που την την έχει ανάγκη ακόμα και να καταρρεύσει η φυλακή, ή ανοίξουν διάπλατα οι πύλες και να τουν πουν βγες έξω και πάλι αμέσως θα χτίσει άλλη να μπει μέσα.
Δεν κατάλαβε τι ήθελα να πω. Για κείνον οι δεσμοφύλακες είχαν πάντα ονόματα και ισχυρή θέση και ποτέ δεν συνειδητοποίησε ότι χρειαζόταν την φυλακή του περισσότερο από όσο η φυλακή εκείνον.
Κι εγώ δεν θα μπορούσα ποτέ να τον κάνω να καταλάβει τι εννοώ.
-Είσαι πολύ όμορφη μου είπε, νομίζω σ΄αγαπώ.
-Και εσύ είσαι πολύ όμορφος, του είπα, νομίζω και εγώ σ΄αγαπώ.
-Θα ήθελες να ταξιδέψουμε μαζί; Κοίταξε τι όμορφη που είναι η θάλασσα, είπα. Απ εδώ μπορείς να ταξιδέψεις και να πας όπου θες.
-Ποια θάλασσα; Τρελλάθηκες νομίζω. Εγώ δεν βλέπω παρά μόνο ένα βουνό.
Κι αυτό ήταν το πιο παράξενο, Καθόμασταν στο ίδιο ακριβώς σημείο στη μέση του πουθενά , αλλά δεν βλέπαμε το ίδιο θέαμα.
Εγώ κοίταζα το απέραντο γαλάζιο και εκείνος κοίταζε ένα βουνό.
- Είσαι σίγουρος ότι δε βλέπεις μπροστά σου τη θάλασσα; τον ρώτησα για να βεβαιωθώ
-Είσαι σίγουρη ότι δεν βλέπεις μπροστά σου ένα βουνό;
-Δεν έχει σημασία, αν δεν βλέπεις τη θάλασσα και βλέπεις μόνο το βουνό. Φτάνει να πιστέψεις ότι υπάρχει. Πάμε μαζί , θα σε βοηθήσω να το ανέβεις, θα σε κρατώ, θα είμαι μαζί σου σε κάθε βήμα..
-Όχι, δεν θα τα καταφέρω ποτέ. Άδικος κόπος. Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα, δεν υπάρχει μπλε, δεν υπάρχει θάλασσα, φεύγω !!
Είναι δύσκολο να μιλάς σε ανθρώπους για ανοιχτούς ορίζοντες, για μεγάλα ταξίδια όταν αυτό που βλέπουν μπροστά τους είναι μόνο ένα βουνό. Έφυγε και εγώ δεν μπόρεσα ποτέ να τον κάνω να καταλάβει τι σημαίνει προοπτική και ορίζοντας. Έφυγε σέρνοντας πίσω του αλυσίδες στα πόδια.
Ανέπνευσα βαθιά, κοίταξα το απέραντο γαλάζιο. θυμήθηκα τις εποχές που εγώ η ίδια ερχόμουν εδώ στη μέση του πουθενά και αντίκριζα κι εγώ μπροστά μου αυτό το θεόρατο βουνό.
Θυμήθηκα ότι έκλαιγα απελπισμένα γιατί πίστευα ότι δεν θα μπορούσα ποτέ να κοιτάξω παρά κάτω.
Έκλαια γιατί εκείνο το βουνό είχε μια όψη απειλητική και τελεσίδικη, που προδιέγραφε την κάθε μέρα της ζωής μου μέχρι το τέλος.
Τι θάνατος η έλλειψη ορίζοντα.
Και όμως, πίστεψα ότι υπάρχει κάτι άλλο και το πίστεψα τόσο μέχρι που το είδα με τα ίδια μου τα μάτια. Και τώρα έκλαια γιατί ξέρω ότι είναι αδύνατον να κάνουμε τους άλλους να δουν με τα δικά μας μάτια και κάποιοι ίσως μείνουν με αυτή την εικόνα του πελώριου βουνού μπροστά τους μέχρι το τέλος. Αυτοί που δεν κατάφεραν να πιστέψουν ότι υπάρχει πίσω από τον πελώριο όγκο η θάλασσα..
ΜΣ 24/1/2016

στη Μαρία μη μιλάς για έρωτες

Μη μιλάς για έρωτες 

Στη Μαρία
μη μιλάς για έρωτες
γιατί είναι ο έρωτας ένα πεδίο μάχης
και τον στρατιώτη δεν τον στέλνεις πίσω στη μάχη
εάν δεν έχουν επουλωθεί πρώτα η πληγές
Άσε την λοιπόν στα μετόπισθεν
θέλουν ακόμα να κλείσουν οι πληγές
κλαίει ακόμα θύματα του χθεσινού πολέμου
έχει να θάψει
να θρηνήσει
να αποχαιρετήσει ότι αγάπησε
Στη Μαρία
Μην εξηγάς των ζωντανών
τις ελπίδες και τα όνειρα
φοράει ακόμα μαύρα
ούτε πολύ να της μιλάς
Άσε το χρόνο μοναχά να τη γιατρέψει
ΜΣ (25/1/2014)

στις γαλαρίες

Στις γαλαρίες

Κι έτσι εσύ προχώρησες ανατολικά
και δεν ήταν ότι έπαψες να με νοιάζεσαι
απλά να ..
ήταν περισσότερο υποφερτό να διαγράψεις την ύπαρξη μου
έτσι όπως ο φυλακισμένος
διαγράφει από τη μνήμη του
τη ζωή έξω από τα κάγκελα της φυλακής του
έτσι κι εγώ προχώρησα δυτικά
και δεν ήταν ότι έπαψα να σε αγαπώ
απλά να ..
ήταν περισσότερο υποφερτό να διαγράψω την ύπαρξη σου
έτσι όπως οι πρωτόπλαστοι
διέγραψαν από τη μνήμη τους
τις μέρες της ζωής τους στον Κήπο της Εδέμ
και κάπως έτσι
χωρίς ποτέ να έχουν πει οι άνθρωποιπου αγαπήθηκαν πολύ, αντίο
απλά προχωρούν
σε αντίθετες κατευθύνσεις
και με κάθε βήμα μικραίνουν οι ψυχές τους και συρρικνώνονται
έτσι όπως γίνονται μετατρέπονται σε μικρές μαύρες κουκίδες
οι κόρες των ματιών των εργατών
στις γαλαρίες των ανθρακορυχείων
μέχρι που δεν θυμούνται πια
τι σχήμα έχει ο ήλιος
ΜΣ (τα ημερολόγια 14/12/2016)

Σάββατο 19 Μαρτίου 2016

το απόλυτο

Αναζητώντας το απόλυτο
Την απόλυτη γυναίκα
Τον απόλυτο έρωτα
Απορρίπτοντας τη μετριότητα
Μένεις όλο και πιο μόνος
Συνειδητά κι ανώνυμα
Πάντα ζητώντας το απόλυτο
Ψάχνοντας τον επίγειο παράδεισο
Κτίζεις τη δική σου κόλαση
*
Δίπλα σου και μακριά
*
Αναζητώντας το απόλυτο
Τον απόλυτο άντρα
Τον απόλυτο έρωτα
Αηδιάζοντας τη μετριότητα
Μένω όλο και πιο μόνη
Συνειδητά κι επώδυνα
ατέρμονα ζητώντας το απόλυτο
ποθώντας τον επίγειο παράδεισο
μοιραζόμαστε την κόλαση
ΜΣ (μικρές Ερωτικές ιστορίες)

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2016

...και εσύ θυμώνεις....

Και εσύ θυμώνεις γιατί σου άπλωσε περισσότερο βούτυρο στο ψωμί απ' όσο σου αρέσει και ξινίζεις τα μούτρα γιατί ο καφές που σου έχει φτιάξει  δεν είναι αρκετά καυτός.
Και σου σπάει τα νεύρα γιατί επιμένει πάντα να σου φτιάχνει τα μαλλιά όπως αρέσει σε εκείνον  και εσύ τα ξανασπρώχνεις και πάλι πίσω από το πρόσωπο.
Και τα απογεύματα παίρνετε περίπατο τα σκυλιά και σπρώχνεστε σαν παιδιά για το ποιος θα πατήσει το κουμπί στη διάβαση και διαφωνείτε γιατί εκείνος να θέλει να πάει πάντα δεξιά και εσύ αριστερά. Και στέλνεις πάντα εκείνον να κάνει τα ψώνια γιατί εσύ μισείς να πηγαίνεις στην υπεραγορά και του κάνεις παρατήρηση γιατί φέρνει δέκα πράγματα περισσότερα απ’ ότι έχεις ζητήσει , κυρίως σοκολάτες και γλυκά και κάτι παράξενες κονσέρβες με εξωτικά φαγητά που  κανείς δε θα αγγίξει.
Αλλά όταν έρχεσαι σπίτι,  πολύ κουρασμένος,  χωρίς κουράγιο να αρθρώσεις λέξη,  ξαπλώνεις στον καναπέ για λίγο και νιώθεις μια κουβέρτα απαλά να σε σκεπάζει.  Ένα φιλί στο μέτωπο και ένα χάδι στο πρόσωπο.
Και μετά παίζετε μαξιλαροπόλεμο και τα παιδιά κάνουν το διαιτητή και  γίνεται το κρεβάτι μπάχαλο αλλά δε σε νοιάζει..
Και του σβήνεις το φως ενώ κάνει μπάνιο γιατί σε τρελαίνει γιατί τραγουδά παράφωνα
Και τραβάς το χειμώνα την κουβέρτα και τον αφήνεις ξεσκέπαστο και γελάς
Και τον ζαλίζεις στη μουρμούρα μέχρι να αλλάξει το πρόγραμμα στην τηλεόραση για  να δεις αυτό που θέλεις εσύ, αλλά μόλις το αλλάξει αποκοιμιέσαι στην αγκαλιά του
Και σου τη σπάει που είναι τόσο μαλακός με τα παιδιά και φαίνεσαι πάντα εσύ η κακιά αλλά και πάλι  όταν τους θυμώσει γυρνάς από την άλλη για να μη σε δουν που γελάς, γιατί δεν πείθει κανένα όταν το παίζει θυμωμένος και το κατσούφιασμα δεν του πάει καθόλου και παραδέχεσαι μέσα σου πώς δε θα ήθελες άλλον πατέρα για τα παιδιά σου.
Και  κάθε μέρα έχει τόσα πολλά να σου πει, κάθεται απέναντι σου και  σου μιλά για εκείνο και για το άλλο και εσύ τον κοιτάς αλλά να δεν ακούς λέξη από αυτά που λέει, απλά  σκέφτεσαι πόσο παράξενος είναι ο ήχος της φωνής του και πώς κινούνται οι ώμοι του όταν μιλά, και πόσο του πάει αυτό το χρώμα που φορά.
Και εκείνος σταματά ξαφνικά να μιλά,  σε κοιτά, σου χαμογελά και σου λέει πόσο σου πάει αυτό το χρώμα κραγιόν και πως δεν έχει δει ομορφότερα μάτια στον κόσμο.
Και αγωνιάς πάντα γι αυτόν. Γιατί ξέρεις ότι εργάζεται σκληρά και το βλέπεις στα χέρια του και στο πρόσωπο του και στα μάτια του βαθιά μια μελαγχολία.
Και το μόνο που θέλεις να τον ξεκουράσεις, να πάρεις εκείνα τα κουρασμένα χέρια και να τα περιποιηθείς και να τα πλύνεις και να τα χαϊδέψεις και να τα φιλήσεις γιατί είναι ιερά.
Και μην θαρρείς πώς όλα αυτά δεν είναι έρωτας, αυτά είναι ο μεγαλύτερος έρωτας, αυτός που αγαπά το κορμί και όταν είναι  γυμνό και όταν είναι ντυμένο, και όταν είναι κουρασμένο, και όταν είναι χαρούμενο και όταν είναι λυπημένο,  και όταν είναι  χαμογελαστό και όταν είτε θυμωμένο. Γιατί είναι η ζωή σου όλη !! 


  


Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 2016

πώς μπορείς να αναγνωρίσεις τον σύντροφο της ψυχής σου

Πως μπορείς να αναγνωρίσεις τον σύντροφο - ψυχής σου

Ο σύντροφος της ψυχής σου είναι αυτός που τις κλειδαριές του μόνο τα δικά σου κλειδιά μπορούν να ανοίξουν, αυτός που τις δικές σου κλειδαριές μόνο τα δικά του κλειδιά μπορούν να ανοίξουν.
Όταν νοιώσουμε αρκετά ασφαλείς για να ανοίξουμε τις κλειδαριές, οι αληθινότεροι μας εαυτοί βγαίνουν προς τα έξω και μπορούμε να είμαστε ολοκληρωτικά και ειλικρινά αυτοί που είμαστε. Μπορούμε τότε να αγαπιόμαστε γι΄αυτό που είμαστε και όχι γι' αυτό που προσποιούμαστε ότι είμαστε. Ο κάθε ένας αποκαλύπτει το καλύτερο κομμάτι του άλλου. Μόνο τότε και ανεξάρτητα τι άλλο πάει στραβά γύρω μας, με αυτό το ένα πρόσωπο είμαστε ασφαλείς στον δικό μας παράδεισο.
Ο σύντροφος μας είναι αυτός που μοιράζεται τις βαθύτερες μας λαχτάρες, την αίσθηση προσανατολισμού μας. Αν είμαστε δυο μπαλόνια και μαζί η κατεύθυνση μας είναι προς τα πάνω, οι πιθανότητες είναι να έχουμε βρει το σωστό πρόσωπο.
Ο σύντροφος ψυχής είναι αυτός που δίνει ζωή στη ζωή μας.

Λέσλη Πάρις

Πρωτότυπο κείμενο στα αγγλικά


(A soulmate is someone who has locks that fit our keys, and keys to fit our locks. When we feel safe enough to open the locks, our truest selves step out and we can be completely and honestly who we are; we can be loved for who we are and not for who we’re pretending to be. Each unveils the best part of the other. No matter what else goes wrong around us, with that one person we’re safe in our own paradise. Our soulmate is someone who shares our deepest longings, our sense of direction. When we’re two balloons, and together our direction is up, chances are we’ve found the right person. Our soulmate is the one who makes life come to life.) leslie Parrish

Παρασκευή 29 Ιανουαρίου 2016

ΓΥΝΑΙΚΑ

Η γυναίκα
Η γυναίκα μεγαλώνει με παραμύθια και πρότυπα.
Μέσα από τα παραμύθια μαθαίνει ότι μια μέρα θα έρθει ο πρίγκηπας με το άσπρο άλογο για να την κάνει βασίλισσα και ότι για να την διαλέξει πρέπει να είναι η πιο όμορφη από όλες τις άλλες και να φοράει δεκάποντα.
Τα πρότυπα της είναι η κούκλα BARBIE που είναι η μόνη παιδική κουκλα με βυζί 3C και κώλο πιο στητό από της Λόπεζ και  έχει σύντροφο τον ΚΕΝ που έχει πουλί αλλά όχι μπαλάκια.
Τελοσπάντων ντύνει και ξεντύνει την κουκλίτσα της που έχει ασορτί παπουτσάκια και τσαντούλες και σάλια και ένα σπίτι με ανσανσέρ και ένα σκυλάκι κανίς με φιογκάκι. 
Μεγαλώνει  βλέποντας στα περιοδικά και στην τηλεόραση να παρελαύνουν γυμνές και ημίγυμνες καλλονές και σιγά σιγά εμπεδώνεται στο μυαλό της ότι για να έχει αξία μια γυναίκα πρέπει να είναι κάτι μεταξύ του αρχικού της προτύπου της barbie αλλά χωρίς τον Κεν και το σκυλί.
Δυστυχώς όμως δεν γενιούνται όλες καλλονές ούτε άνω του 1,70, ούτε με τέλειες αναλογίες, ούτε με τέλεια χαραχτηριστικά.
Οπότε δεν νοιώθει αντάξια. Το αποτέλεσμα είναι από την εφηβεία και μετά το κορίτσι και μετέπειτα γυναίκα να σπαταλάει μεγάλο μέρος της ζωής της, των χρημάτων της, της ενέργειας της  και της ψυχολογίας της για να προσπαθεί, με κάθε μέσο, να πλησιάσει στην τέλεια εικόνα που τα μέσα επιβάλλουν η οποία στις πλείστες φορές είναι αποτέλεσμα ενός πολύ καλού Photoshop.
Αφού προσπαθήσει να φτιάξει την εικόνα της τότε έρχεται και η σειρά του πρίγκηπα ο οποίος θα συνεισφέρει οικονομικά στην διατήρηση της εικόνας της πριγκίπισσας του.
Αυτά για την εικόνα, προχωρούμε στην συμπεριφορά
Η γυναίκα λόγω των πιο πάνω που είπαμε έχει μεγάλη ανασφάλεια. Πάντα κοιτάζει γύρω της αν υπάρχει κάποια ομορφότερη, ψηλότερη και ειδικά αν κοιτάζει ο πρίγκηπας καμιά άλλη ο οποίος κινδυνεύει με αποκεφαλισμό αν το βλέμμα του λοξοδρομήσει.
Η γυναίκα κατά τις εξόδους της κρατά πάντα τον πρίγκηπα της από το μπράτσο γιατί  αυτό στον μυστικό γυναικείο κώδικα σημαίνει «μην πλησιάζετε». 
Όταν δε κάτσουν στο καφέ ή στο εστιατόριο θα φροντίσει να έχει πάντα άμεση οπτική επαφή σε αχτίνα τριάντα μέτρων γύρων από με τον «πρίγκηπα» της και θα σκανάρει όπως το ραντάρ, για να ελέγχει αν τον βλέπουν ή αν βλέπει αυτός κάποια άλλη. 
Αν το ραντάρ εντοπίσει κάτι που θα την ενοχλήσει δε θα κάνει σκηνή φυσικά, θα πάρει με απόλυτη φυσικότητα και ηρεμία το φραπέ της, αλλά θα μασά το καλαμάκι  βλέποντας τον στα μάτια κάνοντας τον να χλωμιάσει και να ξεροκαταπίνει ξέροντας ο άμοιρος τι τον περιμένει.
Η γυναίκα είναι ανήκει στα ανώτερα θηλαστικά και είναι είδος μονογαμικό. Η γυναίκα ζηλεύει και όταν ζηλεύει είναι η χειρότερη θύελλα, καταιγίδα και τσουνάμι μαζί.
Είτε φταίει είτε δεν φταίει ο πρίγκηπας θα πληρώσει τη νύφη πολύ ακριβά. Συμβουλή μου. Μην της πείτε ποτέ ατάκες του τύπου
"αγάπη μου μα έβαλες λίγο βάρος" (εφαες την)
"μα είδες πόσο ομόρφησεν η κουμέρα" (Έφαες την άσσιημα)
"μα άλλαξε χτένισμα η φίλη σου" (είσαι ποσπασμένος)
Γενικά μην λέτε οτιδήποτε καλό για οποιαδήποτε άλλη γυναίκα εκτός αν είναι η μάνα της και αν θέλετε την ησυχία σας μην κάνετε οποιαδήποτε κριτική στην ίδια αν δεν συμβουλευτείτε οδηγό βοήθειας.
Η γυναίκα μια φορά το μήνα περιμένει περίοδο κι αυτό ονομάζεται κύκλος γιατί μέχρι να τελειώσει ξαναέρχεται και κατά την περίοδο αυτή έχει τα νεύρα της και γίνεται πιο επικίνδυνη από τη Μοσάντ και την ΚαΓκεΜπέ  μαζί.
Εστω κι Εάν δεν της έχετε πει ή κάνει κάτι κακό σήμερα ή χτες, θα ψάξει καλά το εγκεφαλικό της αρχείο και θα ανασύρει ότι έχετε πει και κάνει κατά την τελευταία δεκαετία και θα θυμηθεί κάτι που την έχει θίξει. Θα τα πάρει μαζί σας για όσα κάνατε, θα σας τα ψάλλει, μετά θα κλάψει για ώρα και μετά θα σου πει συγνώμη αγάπη μου , μόλις είδα περίοδο και πονώ πολύ. Φέρνεις μου ένα Panadol;
Γυναίκες !!
Κάποιες μαγειρεύουν. Μερικές  δεν μαγειρεύουν. Κουβαλάνε ταπεράκια από τη μαμά και την πεθερά και την Παρασκευή παραγγέλουν take-away.  Αυτές που μαγειρεύουν αρνούνται  οποιαδήποτε κριτική για το μαγείρεμα τους,  γιατί θεωρούν ότι το φαί τους είναι τέλειο και γι αυτό μην τολμήσεις να το συγκρίνεις με της μάνα σου, είναι άξιες να το πετάξουν όλο και να σε αφήσουν νηστικό.
Τα πρώτα χρόνια θα ζηλεύει γιατί πας κανένα μεσημέρι να φας στη μάνα σου  και τα επόμενα θα σε στέλλει στη μάνα σου γιατί τα κουπέπια της Μαρούλλας είναι καλύτερα και φέρε και λίγα για κείνη.
Γυναίκες
Μεγάλο ποσοστό γυναικών χρησιμοποιούν το σεξ ως μοχλό πίεσης για τον άντρα τους. Αν τους έχει φταίξει θα πουν από μέσα τους η ευθέως. «τώρα να δεις θα κάνεις ένα μήνα να» Αν θέλει όμως κάτι εκείνη, θα λουστεί, θα αρωματιστεί θα ανάψει κεράκια, θα περιποιηθεί δεόντως τον πρίγκηπα και δύο λεπτά πριν αποκοιμηθεί θα του πει με γλυκιά φωνή «αγάπη μου, θέλω να μου πάρεις ένα τηλέφωνο» και τότε αυτός θα της πει «εντάξει αγάπη μου» για να γλυτώσει τη φασαρία και να κοιμηθεί ήσυχος γιατί ως γνωστόν μετά το σεξ ο άντρας νυστάζει.
Το κεφάλαιο γυναίκα είναι ανεξάντλητο και ίσως επανέλθω αλλά όσο χιουμοριστικά και αν παρουσίασα το θέμα βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα. Η γυναίκα έχει εξουσία και ξέρει πώς και πότε θα την χρησιμοποιήσει . Θα κλείσω παραθέτοντας αυτό που διάβασα σε ένα βιβλίο πριν χρόνια και είναι πέρα για πέρα πραγματικότητα.
Το δυνατό φύλο
Γίνεται αδύναμο φύλο
Λόγω αυτής της αδυναμίας του
Για το αδύναμο φύλο
ΜΣ 








Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2016

Υπήρξαν στιγμές που υπήρξα πράγματι εγώ
Στιγμές που πήρα το αυτοκίνητο και σταμάτησα σε μια ερημική παραλία και αγνάντεψα για λίγο το γαλάζιο.
Το μόνο που ήθελα για μια μόνο στιγμή ήταν να είμαι εγώ
Όχι η κόρη του πατέρα
Όχι η μάνα των παιδιών
Όχι η ευσυνείδητη υπάλληλος
σκέφτηκα ότι για να βρω τη δική μου ταυτότητα έπρεπε να αποποιηθώ τις υπόλοιπες μου ταυτότητες
Και εκεί, παρέα με τη θάλασσα, προσπάθησα, πραγματικά προσπάθησα να βρω ποια είμαι εγώ
Γιατί όσο πίσω και αν πήγα με το μυαλό πάντα με θυμόμουν να είμαι κόρη κάποιου, μητέρα, υπάλληλος, μαθήτρια, σύζυγος, ερωμένη, προσκολλημένη στις ταμπέλες και στους ρόλους μου
Αν δεν ήμουν εγώ θα ήμουν εγώ; ή κάποια άλλη
Εκεί στη μέση του πουθενά και ενώ αναλογιζόμουν αυτά βρέθηκε να κάθεται δίπλα μου μια αντρική φιγούρα, χωρίς όνομα , χωρίς ταυτότητα
Εσύ ποιος είσαι; ρώτησα
Εγώ
Ποιος εσύ;
έχω όνομα, διεύθυνση, επάγγελμα και ταυτότητα και ανήκω σε ανθρώπους. Εσύ;
Καμιά .Τώρα, αυτή τη στιγμή, εδώ, δεν έχω όνομα, διεύθυνση, ούτε επάγγελμα, ούτε ταυτότητα και δεν ανήκω σε κανέναν. Θέλω να πιστεύω ότι η ψυχή μου τουλάχιστον είναι ελεύθερη. Εσένα;
Εμένα όχι. Η ψυχή μου είναι φυλακισμένη και είναι τρομερά δύσκολο να βγω από τη φυλακή.
Και τότε του εξήγησα ότι από μια φυλακή ούτε βγαίνεις, ούτε μπαίνεις, την φυλακή του ο καθένας την χτίζει ο ίδιος γύρω του όταν την έχει ανάγκη και όταν την έχει ανάγκη ακόμα και όταν καταρρεύσει η φυλακή, ή ανοίξουν διάπλατα οι πύλες και πάλι θα χτίσει άλλη να μπει μέσα.
Δεν κατάλαβε τι ήθελα να πω.  Για κείνον οι δεσμοφύλακες είχαν πάντα ονόματα και ισχυρή θέση.
Κοίτα τι όμορφη που είναι η θάλασσα, είπα. Απ εδώ μπορείς να ταξιδέψεις και να πας όπου θες.
Ποια θάλασσα; Τρελλάθηκες νομίζω. Εγώ δεν βλέπω παρά μόνο ένα βουνό.
Κι αυτό είναι το παράξενο, Καθόμασταν στο ίδιο ακριβώς σημείο στη μέση του πουθενά , αλλά δεν βλέπαμε το ίδιο θέαμα.
Εγώ κοίταζα το απέραντο γαλάζιο , και εκείνος κοίταζε ένα βουνό.
Είναι δύσκολο να μιλάς σε ανθρώπους για ανοιχτούς ορίζοντες, για μεγάλα ταξίδια όταν αυτό που βλέπουν μπροστά τους είναι μόνο ένα βουνό.
Έφυγε και εγώ δεν μπόρεσα ποτέ να τον κάνω να καταλάβει τι σημαίνει προοπτική και ορίζοντας.
Ανέπνευσα βαθιά , κοίταξα το απέραντο γαλάζιο. θυμήθηκα τις εποχές που ερχόμουν εδώ στη μέση του πουθενά και αντίκριζα κι εγώ αυτό το θεόρατο βουνό. Θυμήθηκα ότι έκλαιγα απελπισμένα γιατί πίστευα ότι δεν θα μπορούσα ποτέ να κοιτάξω παρά κάτω. Και εκείνο το βουνό μια όψη απειλητική και τελεσίδικη, που προδιέγραφε την κάθε μέρα της ζωής μου μέχρι το τέλος. Τι θάνατος η έλλειψη ορίζοντα. Και όμως, πίστεψα ότι υπάρχει κάτι άλλο και το πίστεψα τόσο μέχρι που το είδα με τα ίδια μου τα μάτια.
Εκεί στη μέση του πουθενά θα σταματήσουμε κάποτε όλοι και θα δούμε αυτό που πιστεύουμε.
Ξαφνικά ένοιωσα ένα απερίγραπτο συναίσθημα ελευθερίας,
Ίσως τώρα που βλέπω με άλλα μάτια, ίσως αυτό που βλέπω τελικά να είμαι εγώ
ΜΣ 24/1/2016



Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2015

Χωρίς κορμί παγώνει το κορμί

Στη γωνίτσα του καναπέ
στην καρέκλα του γραφείου
ξαπλωμένη στο κρεβάτι
περπατώντας στο δρόμο
οι μέρες περνάνε ανεπιστρεπτί
πάντα και παντού μόνη
και εσύ
είσαι μόνο μια φωνή
Που μου λέει σ αγαπώ πολύ
σ αγαπάω κάθε μέρα πιο πολύ
μα είναι η ώρα που φεύγεις για δουλειά
κι ας είναι η ώρα που σε έχω τόσο ανάγκη
και όλο σε γυροφέρνω
και πίσω σου τρέχω σαν σκυλί
γυρεύοντας ένα σου χάδι κι ένα γλυκό φιλί
μα είναι η ώρα που βιάζεσαι πολύ
μα είναι η ώρα που κάπου αλλού επείγεσαι πας
κι ας είναι η ώρα που σε έχω τόσο αφόρητα ανάγκη
μόνη
χωρίς κορμί να παγώνει το κορμί
χωρίς μια αγκαλιά, να ορφανεύει το παιδί
και να δεις που λίγο λίγο
θα ξεχάσω πως μοιάζεις
θα κάθομαι σε εκείνη τη γωνίτσα του καναπέ
προσπαθώντας να θυμηθώ εκείνη τη φωνή
να μου λέει από χρόνια περασμένα σ’ αγαπώ πολύ
ΜΣ

Πέμπτη 3 Δεκεμβρίου 2015

Γιάννης και Μαρία επεισόδιο 2

Είναι περασμένα μεσάνυχτα, η Μαρία ξυπνά και ο Γιάννης δεν είναι στο κρεβάτι. Κατεβαίνει και τον βρίσκει στο σαλόνι να παρακολουθεί τηλεόραση
-Γιάννη, τι βλέπεις τζιαμέ;
-Μα Μα Μαρία εγώ..
-Τι είναι τούτα Γιάννη;
-Tίποτε Μαρία έτο εν ταινία;
-Τι ταινία Γιάννη; Εν γι αυτό που έθελες να βάλεις καλωδιακή τζιαι μίσιη μου ήταν για τες μάππες. Τζιαι λαλώ εγώ, εγίνηκεν της μάππας ο άντρας μου που την μια μέρα στην άλλη; Εν τούτες οι μάππες Γιάννη;
-Όι ρε Μαρία, καλωδιακή έθελα γιατί αρέσκου μου τα ντοκυμαντέρ, το νάσιοναλ, το άνιμαλ πλάνετ.
-Ναι μάνα μου, ελλιώθηκες τα ζώα τζιαι την άγρια φύση. Τζιαι τούτον εν επεισόδιο που το άνιμαλ πλάνετ Γιάννη. Πως ξεσκίζεις τη λιονταρίνα;
-Άτε ρε Μαρία, έτο εθώρουν κάτι άλλο τζιαι εποτζοιμήθηκα ..
-Ναι τζιαι άλλαξεν μόνο του το κανάλι τζιαι εμπήκαν τούτοι οι θκυο που γ..
-Μαρία
-Γιάννη. Σύρε τζιει να κάτσω να δω, εν ενδιαφέρον το άνιμαλ πλάνετ ρε.
-Οι εν να το σβύσω, εν κάμνει για σένα. Τζιαι που εν το παλιοριμόουτ άμα το γυρεύκεις.
-Όι εν θα το σβήσεις. Άφηστο, φαίνεται ενδιαφέρον. Μα άδε την άδε την άχχα ούχχου. Ααααα Γιάννη, μα τι της κάμνει;
-Μα δε μου την που εστροννιάστηκε τζιαι κάμνει τζιαι ερωτήσεις. Ε Μαρία αντράπου νάκκον.
-Γιάννη κόψε το τζιαι πε μου τι της κάμνει.
-Τι της κάμνει Μαρία; Φιλά την
-Μα τζιαμέ;
-Ε ναι.
-Τζιαι εσύ γιατί εν με φιλάς ποττέ τζιαμέ Γιάννη;
-Άτε ρε Μαρία, τούτα εν ναιν πράματα σωστά.
-Ώστε… να το κόψω τζιαι εγώ καλό αφού εν ναιν σωστά.
-Τι;
-Τούτον που άκουσες.  Μια σου μια μου Γιάννη, μια σου μια μου. Α, μάνα μου Γιάννη
-Τι είναι πάλε;
-Μα ήνταλως εν έτσι τούτος;
-Ήνταλως Μαρία
-Ε κινγκ σάιζ μάνα μου τούτος.
-Εν η δουλειά του Μαρία.
-Ε, τζιαι άμα προπονείται μιαλινίσκει Γιάννη;
-Εννοώ θκιαλέουν τους, διούν τους δυναμωτικά.
-Να πάρεις τζιαι εσύ δυναμωτικά Γιάννη, αχαχαχα, η δική σου εν όπως το σκουλουκούι μπροστά του.
-Άτε ρε Μαρία έκαμες μας χώμα. Κανεί, πάμε να ππέσουμε τζιαι ήβρα τον πελά μου.
-Γιάννη μου.
-Ναι Μαρία
-Αγαπώ σε πολλά ξέρεις το;
-Ναι Μαρία προσβαλλινίσκεις με καλά καλά τζιαι μετά λαλείς μου αγαπάς με.
-Αφού αγαπώ σε Γιάννη μου. Τζιαι πειράζω σε.
-Άτε καλά.
-Γιάννη μου
-Μαρία

-Εν να με φιλήσεις πόψε; 

Προδοσία, το αίσθημα της αηδίας και ανάπτυξη ψυχοσωματικών δερματικών παθήσεων

  Feeling disgusted and breaking out in a skin rash after a major betrayal are deeply connected psychosomatic and neurobiological reactions ...