Πέμπτη 7 Απριλίου 2011

Η ΠΡΩΤΗ ΝΥΧΤΑ

«Η ΠΡΩΤΗ ΝΥΧΤΑ»

Η ιστορία διαδραματίζεται τέλη του 17ου αιώνα σε ένα μικρό χωριό της Κύπρου


ΠΡΟΣΩΠΑ

Παπά- Κυπριανός :      ιερέας του χωριού, δυναμικός και πατριώτης
Ανδρέας :              νέος στα είκοσι, γιος του ιερέα
Περσεφόνη :            γυναίκα χήρα γύρω στα σαράντα
Δέσποινα:              νέα δεκαοκτώ χρονών, κόρη της Περσεφόνης
Πασάς :                τοπικός άρχοντας, αιμοδιψής, αδίστακτος
Αλή – Μανώλης :        νέος 25 ετών που οι Τούρκοι τον έκαναν     
                       Γεννίτσαρο

ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ

Ο παπά – Κυπριανός και ο γιος του μόλις δείπνησαν στο σπίτι τους και κάνουν την απόδειπνη προσευχή


Πάτερ
Ευχαριστούμε Θεέ μου για το φαί που μας αξίωσες να φάμεν τζιαι πόψε. Αμήν!


Ανδρέας
Αμήν!

(ακούγονται τα πιατικά που μαζεύονται από το τραπέζι )
Πάτερ
Γιε μου, μα εν έτζεισες πας το φαί σου πόψε. Ήντα μπου έσιεις; Είσαι άρρωστος γιε μου;


Ανδρέας
Όι πατέρα, εν είμαι άρρωστος, μια χαρά είμαι, μεν έσιεις έννοια. Άτε λάμνε να ππέσεις να πνάσεις τζιαι συνάω τα εγώ τα πιάτα. Εν να σηκωστείς τζιαι πρωί για τη λειτουργία.


Πάτερ
Μα ήντα εσιάσιαρες να με πέψεις να ππέσω που τα τωρά;
Άλλες νύχτες επίνναμεν τζιαι καμιάν ζιβάναν, εκόβκαμεν τζιαι καμιάν κουβένταν.
Πόψε χαρκούμαι εν έσιεις όρεξη για τίποτες.


Ανδρέας
Συγχώρα με πατέρα, αμμά εν αλήθκεια σου, πόψε εν έχω όρεξη για ζιβάνα τζιαι για κουβέντα.


Πάτερ
Μα έν τζιαι εν΄ μόνον πόψε Αντρέα μου που ‘σαι έτσι. Έσιει πολλές  μέρες που σε θωρώ μαραζωμένο.
Μίλα γιε μου, τζιαι αν εν κάτι που περνά που το σιέρι μου


Ανδρέας
Όι πατέρα, έννοια σου, εν νεν κάτι που περνά που το σιέρι σου.


Πάτερ
Πε μου ήντα μπου σε βασανίζει γιε μου, εν μπορώ να σε θωρώ μέραν με την ημέραν να σε τρων οι σκέψεις, τζιαι να μεν βκάλεις άχνα.
Έναν σε έχω Ανδρέα μου. Εν τζια θέλω να μου πάθεις τίποτες. Η μακαρισμένη η μάνα σου εγέννησεν σε τζιαι αποδήμησεν εις Κύριον. Εμείναμεν οι θκυο μας.
Εμείς τζιαι ο θεός που μας ηγλέπει που ψηλά.


Ανδρέας
(με απογοήτευση) Ναι πατέρα. Οι θκυο μας. Αμμά τούτον που έχω στην καρκιάν, τούτον που με τρώει, εν ηξέρω πως να το ομολοήσω. Με ήντα λόγια να το ξιστομίσω; Με ήντα ψυσιή;


Πάτερ
Με ψυσιήν καθαρήν, όπως έν΄πάντοτες η ψυσιή σου.
Άτε Αντρίκκο μου, μεν αντρέπεσαι τον τζύρη σου, λάλε γιε μου..


Ανδρέας
Eτο, εν τζ΄είμαι μωρόν πιον, είμαι κοτζάμ μου άδρωπος.


Πάτερ
Μάσσιαλλα σου γιε μου, επροίτζισε σε ο Θεός μου.
(χτυπά ξύλο)  Ε, λάλε τζιαι παρακάτω να δούμεν.


Ανδρέας
Έτο πατέρα, εν τζιαι θέλω να μείνω σκάπουλλος μια ζωή.
Θέλω τζ΄εγώ να αρμαστώ, εν χαρκέσαι πως εν τζιαιρός μου;


Πάτερ
Ώστε θέλεις ν΄αρμαστείς; Πράγματι, εν μεγάλο το βάσανο σου. Τούτον ήταν ρε Αντρίκκο τζ΄εφοϊτσιασες με;  
Εν τζαιρός σου εν η αλήθκεια, το Δεκέμβρη κλείεις τους είκοσιένα.


Ανδρέας
Ώστε πατέρα εν έσιεις αντίρρηση;


Πάτερ
Εγώ γιε μου; Ήντα αντίρρηση να χω για το γάμο;
Η φύση του ανθρώπου τούτη ένει. Έρκεται ο τζιαιρός που ζητά να κάμει οικογένεια.
Ακόμα τζι΄εγιώ γιε μου, που είχα τον ‘Yψιστον πάνω που ούλλα, τζ’ έθελα να μαι στην υπηρεσίαν του, άμαν έκλεισα τους είκοσι, καλή ώρα σαν εσέναν τωρά, ε, τζ’ είδα τη μάνα σου με τα μάθκια τα μελισσιά, εχτύπησεν τζιαι εμέναν η καρκιά μου.
Αλλά έφυεν μας γλήορα,καλή ώρα της τζιαμέ που ένει.
Όπως τζιαι να΄σιει όμως, εσού πε μας, έσιεις καμιάν υπόψην;


Ανδρέας
Ε, ναι, κάποιαν έχω στο  νου!


Πάτερ
Ε, λάλε τζ΄έσπασες με το γέρο. Κοντός ψαλμός αλληλούια.


Ανδρέας
Έ, ε το πατέρα, εν τη Δέσποινα που θέλω.


Πάτερ
Μα ποια Δέσποινα λαλείς, γιε μου;
Τη μοναχοκόρη της Περσεφόνης τζιαι του μακαρίτη του Βαρνάβα;


Ανδρέας
Ναι πατέρα.


Πάτερ
Τζιαι καλόν γιε μου. Εν όμορφη η κορούα εν λαλώ. Τζιαι προκομμένη. Αμμά, εσού ορφανός που μάναν, τζείνη ορφανή που τζύρην, ήντα σπίτιν εν να αννοίξετε γιε μου, με ήντα ριάλλια; Προίκαν η κοπελλούα εν νομίζω να΄ σιει.


Ανδρέας
Εν με κόφτει πατέρα που τες προίτζιες.


Πάτερ
Καλόν γιε μου, να μεν σε κόφτει που τες προίτζιες. Αμμά, εν σε κόφτει ούτε που το άλλο;


Ανδρέας
Ποιον άλλο;


Πάτερ
Για τη μάνα της γιε μου. Ξέρεις, ακούονται πολλά μες το χωρκό.


Ανδρέας
Δηλαδή ήντα που ακούεται; Πως εν μάγισσα; Πως έσιει τριπίθαμον θερκόν μερωμένο μες την αυλή της τζιαι πως την κλουθούν οι κουφάες τζιαι οι δρόπιες;


Πάτερ
Ναι. Έτσι λαλούν.


Ανδρέας
Τούτα άκουσα τα τζιαι εγώ. Αμμά εν με κόφτει που τες κουβέντες του κόσμου.
Εγιώ ένα ηξέρω, κακόν εν έκαμεν ποττέ κανενού. Ίσια ίσια.


Πάτερ
Δηλαδή;


Ανδρέας
Αθθυμάσαι πέρσι στο θέρος που άκκασεν μια κουφή τον Παναή;


Πάτερ
Αθθυμούμαι. Άκκασεν τον πάνω στο σιέρι το ζαβρό. Τζ΄ήρτεν ο αρφός του κλάμοντας να με πάρει άρον άρον να τον κοινωνήσω γιατί ήτουν στα ύστερα του.


Ανδρέας
Άθθυμάσαι καλά θωρώ. Ε, επήες; Eκοινώνησες τον;


Πάτερ
Επήα. Αμμά αντίς για ετοιμοθάνατον ήβρα τον ζγιαν του πουλλούι να κάθεται πας την καρκόλα τζιαι να συντιχάννει με την…


Ανδρέας
..Περσεφόνη. Εν ναιν πατέρα;


Πάτερ
Ναι, τωρά που το λαλείς, έσιεις δίτζιο. Εν η Περσεφόνη που ήτουν εις το προσσιέφαλον του τζιαι εβάσταν του το σιέρι τυλιμένο μ΄ένα πανί.


Ανδρέας
Είδες; Το λοιπόν μιας τζιαι βάλλεις φτιν του κόσμου μάθε τωρά τζιαι τούτο. Ο Πανάος όπου κάτσει τζ’ όπου σταθεί λαλεί πως αν δεν ήτουν η Περσεφόνη  εν ήτουν να ζήσει, τόσο φαρμάτζιν που του εσιώνοσεν η πατσάλα η κουφή.
Τζ΄ ακούστηκεν ακόμα πατέρα πως μες ούλην την Κύπρον μόνον τούτη τζ΄ακόμα θκυο κατέχουν την τέχνην να γιανίσκουν πλάσμα που το δάκκασεν κουφή.


Πάτερ
Ήντα μπου να σου πω τζιαι εγώ ο γέριμος, αν ξέρει έτσι τέχνην τζιαι εγλύτωσεν τον άνθρωπον που σίουρον θάνατον..ε μπράβο της. Ο Θεος να την έσιει καλά.


Ανδρέας
Έσιει.Γι αυτό λαλώ σου το ξανά. Μάγισσα εν ένει. Ούτε κατζίαν έσιει μέσα της η Περσεφόνη. Εν επείραξεν ποττέ ούτε μούγια.
Ε, τζιαι το άλλο, το καλλύτερο, εγίνετουν αν ήτουν μάισσα να κάμνεν έτσι κόρην, όμορφη ζγιαν τον άγγελο; (γελά)


Πάτερ
(γελά) Α ρε Αντρικκούι, εν αλήθκεια σου ρε, εν όμορφη η μιτσιά.
Αλλά τζιαι σου γιε μου εν τζιαι πάεις τα παρκάτου.


Ανδρέας
Ε,κατά μάναν κατά τζύρην (γελούν και οι δύο)


Πάτερ
Τελοσπάντων. Αφού τη θέλεις Αντρέα μου με τες ευτζιές μου. Άτε,να στείλουμε αύριο τζιόλας προξένεια να την ηζητήσουμεν.


Ανδρέας
(απότομα) Όι! Ούτε που να περάσει που το νου σου.


Πάτερ
Όι; Γιατί;


Ανδρέας
Μα πατέρα, εν άκουσες ήντα μπου γίνεται; Εν έμαθες τα μαντάτα;


Πάτερ
Μα για ποια μαντάτα λαλείς;


Ανδρέας
Άσσιημα, πολλά άσσιημα μαντάτα. Ανάθεμαν τα, εσήκωσεν νέο χούιν ο πασάς της Σκάλας.


Πάτερ
Μεν ηβλαστημάς γιε μου. Πε μου, ήντα νέο χούιν εσήκωσε;


Ανδρέας
Κάτσε πατέρα τζ’ άκου. Την περασμένην εφτομάδαν, εγίνην ένας γάμος εις την Αλαμινόν. Ακούεις η νύφη ήτουν πολλά όμορφη. Τζιαι μιτσιά, δεκαπέντε χρονών μονιχά.
Έμαθεν το που λαλείς ο πασάς, τζ΄έπεψεν ευτύς του γεννίτσαρους του, τζ΄αρπάξαν τη νύφη με το ζόρι, την ώραν που την επλουμίζαν, τζιαι επήραν του την ακούεις ζγιαν το ρίφι που το παίρνουν για σφαή το Πάσκα.


Πάτερ
Κύριε Ελέησον. Κύριε Ελέησον. Τι ακούουν τα φκια μου.


Ανδρέας
Όπως σου τα λαλώ. Έφκαλεν ακούεις τζιαι φιρμάνιν που λαλεί  «Όπου τζ΄αν γινίσκεται γάμος, να του φέρνουν την νύφην την πρώτη νύχτα, να ππέφτει μιτά της τζ΄ άμαν ηξημερώσει, να την πέμπουν πίσω του γαμπρού.» Τζιαι το φιρμάνιν γράφει ακόμα πως «έτσι τζαι γίνει γάμος τζιαι κρύψουν του το εν ούλλοι ποσπασμένοι, τζιαι ο γαμπρός τζιαι η νύφη τζιαι οι συμπεθέροι. Κελλέ κομμένη.»


Πάτερ
Ο θεός να βάλει το σιέριν του πιον μιτά τους. Ήμαρτον. Έσιει τόσα χρόνια που ήρτασιν στον τόπο μας εν τζ΄είδαμεν άσπρην μέρα. Εν έχουν με ιερόν, με όσιον.
Άκου τι εσκέφτηκεν ο έξω που δαμέ, να πιάννει τη νύφη, ο καταραμένος, συγχώρα με Θεέ μου, να την καταϊσιεύκει,  τζιαι να την πέμπει πίσω του γαμπρού.
Τζιαι ποιος άδρωπος εν να δικλίσει πάνω σε γεναίκα που έντζεισεν άλλος; Θεέ μου πιον, Θεέ μου δώκε δικαιοσύνη.


Ανδρέας
Γιατί πατέρα, το άλλον εσκέφτηκες το; Ποια κοπελλούα εν να σιει μούτρα να στραφεί πίσω στο χωρκό της, στους γονιούς της, στον άντραν της, μετά που τέθκοιον ατίμασμα; Η νύφη που την Αλαμινόν άμαν τζ΄έδκιωξεν την ο πασάς εν εστράφην πίσω στο χωρκό της. Μονιχά επήεν ολόισια τζ΄έππεσεν που έναν γκρεμόν, ήβρεν την ένας βοσκός.


Πάτερ
Κανεί,να χαρείς μμε μου λαλείς άλλον τίποτες. Πόσα να κάμουν, πόσα; Εκρούσαν μας τες εκκλησιές, εσφάξαν τους παπάες, εφαηθήκαν να μας κάμουν με το ζόρι να ξιάσουμεν τζιαι την πίστη μας τζιαι το θεό μας. Τωρά τζιαι τούτον. Εν αντρέπουνται; Ο γάμος ένει έναν που τα εφτά μυστήρια. Εν ναιν δυνατόν να βεβηλώνεται με τέθκοιον τρόπον.


Ανδρέας
Εν τους έπιαεν η έννοια που τα μυστήρια τα δικά μας. Για τούτον σου λαλώ πατέρα, έν θέλουμε γάμο, μεν πέψεις προξένεια να την ηζητήσουμε. Προκειμένου να πάθει έτσι χαττάν η Δέσποινα μου κάλλιον να μεν την αρμαστώ ποττέ.


Πάτερ
Ναι, να τη θωρείς που μακρά τζιαι να σε θωρώ τζ’ εγώ μέραν με την ημέραν να λειώνεις σαν το τζιερί..
Όι, όι, κάτι άλλον πρέπει να κάμουμεν. 


Ανδρέας
Τι να κάμουμεν, τι; Μόνον ο πλάστης μου ξέρει πόσον την αγαπώ αμμά έν θέλω να πειράξουν τρίχα που την τζιεφαλή της. Καλλύτερα να σκοτωθώ.


Πάτερ
Με μιλάς έτσι γιόκκα μου. Η ζωή εν εβλογία . Έσιε εμπιστοσύνη στο Θεό. Δως μου λλίες ημέρες πέρκει τζιαι σκεφτώ καμιάν λύση. Έπαρε υπομονή.


Ανδρέας
Καλόν πατέρα. Άτε πάω να ππέσω, καληνύχτα.


Πάτερ
Καληνύχτα γιε μου . Ύπνον ελαφρύ. Η Παναία μαζί σου.
Θεέ μου, φώτισ’με να βρω μια λύση να βοηθήσω το παιδί μου. Τζιαι βάρ το σιέρι σου να τελέψουν πιον τα κακά τού τουν΄του τόπου.









































ΣΚΗΝΗ 2 (στην εκκλησία μετά το τέλος της λειτουργίας)
Πάτερ
Δι ευχών των Αγίων Πατέρων Ημών, κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσων Ημάς.Αμήν.


όλοι
Αμήν!


Πάτερ
Μεν φύετε ακόμα χωρκανοί, σταθείτε να σας πω θκυο λόγια. Το λοιπόν, έχω να σας πω ότι εν ανάγκη να λείψω λλίες ημέρες παραχωρκού, λόγω ανωτέρας βίας.


Ανδρέας
(χαμηλόφωνα) Εν να λείψει;
Μα που εν να πάει τζιαι εμένα εν μου πεν τίποτε;


Πάτερ
..αλλά ως την άλλη Τζυρκατζήν εν να μαι πάλε πίσω, έτσι εν θα χάσετε την λειτουργία. Άτε, στο καλό τζιαι ο Θεός μαζί σας.   (ακούετε το πλήθος που αναχωρεί)
..Περσεφόνη! Έρκεσαι που σε θέλω κάτι;
Καλλύτερα μόνη σου.


Περσεφόνη
Καλόν, έρκουμαι. Δέσποινα, πήαιννε νάκκον έξω κόρη μου.


Δέσποινα
Καλόν μανά.


Πάτερ
Αντρέα, άτε γιε μου, πήαιννε τζιαι σου έξω, να κόψεις καμιάν κουβέντα με την Δεσποινού ως που να σιντίχω με τη μάναν της.


Ανδρέας
(έξω) ..Δέσποινα, Δέσποινα. Που είσαι; ..


Περσεφόνη
Την ευλογία σου πάτερ. (φιλά το χέρι του)


Πάτερ
Του Θεού κόρη μου, του Θεού. Κάτσε Περσεφόνη μμε στέκεσαι.


Περσεφόνη
Να κάτσω; (ακούγεται ο σκάμνος)


Πάτερ
Ναι, έχουμε σοβαρήν κουβένταν να κάμουμεν, να κάτσω τζ΄εγώ τζ΄εποστάθηκα. Εν τζ΄είμαι τζιαι τωρασινός.(ακούγεται ο σκάμνος)
Άτε,μιας τζ΄εκάτσαμεν τζ΄οι θκυο, άκου τα καθέκαστα.


Περσεφόνη
Ακούω παπά μου.


Πάτερ
Εν θα μακρυγορήσω,το πολύ το κύριε Ελέησον βαρκέται το τζ’ο Θεός. Εν να μπω στο θέμαν ευτύς.
Έτο Περσεφόνη, ο γιος μου, ο Ανδρέας μου, είπε μου να σου ζητήσω την κόρη σου.


Περσεφόνη
Ήντα πράμα;


Πάτερ
Ναι, αγαπά τη Δεσποινού τζιαι θέλει να την αρμαστεί.
Ε, εγίνηκε κότζαμ μου παλληκάρι, εν τζ’ η κορού σου σε ηλικία γάμου, ήντα μπου λαλείς;


Περσεφόνη
Μα νταν που να πω παπά-Κυπριανέ; Έχασα τη λαλιά μου.


Πάτερ
Άκου Περσεφόνη. Έναν τζ΄έναν κάμνουν δκυο. Ο Ανδρέας μου την κόρη σου αγαπά την, τζιαι όι ότι εν γιος μου, αλλά πιο καλόκαρτον, πιο προκομμένον νέον εν θα εύρεις για λλόου της. Ριάλλια πολλά εν έχουμε, μμε εμείς, μμε εσείς, αμμά ο Αντρέας εν δουλευτής, εν θα της λείψει τίποτε.
Τζ’ εν τα βοηθήσουμε τζιαι εμείς τα παιθκιά μας, όσον ημπόρουμε τουλάιστον.


Περσεφόνη
Ξέρεις το παπά μου, η κόρη μου προίκαν εν έσιει. Μια σιηράτη τι ήταν να αξιωθώ να της κάμω εξω που κάτι υφαντά τζιαι κεντήματα.  
Τον άντρα μου ξέρεις το εσκοτώσαν τον τότες που γίνην το μεγάλον κακό. Τότες που μου επιάσαν τζιαι τον γιόκα μου, εφτά χρονών μωρό, για να τον κάμουσιν γεννίτσαρον. Εμείναμεν θκυο γεναίτζιες μόνες μας στο έλεος του Θεού.
Αχ Παναία μου τζιαι ποιον να κλάψω έν ηξέρω, τον πεθαμένο που έκλεισεν τα μάθκια του οξά το γιο μου που τζιαι να ζιει ακόμα εν να εξίασεν ότι εν Έλληνας τζιαι Χρισκιανός;


Πάτερ
Περσεφόνη, ο πεθαμμένος επήεν ποτζεί που επήεν, ζωή σε λόγου μας. Όσον για το γιο σου να με χάνεις τες ελπίδες σου, ο Θεός εν μεγάλος. Μπορεί κάποιαν ημέραν έτσι όπως τον έχασες, έτσι να τον ηξανάβρεις.


Περσεφόνη
Αμήν να βοηθήσει η Παναία μου τζ΄οι δώδεκα Αποστόλοι.


Πάτερ
Όσον για το άλλο ο γιος μου εν ζητά μμε μάλλια μμε προίκα. Έσιει τα νιάτα του, την υγεία του, εν ηχρειάζεται τίποτε άλλο. Για τζείνο σου λαλώ. Στεφάνως΄την μιτσιά να σιει έναν άντρα δίπλα της να την αγαπά, να τη στηρίζει. Να σιεις τζιαι σου ένα γαμπρό. Τζιαι ο γιος μου μια μάνα.


Περσεφόνη
Καλόν παπά-Κυπριανέ. Εγιώ μαι δεχτή, αμμά πρέπει να αρωτήσω  τζιαι τη Δέσποινα πριχού σου δώκω απάντηση.


Πάτερ
Καλόν Περσεφόνη. Εν ανάγκη όμως να συντήχουμεν τζιαι για κάτι άλλο. Έμαθες ήντα μπου εγίνηκεν στο δίπλα χωρκό;


Περσεφόνη
Έμαθα, τζ΄έκλαψα, τζ΄έβαλα το σταυρό μου. Ο Θεός να φυλάει τα παιθκιά του κόσμου. 


Πάτερ
Για τούτον τζιαι πρέπει, αν θα αρμάσουμεν τα παιθκιά μας, ο γάμος να γενεί κρυφά, να μην ξέρει η δεξιά τι ποιεί η αριστερά. Ο Ανδρέας εν δέχεται να πειράξουν μιαν τρίχα που την τζεφαλήν της Δεσποινούς.


Περσεφόνη
Γιατί δέχουμε εγιώ;


Πάτερ
Άισε να τους φωνάξουμεν τζιαι τους ίδιους καλλύτερα.
Αντρέα, έλα μέσα γιε μου.
Φώναξε τζιαι σου Περσεφόνη την κόρη σου.


Περσεφόνη
Μα τωρά παπά μου;


Πάτερ
Τωρά τζιαι εν έχουμεν τζιαιρόν να χάννουμε.


Περσεφόνη
Δέσποινα, Δέσποινα μου..Έλα μέσα κόρη μου.


Αντρέας
Ναι πατέρα.


Δέσποινα
Ναι μανά.


Αντρ-Δέσπ
Τι θέλεις;


Πάτερ
Αρώτα την να δούμε.


Περσεφόνη
Ε.Δέσποινα μου. Ο πάτερ-Κυπριανός είπε μου πως ο γιος του, ο Αντρέας ποδά, θέλει να σε αρμαστεί κόρη μου.


Δέσποινα
(βήχει)εεεε..ο Αντρέας;


Πάτερ
Μη κακό σου κόρη μου, επνίηκες; Ε, πε μας να δούμε, εσού;


Δέσποινα
Εγώ;


Πάτερ-Περ
Ε, θέλεις τον κόρη;


Δέσποινα
Ε.θέλω τον.


Αντρέας
Δέσποινα μου..


Πάτερ
Δόξα σοι ο Θεός. Ακούτε καλά λοιπόν, άκουε τζιαι σου Αντρέα, τζιαι σου Περσεφόνη, τζιαι σου κόρη Δεσποινού. Όπως είπα της μάνας σου Δεσποινού ο γάμος σας πρέπει να γίνει κρυφά.


Δέσποινα
Κρυφά;


Πάτερ
Ναι κόρη μου. Για να μεν μαθευτεί τζιαι να σε πέψουν του πασά. Είδες ήντα μπου έπαθεν η νύφη του Ηλία που την Αλαμινό. Ο γάμος εν καλλύτερα να γενεί πόψε τζιόλας.


Περσ-Δέσπ-Ανδρέας  Πόψε;


Πάτερ
Ναι, εσκέφτηκα το πολλά καλά. Για να με έχουμεν κανένα χαττάν πρέπει τούτη η δουλειά να γενεί τζιαι κρυφά αμμά τζιαι γλήορα πριν μας καρφώσει κανένας. Τζιαι έσσω σας.


Περσεφ-Δέσπ
Έσσω μας; Όι στην εκκλησιά; Μα γίνεται;


Πάτερ
Γίνεται τζιαι καλογίνεται. Έχουμεν τζιαι γαμπρό, τζιαι νύφην, τζιαι παπά. Περσεφόνη θα’ σαι η κουμέρα. Κουμπάρο εν θέλουμε. Εν να φέρω τα πρέποντα που την εκκλησσιά τζιαι θα γίνει μια χαρά η δουλειά μας. Που τζιαμέ τζιαι τζει να δούμε..


Αντρέας
Που τζιαμέ τζιαι τζει ήντα πατέρα;


Πάτερ
Που τζιαμέ τζιαι τζει αρκινούν τα δύσκολα.
Άτε τζιαι αρμάσαμε σας, τι εν’ να κάμουμεν παρακάτω;
Να σας χώσουμε μες τους σπήλιους; Eν γίνεται.
Να ζιείτε χώρκα ο καθένας έσσω του;


Αντρ-Δέσπ
Εν γίνεται.


Πάτερ
Εσκέφτηκα, μετά το γάμο, να σας πέψω στην αρφή μου, στη Βαβατσινιά, να κάτσεται λλίους μήνες μιτά της, τζιαι μόλις ποθυμάνει η κατάσταση δαμέ, να΄ρτετε πίσω πάλε.


Περσεφόνη
Μα τι λαλείς; Να πέψεις την κόρη μου σε ξένο σπίτι στα ακάμωτα; Εν για τούτον που πες στους χωρκανούς ότι εν να λείψεις μιαν εφτομάδαν;


Αντρέας
Όι τζιαι ακάμωτα κυρία Περσεφόνη η Βαβατσινιά, μια χαρά δροσιά εν να ναι. Δκυο μέρες με το γαούρι φτάννουμε.  


Περσεφόνη
Εν ηξέρω, εν μου αρέσκει τούτη η ιδέα. Εν εκάμαμεν ποττέ χώρκα που την κόρη μου, εν γίνεται να πάω τζιαι εγώ;


Δέσποινα
Μανά, εν με τον άντρα μου που εν να μαι.
Τζ΄εξάλλου, άμα φύουμεν ούλλοι, τι εν να γενεί το σπίτι τζιαι τα κτηνά μας;


Πάτερ
Έσιει δίκαιον η κόρη σου, εν γίνεται να φύεται ούλλοι τζιαι να γερημώσει το σπίτι. Θέλεις να ρτεις πίσω τζιαι να μεν έβρεις πέτρα πας στην πέτρα;
Είδα το που ούλλες τες πάντες. Εν έσιει άλλην λύσην.
Άιστους να τους πάρω στο χωρκό, να ναι μακρά που το κακόν, να βκάλουν το καλοτζαίριν ήσυχα τζ’ όμορφα, τζ΄άμαν σιειμωνιάσει εγιώ ο ίδιος θα πάω να τους φέρω.


Περσεφόνη
Καλόν, αν ναιν για το καλό τους ας πάν. (ληγμοί)
Τζιας γινεί η καρκιά μου πέτρα που το μαράζιν.


Αντρέας
Να με μαραζώνεις θκεια τζια να την ηγλέπω ζγιαν τα μάθκυα μου.


Πάτερ
Άτε, λάμνετε τωρά στο καλό τζιαι όπως εσυμφωνήσαμεν.
Θα ΄ρτουμεν μόλις δύσει ο ήλιος, θα κάμουμεν το μυστήριο ήσυχα ήσυχα τζια μετά ολόισια για το χωρκό. Να σιεις τον ποξιά σου σασμένο Δεσποινού, ναν΄ ούλλα έτοιμα.


Δέσποινα
Καλόν, πάτερ-Κυπριανέ.


Πάτερ
Πατέρα Δεσποινού, πατέρα που δαμέ τζιαι να πάει.


Δέσποινα
Καλόν, πατέρα.











ΣΚΗΝΗ 3Η
(Το ίδιο βράδυ στο σπίτι της Περσεφόνης και της Δέσποινας)


Πάτερ
(ακούγονται αποσπάσματα από τη λειτουργία του γάμου)
Στεφανώνεται ο δούλος του Θεού Αντρέας τη δούλη του Θεού Δέσποινα εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος ..
Δόξη και τιμή στεφάνωσον αυτούς..
και έσονται οι δύο εις σάρκαν μία ….(κλπ)
Να ζήσετε παιθκιά μου


Περσεφόνη
(κλαμένη) να ζήσετε..να ζήσετε


Αντρ-Δέσπ
Ευκαριστούμε.. (ακούγονται δυνατά χτυπήματα στην πόρτα)


Περσεφόνη
(χαμηλόφωνα) Παναγία μου. Ποιος ένει τέθκοιαν ώρα;

(ακούγονται ξανά δυνατά χτυπήματα στην πόρτα)


Αλή-Μανώλης
Ανοίξετε. (χτυπήματα) Ανοίξετε είπα. Ξέρω ότι είσαστεν έσσω.


Δέσποινα
Μεν ανοίξεις μανά, φοούμαι.


Περσεφόνη
Με φοάσαι κόρη μου.(ανοίγει) Ποιος είσαι;
(διστακτικά) Ήντα μπου θέλεις;


Αλή-Μανώλης
Ξιρομάνισε την πόρτα να μπω τζιαι μεν μου χώννεσαι που πίσω.


Πάτερ
Ποιος εν που σαι τζιαι τι γυρεύκεις στα ξένα τα σπίθκια κατάνυχτα;


Αλή-Μανώλης
Όππα, θωρώ ήρτα πας την ώρα. (ειρωνικά) Να ζήσετε, να ευτυχίσετε τζιαι καλούς απογόνους.
Τωρά που ποιον εν να΄ναι …(γελά)


Αντρέας
Τι λαλείς ρε τζιαι γελάς ζγιαν τον καραγκιόζη;


Αλή-Μανώλης
Εε κοπελλουρούι, μμε μου βκάλλεις γλώσσαν εμένα γιατί εν τζιαι θέλω τζιαι πολλά να βκάλω τη ππάλαν, ακούεις;


Δέσποινα
Ποια ππάλα; Μανά ποιος εν τούτος, τι γυρεύκει δαμέ;


Αλή-Μανώλης
Α μάνα μου γιαβρούμ, ήντα όμορφη πον ειν νύφη. Εν να γλυκαθεί πολλά ο πασάς.
Έλα κοντά να σε δω, μα ήντα γαλανά ματούθκια που σιει.


Αντρέας
Κάτω τα σιέρκα σου να μεν σου τα κόψω.

(ακούεται χτύπημα και ο Αντρέας που πέφτει κάτω)


Δέσποινα
Αντρέα !


Πάτερ
Γιε μου !


Περσεφόνη
Α Παναία μου, βοήθα μας. Εσκότωσεν τον.


Αντρέας
(χτυπημένος μιλά με δυσκολία)
Πατέρα..τη Δέσποινα.. μεν τους αήκεις να της τζήσουν..


Πάτερ
(με λυγμούς) Παιδί μου, γιε μου..μονάκριβε μου…


Δέσποινα
Αντρέα ! Αντρέα μου. Μίλα μου.


Αλή-Μανώλης
Έλα δα εσού. Ξεκόλλα που τον καλό σου τζιαι ως αύριο εν να ρτεις να τον εύρεις πάλε. Εν έπαθε τίποτε μμε φοάσαι. Ήρτεν του νάκκον γερή η φατσιά τζιαι εζαλίστηκεν τσας.
Εν να του περάσει.


Δέσποινα
Εν έρκουμε. Άισμε..αισμε λαλώ σου. Μανά. Που με παίρνει;


Περσεφόνη
Ξαπόλα την κόρη μου..ξαπόλα


Αλή-Μανώλης
Άκου να σου πω τζυρά. Την κόρη σου εν να την πάρω..για με το καλό για με το ζόρι. Ο πασάς καρτερά την. Άκουσες;
Οξά εχάρηες πως εκάμετε το γάμο κρυφά κρυφά τζ΄εν το μαθε; Χαχα, εγελαστήκετε..


Πάτερ
Να χαρείς..να χαρείς μεν την πάρεις. Εν μιτσιά ακόμα.


Αλή-Μανώλης
Μιτσιά ξιμιτσιά, ο πασάς εζήτησεν την, επαντρεύτηκε, πρέπει να πάει.
Μιαν νύχτα μόνον..την πρώτη νύχτα..να τζοιμηθεί μαζί του.


Δέσποινα
Όι…μανά μεν τον αφήκεις να με πάρει.


Αλή-Μανώλης
Άκου κοκόνα μου. Αν δεν έρτεις με το καλό έσφαξα τους ούλλους. Έτο φιρμάνι στα σιέρκα μου, πρέπει να εκτελέσω διαταγές.


Πάτερ
Βασιλεύ Ουράνιε, Παράκλητε, το Πνεύμα της Αληθείας…


Αλή-Μανώλης
Άις τες προσευχές τραουλλόπαπα..λάλε κόρη..εν να ρτεις;


Δέσποινα
(κλαμένη) Ναι…εν να ρτω. Αν ορκιστείς πως εν θα τους πειράξεις.


Αλή-Μανώλης
Άτε, έλα τζ΄εγιώ εν τους πειράζω. Ορκίζουμε σου το.


Περσεφόνη
Καρτέρα!


Αλή-Μανώλης
Εν καρτερώ, τράβα να παέννουμε τζιαι ο άππαρος εβαρήθηκε.


Περσεφόνη
Καρτέρα λαλώ σου. Εν κρυάδα..να βάλει έναν παντελόνιν πουκάτω η κοπελλούα. Εν να την ηφκάλεις έτσι πας το κτηνό να κατασσιήσει τα πόδκια της; Πόμινε ένα λεπτό να την πάρω να αλλάξει. Έλα κόρη μου. Πάμεν μέσα.


Αλή-Μανώλης
Εν τζιαι πιστεύκω να μου κάμετε κανέναν χαττάν τζιαι να την βκάλεις που κανέναν παράθυρον αλουππάτα αλουππάτα;


Περσεφόνη
Όι. Έλα κόρη μου.

(ακούεται η πόρτα και οι δυο γυναίκες πάνε στο δίπλα δωμάτιο)


Δέσποινα
Μανά..μανά τι εν να κάμουμεν ..(κλαίει)


Περσεφόνη
(αυστηρά) Δέσποινα! Σταμάτα να κλαίεις, βάλε τούν΄το πατταλόνι που κάτω τζιαι κρολοήθου καλά.


Δέσποινα
Ακούω μανά.


Περσεφόνη
Που΄ντο; Που ντο, Aφού δαμέσα το είχα.
Άτε Άγιε μου Φανούριε, βάρ τη χάρη σου τζαι φανέρωστο..
Α! Έτο.Δέσποινα ποτάβρισε τη βούρκα.
Να το τυλίξω καλά καλά να μεν φαίνεται.


Αλή-Μανώλης
(χτυπά την πόρτα) Τελειώνετε, πόσην ώρα;


Περσεφόνη
Πόμινε.


Δέσποινα
Μα τι κάμνεις τζιαμέ μανά;


Περσεφόνη
Άκου Δέσποινα. Μες τη βούρκα έχωσα ένα μπουκκαλούι.


Δέσποινα
Μπουκκαλούι;


Περσεφόνη
Κρολοήθου καλά. Τώρα που εν να σε πάρει τζει στο κονάτζιην του πασά να φανείς δυνατή κόρη μου, να μμε σε πιάουν τα κλάματα τζια να λλιοκαρτίσεις, ακούεις;


Δέσποινα
Τζιαι τι να κάμω μανά που φοούμαι;


Περσεφόνη
Να κάμεις την καρκιάν σου πέτρα τζιαι να βάλεις τον νου σου να δουλέψει, αν δε θέλεις να σε μαγαρήσει.
Το λοιπόν, να τον κανατζιέψεις με λοούθκια. Να τον καλοπιάεις.


Δέσποινα
(διαμαρτύρεται) Μα, μανά..


Περσεφόνη
Θα του πεις κόρη μου να σου γύρει νάκκον κρασί να πιεις.


Δέσποινα
Μα που εν να το βρει μανά,τούτοι εν τζιαι πίννουν κρασί.


Περσεφόνη
Έννοια σου τζιαι πίνουν, αμμά εν το λαλούν. Το λοιπόν πρόσεξε καλά, θα του παρατζείλεις τάχα μου να σου φέρει το κρασί. Άμα σου γύρει το κρασί να τον καλάρεις να πιει τζιαι τζείνος μαζί σου. Άμα γύρει τζιαι για λλόου του θα πιάεις τούντο μπουκκαλούι που τη βούρκα σου τζιαι θα το γύρεις μές το δικό του το ποτήρι, κρυφά να με σε δεί, εκατάλαβες;


Δέσποινα
Εκατάλαβα μανά. Να το γύρω μες το δικό του το ποτήρι.



(ανοίγει η πόρτα απότομα)


Αλή-Μανώλης
Ακόμα δαμέ είσαι, τέλειωνε.


Περσεφόνη
Έτο εν έτοιμη.


Αλή-Μανώλης
Τη βούρκα ήντα μπου τη θέλεις; Εν να πέψεις κανίσσια του πασά;


Περσεφόνη
Έβαλα της μιαν αλλαξιάν ρούχα, να έσιει που να ρτει το πορνόν.


Αλή-Μανώλης
Αχάχχαχαχα…μπράβο τη μάνα σου. Εσκέφτηκεν τα ούλλα..Μπράβο..


Περσεφόνη
Στο καλόν κόρη μου, τζιαι όπως είπαμε. Καλήν αντάμωσην.



ΣΚΗΝΗ 4Η


(Ο Αλή-Μανώλης μεταφέρει τη Δέσποινα με το άλογο στον πασά, ακούγεται ο καλπασμός του αλόγου που τρέχει)


Δέσποινα
Να χαρείς, να χαρείς σταμάτα νάκκον, εποστάθηκα πολλά.


Αλή-Μανώλης
Μπρρρ…(ακούγεται το χλιμίντρισμα του αλόγου που σταματά)
Όπα! Άτε, έλα να σε κατεβάσω να ξιπιαστούν τα πόθκια σου, να πνάσει νάκκον τζ΄ο άππαρος τζ΄εκατέβασεν θκυο πιθαμές γλώσσα. Μεν κάτσεις, παρπάτα νάκκον να ξιμουθκιάσεις.


Δέσποινα
Άου! Αχ τα πόδκια μου, εν τα νώθω. Αχ, αχ.


Αλή-Μανώλης
Μα θώρε την ήνταλος κάμνει. Μα΄σαι τέλεια αμάθητη αλώπως.


Δέσποινα
Εν αλήθκεια. Εν εξανάφκηκα πάνω σε άππαρο. Τζιαι τούτος ο εβλοημένος βουρά σαν τον άνεμο.Επόβκαλεν με.


Αλή-Μανώλης
Χαχαχα, ενόμισες εν σαν τα κακορίζικα τα γαουρούθκια που έσιετε στο χωρκό; Έχω νερόν αν διψάς, έλα, πιε..


Δέσποινα
Ευκαριστώ.


Αλή-Μανώλης
Κάτσε  νάκκον να πνάσεις τζ΄έχουμεν δρόμον ακόμα ως που να φτάσουμεν στη Σκάλα.


Δέσποινα
(αρχίζει να τραγουδά λυπημένα ένα μοιρολόι¨ασιερόμπασμα)

Μάνα με κακοπάντρεψες, τζιαι μ΄ έδωκες του χάρου
Τζιαι κάλλιον να με σκότωνες, παρά να ζιω μιτά του
Μανά με κακοπάντρεψες, στην ξενιθκιάν με στέλλεις….


Αλή-Μανώλης
Μα ήντα μπου μοιρολοάς τζιαι κλαίεσαι κόρη; Άτε άλλαξε σκοπό..
Μα πε μου, μες τη βούρκα σου που σιεις σφιχταγκαλιασμένη, έσιεις τζιαι τίποτε που τρώεται, οξά μονιχά τες αλλαξιές;


Δέσποινα
Όι, όι , μόνον ρούχα έσιει μέσα. Εν επρόκαμα να βάλω φαί.


Αλή-Μανώλης
Καλόν, αμμά εμέναν εκουρκούρισεν η τζηλιά μου. Τζιαι ούλλον τζ’ ούλλον ένα μήλον έχω. Εσού εν επείνασες;


Δέσποινα
Επείνασα πολλά.


Αλή-Μανώλης
Άτε έλα τζιαι σου μισό τζιαι θωρούμεν ως πάρατζει. (καθαρίζει το μήλο και τραγουδά)
Τζ’ έσυρα το μήλο, τζ’ εσυρα το μήλο, τζ΄εν ετζύλησε
Τζιαι να τη φιλήσω εν εκαίλησεν (δις)


Δέσποινα
(με περιέργεια) Μα, πε μου, που το ξέρεις εσού τούν΄το τραούδι;


Αλή-Μανώλης
Πίστεψε με εν αθθυμούμαι, μμε που το άκουσα, μμε που το έμαθα, αμμά αρέσκει μου πολλά. Κάμνω πολύ κκέφι άμαν το τραουδώ. Γιατί αρωτάς;


Δέσποινα
Ήτουν το αγαπημένον τραούδιν του αρφού μου.


Αλή-Μανώλης
Του αρφού σου; Μα έσιεις τζιαι αρφό;


Δέσποινα
Είχα αρφό. Έναν τζιαι μοναδικόν. Ελαλούσαν τον Μανώλη.


Αλή-Μανώλης
Τζιαι τωρά που ένει; Σαν να τζ΄ εν τον είδα έσσω σου.


Δέσποινα
Ένας Θεός ηξέρει.(ειρωνικά) Ο καλός σου ο πασάς μόλις ήρτεν εις τον τόπον μας, παν δεκαπέντε χρόννια τωρά, εγύρισεν σπίτιν του σπιθκιού τζ’ έσπειρεν τη δυστυχία.


Αλή-Μανώλης
Γιατί;


Δέσποινα
Εσύναξεν ούλλα τα παιδκιά τα αρσενικά που δέκα χρονών τζιαι κάτω. Μιαν ημέραν ήρταν τζ΄επιάσαν τζιαι τον Μανώλη. Εφτά χρονών μωρό τζιαι που τον επήραν εν μάθαμεν ποττέ. Εθκιαλέαν τα θωρείς τζ΄ο Μανώλης ήτουν «καλλίμορφος, αρτιμελής τζιαι προς πόλεμον κατάλληλος» όπως έγραφεν το φιρμάνιν.
Που τζείνην την ημέραν η μάνα μου ζιει με τον καμόν του τζιαι γιω με την ανάμνησην του. Να ξερες πόσην αγάπην είχαμεν μεταξύ μας. Επέζαμεν ούλλη μέρα μες στους κάμπους τζιαι τες ρεμαθκιές. Τζιαι το τραούδιν που πες πριν λλίον ετραούδαν μου το ούλλη μέρα.
Αχ, ήντα μπου μου αθθύμησες τωρά. Εζιούσαμεν αμέριμνοι μέσα στο γέλιον τζιαι τη χαρά, τζιαι μέσα σε μια στιγμή εχαθήκαν ούλλα. Έχασα τζιαι πατέραν τζ΄ αδερφόν.


Αλή-Μανώλης
Τον πατέραν γιατί;


Δέσποινα
Γιατί που ΄ρταν να πιάουν τον Μανώλη ο τζύρης μου εν τους άφηκεν, αντιστάθηκεν, επάλεψεν μαζί τους, ώσπου τζ΄εσφάξαν τον με μιαν ππάλαν, σαν τούτην που σιεις πας το ζωνάρι σου. (κλαίει) Τζιαι να που τωρά ήρτεν τζ΄η δική μου σειρά.


Αλή-Μανώλης
Κανεί να κλαίεις κόρη, μια νύχτα ένει, εν να περάσει..


Δέσποινα
Μια νύχτα λαλείς εσού, ρώτα με τζιαι μένα. (κλαίει)


Αλή-Μανώλης
Κανεί κόρη τζιαι γινήκαν ολοκότσιηνα τα μάθκια σου, τζιαι εν έτσι ωραία, γιαλλούρικα, εν κρίμα να τα χαλάς.


Δέσποινα
Κλαίω τη μοίρα μου τζιαι ήντα μπου με περιμένει.
Αμμά τζιαι για τον κακομάζαλον τον αρφό μου που μου τον αθθύμησες.  Μοιάζεις του τζιόλας πολλά. Εν τζιαι σέναν γιαλλούρικα τα μάθκια σου ξένε, τζιαι τα μαλλιά σου ξανθά. Σαν να τζιαι θωρώ τον μπροστά μου όπως τότε.


Αλή-Μανώλης
Αμμά εν είμαι ο αρφός σου, ούτε με λαλούν Μανώλη μα Αλή.


Δέσποινα
Γιατί να γίνουνται τούτα ούλλα, γιατί; Τι σας εκάμαμεν; 


Αλή-Μανώλης
Έτσι εν οι διαταγές τζ΄η δουλειά μου να τες εκτελώ. Ο πασάς κάμνει κουμάντο τζ΄ ο Αλής υπακούει.


Δέσποινα
Να σου ζήσει ο πασάς σου να τον σιαίρεσαι. Τζιαι τζείνον τζιαι τες διαταγές του π΄αφανίσαν κόσμον τζιαι κοσμάκην.  Τζ΄εσού, ρε Αλή, τι γυρεύκεις μιτά τους λαλείς μου;   


Αλή-Μανώλης
Είπα σου εκτελώ διαταγές, είμαι στρατιώτης.


Δέσποινα
Στρατιώτης; Εγώ χαρκούμαι εν γεννίτσαρος που είσαι.    


Αλή-Μανώλης
Γεννίτσαρος;


Δέσποινα
Που τη ράτσα τους μια φορά σίουρα εν ηφτάννεις. Αφού μιλάς τη γλώσσα μας, τραουδάς τα τραούδκια μας, είσαι ξανθός τζιαι γαλανομμάτης, πόθεν είς τα πόθεν εβρέθηκες μιτά τους;
Ποιαν εν η μάνα σου, ο τζύρης σου; Που ποιο χωρκόν είσαι;


Αλή-Μανώλης
Ουυυ κανεί τζ΄επολλολόησες. Αλλά εγιώ φταίω που άννοιξα κουβένταν μιτά σου. Άτε, πάμε να φύουμε τζ΄ο πασάς καρτερά σε.


Δέσποινα
Να χαρείς, όποιος τζιαι να σαι, ότι τζιαι να σε λαλούν. Αν έσιεις λλίην ανθρωπιάν μέσα σου μεν με πάρεις στη φωλιάν του λύκου. Να χαρείς ότι αγαπάς..λυπήθου με.


Αλή-Μανώλης
Εν ημπόρω να κάμω διαφορετικά. Αν δε σε πάρω εν η δική μου η κκελλέ κομμένη. Έβκα πας τον άππαρον να φύουμε.


(ανεβαίνουν στο άλογο και ακούγεται ο καλπασμός του αλόγου που τρέχει)

















ΣΚΗΝΗ 5Η (στ’ αρχοντικό του πασά)


Πασάς
Merhaba gusel (γεια όμορφη)Καλωσήρτες εις τον οντάν μου.


Δέσποινα
Καλώς σε ήβρα πολυχρονεμένε πασά.


Πασάς
Έλα, έλα κάτσε μιτά μου στα μεταξωτά τα μαξιλάρκια, τζιαι yarin (αύριο) που να φεύκεις, δκιαλέεις όποιο σ΄αρέσκει τζιαι παίρνεις το μιτά σου. Τζ΄ ότι άλλον αγαπάς.


Δέσποινα
Ευκαριστώ σε.


Πασάς
Α, sekerim (γλυκιά μου) δαμέ που ρτες έσιει τζιαι του πουλιού το γάλα, έσιει φαγιά, να φάεις ότι τραβά η ψυσιή σου, τζιαι κατείφιν μυρωδάτον..


Δέσποινα
Εν θέλω τίποτες ευκαριστώ. Μόνον που εδίψασα νάκκον..


Πασάς
Έχω νερό δροσερόν..


Δέσποινα
Αρέσκει μου καλλύτερα το κρασίν πασά μου..αν γίνεται.


Πασάς
Κρασίν α, σιειττάνισσα. Γίνεται, καλό εγίνεται; να σου φέρω να πιεις με τζείνα τα σιηλούθκια σου τα κότσιηνα.


Δέσποινα
Ε.. ε να μου κάμεις τζιαι παρέαν πασά μου; Να πιεις τζιαι συ μαζί μου;


Πασάς
Να πιω gusel μου τζιαι άναψες μου μιάλον sevda (πόθο).
Α δε ήντα ωραίον ποτήρι σου φερα να πιεις, ολόγρουσο.   (αγαπητή μου) έλα, sevgili,  βάστα το να σου γύρω. Ωπ..


Δέσποινα
Εσύ, εν θα πιεις;


Πασάς
Εν να πιω που το δικό σου, καλλύτερα, να μάθω τζιαι τα μυστικά σου.


(χτυπά η πόρτα και μπαίνει μέσα ο Αλή και τους διακόπτει)


Αλή-Μανώλης
Πασά μου, συγχώρα με αλλά ο άππαρος εν μου φαίνεται καλά. Νομίζω εν να ψοφήσει.


Πασάς
Ήντα πράμα, μα ο Mαυρής; Έρκουμαι...


(βγαίνουν έξω και κλειδώνουν τη Δέσποινα στο δωμάτιο)


Δέσποινα
Εν η μόνη ευκαιρία που έχω, που εν το μπουκκαλούι, α έτο.
Θα το γύρω ούλλο μέσα, τζ΄ο Θεός βοηθός. Για πού εν να βκω ζωντανή που δαμέσα για πεθαμένη.


( η πόρτα ξανανοίγει και επιστρέφει ο πασάς)


Πασάς
Άτε ρε Αλή, ετάραξες με για το τίποτε. Εν να ψοφήσει μίσιημου. Έτο, εν που ήταν ποσταμένος τζιαι ελαχάνιασε.


Αλή
Συγχώρα με πασά μου, εν που ξέρω πόσην αδυναμία του έσιεις τζ΄εφοήθηκα άμπα τζ΄έπαθεν τίποτε.


Πασάς
Tamam!! (Εντάξει)(βήχει) Ρε..μα ήντα μπου εστύλλωσες τα μάθκια σου πας την gusel; Άμπα τζ΄εγυάλισε σου ρε;


Αλή
Όι, όι πασά μου. Συμπάθα με, κάτι άλλον είχα στο νου.


Δέσποινα
Αλή!


Αλή
Ναι..


Δέσποινα
Ευκαριστώ σου πολλά για το μήλο.


Αλή
Τίποτε.


Πασάς
Άτε, τράβα έξω τζ΄ο οντάς εν για δκυο πόψε. Εμέναν τζιαι τη νύφη τη γιαλλούρα ποδά. Τζ εν να κάμουμεν μιάλο μπαιράμι.


Αλή
Καλόν πασά μου, χρόνους πολλούς. Καληνύχτα. (πόρτα )


Πασάς
Που εμείναμεν;


Δέσποινα
Στο κρασί, εγώ ήπια πασά μου. Εσύ, εν θα πιεις;


Πασάς
Μα πότε είπιες τζ΄εν σε είδα; Έλα να πιεις άλλη μια ρουφκιάν στην υγειά μου. Έλα.. έτσι μπράβο της..

(η Δέσποινα πνίγεται και βήχει)


Δέσποινα
Κανεί κανεί πασά μου..ήπια πολύ.


Πασάς
Έλα, λίον ακόμα για το χατήρι μου. Στην υγειά του πασά.


Δέσποινα
(πνιγμένη από το βήχα) στην υγειά του πασά. Στην υγειά… (δηλητηριάζεται)


(ο Αλή σκέφτεται τα πράγματα που του είπε η Δέσποινα και ακούγονται αποσπάσματα από τα λόγια της στο μυαλό του, αρχίζει να θυμάται μονολογώντας)


Δέσποινα
Έτο , ήτουν το αγαπημένον τραούδιν του αρφού μου.

Είχα αρφό. Έναν τζιαι μοναδικόν. Ελαλούσαν τον Μανώλη.

Μιαν ημέραν ήρταν τζ΄επιάσαν τζιαι τον Μανώλη


Αλή-Μανώλης
Μανώλης..Μανώλης


Δέσποινα
Εφτά χρονών μωρό επιάσαν τον


Αλή-Μανώλης
Που εφτά χρονών είμαι στην υπηρεσίαν του πασά.


Δέσποινα
Επέζαμεν ούλλη μέρα μες στους κάμπους τζιαι τες ρεμαθκιές. Τζιαι το τραούδιν που πες πριν λλίο ετραούδαν το ούλλη μέρα το..το μήλο..ευκαριστώ για το μήλο..


Αλή-Μανώλης
Οι κάμποι, οι ρεμαθκιές, τα σιτάρκια, επέζαμεν..το μήλο


Δέσποινα
Η μάνα μου ζιει με τον καμόν του..


Αλή-Μανώλης
Η μάνα..η μάνα μου..


Δέσποινα
Που ήρταν να πιάσουν τον Μανώλη ο τζύρης μου εν τους άφηκεν, αντιστάθηκεν, επάλεψεν μαζί τους, ώσπου τζ΄εσφάξαν τον με μιαν ππάλαν


Αλή-Μανώλης
Εσφάξαν τον.(αρχίζει να κλαίει) εσφάξαν τον παπά μου…
Τζ΄εγώ εξίασα τα ούλλα, τ΄όνομα μου, την μάνα μου, την αρφή μου.
Την αρφή μου; Η αρφή μου, εν η αρφή μου που εν τζει μέσα. Α μάνα μου κακό που έκαμα, πρέπει να την ηγλυτώσω. Δέσποινα .Δέσποινα….


(ο πασάς φωνάζει από τον οντά τρομοκρατημένος)


Πασάς
Ε, Αλή ..έλα γλήορα.


Αλή-Μανώλης
Τι ‘ναι; τι συμβαίνει;


Πασάς
Εν ηξέρω..σαν ήτουν μια χαρά έγυρεν τζ΄εφύρτηκεν.
Έτην τζιαμέ. Αναπνεύει οξά επέθανε..


Αλή-Μανώλης
(σπαραχτικά) Όι.εν αναπνέει. Επέθανε..


Πασάς
Καλάν ρε μεν κάμνεις έτσι..άτε πιάστην πάεννε στα χωράφκια τζιαι θάψε την πριχού να κοκκαλώσει.
Άτε φύε την που δαμέ τζ΄έν ημπορώ να τη θωρώ.Κρίμας την.
Να πάω να φωνάξω της Αισιέ να ρτει που το χαρέμι τζ΄είμαι μερακλωμένος, θέλω παρέα. Αισιέ..έλα γιαβρούμ στο πασά.


Αλή-Μανώλης
Δέσποινα…συγχώρα με…συγχώρα με για το κακόν που σου καμα.
Έλα, έλα Μαυρή. (ακούονται τα βήματα του αλόγου που πλησιάζει) έλα. (τη φορτώνει στο άλογο) άτε Μαυρή, πάμε..
Τζιαι τωρά εγώ τι θα κάνω; Εσκότωσα την, εσκότωσα την ίδια μου την αρφή. Τζιαι επαρακάλαν με, να μμε την φέρω. Αλλά εγώ που… ο καταραμένος…ο στραωμένος..ο βλάκας.


Δέσποινα
(ξεψυχησμένα) Μανά…


Αλή-Μανώλης
Δέσποινα..ζιεις ..δόξα σοι ο Θεός..τωρά, τωρά να σε πάρω στη μάνα σου. Γλήορα Μαυρή..γλήορα στο χωρκό. Πάμε….























ΣΚΗΝΗ 6Η (στο σπίτι της Περσεφόνης)


(ο Μανώλης κτυπά την πόρτα του σπιτιού απεγνωσμένα)


Αλή-Μανώλης
Ανοίξετε.Ανοίξετε λαλώ σας.


Πάτερ
Παναία μου, βούρα Περσεφόνη. Έφερεν την Δέσποινα. Άνοιξε.


Περσεφόνη
Δέσποινα,κόρη μου. Πάρτην γλήορα μέσα, βάλε την πάνω στο κρεβάτι. Πέρκει την προλάβουμε.


Πάτερ
Τι έσιει; Τι της εκάμετε;


Αλή-Μανώλης
Τίποτε, ορκίζουμε.


Περσεφόνη
Άιστον, ξέρω εγώ τι έσιει. Βκήτε έξω. Τζιαι σου παπά. Αφήστε με μόνη με την κόρη μου.
Αχ Δέσποινα μου, τζιαι είπιες το εσού το φαρμάτζιν της κουφής αντί  να το ποτίσεις του άλλου, καλή μου.
Που ντο αγίασμα. Έλα κόρη μου άνοιξε το στόμα σου ..
¨Άι-Γιώρκη Καβαλλάρη, με σπαθίν τζιαι με κοντάρι
Που δίννεις τζιαι που καλλικώνεις τες οσιέντρες τζιαι τα φίθκια
Αι-Γιώργκη Καβαλλάρη, πέψε τη δική σου χάρη τζιαι το θαύμα το μεγάλο κάμε
Να γιάνει η δούλη σου Δέσποινα, που της κουφής το άκκαμμα
Τζιαι γιω στη χάρη σου θα άψω, του ύψους της λαμπάδα»
(επαναλαμβάνει το ξόρκι πιο γρήγορα και πιο χαμηλόφωνα)


Πάτερ
Περσεφόνη, πως πάει η κορού;


Περσεφόνη
Μεν έσιεις έννοια τζ΄εν να γιάνει, ίσια που προκάμαμεν.
Ο γιος σου; εσυνήρτεν που τη φατσιά;


Πάτερ
Ναι μόλις εσυνήρτεν. Δοξάζω τ’ όνομα Του τζιαι προσκυνώ.


Περσεφόνη
Τζιαι τον Άη-Γιώρκη να τον δοξάζεις τζ΄εν πολλλά μεγάλη η δύναμη του. (βγαίνει από το δωμάτιο της Δέσποινας)
Εσού, τι κάμνεις ακόμα δαμέ; Εν σε κανεί που μας την έφερες μισοπεθαμένη; Φεύκε τωρά…


Αλή-Μανώλης
Εν φεύκω!


Περσεφόνη
Τζιαι γιατί;


Αλή-Μανώλης
Ζητώ σου να με συγχωρέσεις.


Περσεφόνη
Σήκου πάνω, μα ήντα εγονάτισεν παπά μου;


Πάτερ
Περσεφόνη, κάτσε καλύτερα τζ΄έχω έναν μαντάτον να σου πω.


Περσεφόνη
Μαντάτο;


Πάτερ
Καλό μαντάτον Περσεφόνη. Αθθυμάσαι που εκουβεντιάζαμεν τζαι ήπου σου ότι ο γιος σου έτσι όπως εχάθη ξαφνικά έτσι ήτουν να ρτει πίσω;


Περσεφόνη
Αθθυμούμαι.


Πάτερ
Άτε σήκου. Πήαιννε να φιλήσεις το σιέριν της μάνας σου.


Περσεφόνη
Μα ποιος; Τούτος; τούτος εν ο γιος μου; O Μανώλης μου;


Αλή-Μανώλης
Συγχώρα με μανά. Εν έθελα να σας κάμω κακό.


Περσεφόνη
Γιε μου, γιε μου μονάκριβε μου. Παπά μου εν αλήθκεια οξά θωρώ όνειρο;


Αλή-Μανώλης
Όι εν εγώ που έζιουν μέσα σ΄έναν όνειρο τζιαι σήμερα εξύπνησα, αθθυμήθηκα σας μανά, εσένα, τη Δεσποινού.


Περσεφόνη
Καλωσόρισες γιόκα μου. Καλωσήρτες έσσω σου Μανώλη μου.


Πάτερ
Σαν τον άσωτον υιόν ήρθες πίσω στην οικία της μητρός σου.
Νεκρός ήσουν και ξανάζησες, χαμένος ήσουν και εβρέθης. Και θα σφάξει σήμερον διά εσέ τον μόσχον τον σιτευτόν.


Περσεφόνη
Μα που να τον εύρω τον μόσχον τον σιτευτόν παπά μου; Εν θωρείς τες φτώσιες μας;


Αλή-Μανώλης
Εν πειράζει μανά. Σφάξε μιαν κόταν τζιαι κάμε μου με τα μακαρούνια τζιαι έν θέλω μόσχον.

(γέλια)



ΣΚΗΝΗ 7Η (στο δωμάτιο της Δέσποινας)


Δέσποινα
Μανά ..μανά


Περσεφόνη
Δαμέ είμαι Δέσποινα μου, εξύπνησες κορούα μου;


Δέσποινα
Ναι μανά, αμμά ζαλίζουμε ακόμα.


Περσεφόνη
Εν ώσπου να ποκαθαρίσει το φαρμάτζιν που το γαίμα σου.
Μμε φοάσαι, ως αύριον εν να σαι περτίτζιη.


Δέσποινα
Μανά, ο Αντρέας; Ζιει;


Περσεφόνη
Ζιει. Εν τζιαι τζείνος νάκκον σουζουλισμένος που το χτύπημαν πάνω στην τζιεφαλή, αμμά εν του περάσει.
Εν δίπλα, έστρωσα του το πάπλωμα τζιαι πέφτει.


Πάτερ
Δέσποινα μου, εξύπνησες κόρη μου, είσαι καλύτερα;


Δέσποινα
Ναι πατέρα, λλίο καλλύτερα.


Πάτερ
Να πάω να το πω του Αντρέα να χαρεί.


Δέσποινα
Μανά, εν αθθυμούμαι τζιαι πολλά πράματα. Το τελευταίο που θυμούμαι ήταν να πίνω το κρασί.


Περσεφόνη
Εγέλασεν σου κόρη μου τζ΄εψάτζεψεν σε.


Δέσποινα
Τζιαι ήνταλος είμαι ακόμα ζωντανή; Πως εβρέθηκα δαμέ;


Περσεφόνη
Έφερε σε τζείνος κόρη μου, έτρεξεν ζγιαν τον άνεμο τζ΄έφερε σε. Οσον τζιαι επρολάβαμεν σε.


Δέσποινα
Μα ποιος μανά;


Αλή-Μανώλης
Εγώ Δέσποινα.


Δέσποινα
Εσύ, τι γυρεύκεις δαμέ;


Αλή-Μανώλης
Έφερα σου έναν μήλο να φάεις Δεσποινού μου, που τα πράσινα που σου αρέσκουν.
Τζιαι μετά αν θέλεις εν να σου το τραουδήσω τζιόλας.


Δέσποινα
Τι;


Αλή-Μανώλης
Τζιαι άμα γιάνεις, εν να σε πάρω να βουρίσουμεν μες τους κάμπους τζιαι να παίξουμεν μες τες ρεμαθκιές, όπως τότε που μασταν μωρά.


Δέσποινα
Μανά; Εν ο..


Περσεφόνη
Ναι κόρη μου εν αλήθκεια. Εν ο …


Δέσποινα
Μανώλης; Ο αρφός μου, εγίνην έτσι θαύμα. Μανώλη μου..


Αλή-Μανώλης
Ναι Δεσποινού μου.Εγίνην. Μακάρι ναν καλά το μήλο. Ήταν το μόνο που αθθυμούμουν, το τραούδιν για το μήλο.
«τζ΄έσυρα το μήλο, τζ’ έσυρα το μήλο πάνω στη μηλιά»


Δέσποινα
«τζ’ είπεν μου εν να ρτει τζείνη τζ΄άλλη μια»


Αλή-Μανώλης
«τζ΄έσυρα το μήλο, τζ΄έσυρα το μήλο, τζ΄εν ετζύλησε»


Αντρέας
«τζ΄η Δέσποινα να τη φιλήσω εν εκαήλισε» (γελάνε όλοι)


Δέσποινα
Αντρέα μου, Μανώλη μου, ελάτε να σας φιλήσω τζιαι τους θκυο.Σήμερα εν η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής μου.


Πάτερ
Και ους ο Θεός συνέζευξεν άνθρωπος μη χωριζέτω. Αμήν.



(ακούονται τα φιλιά και γέλια)




























Τετάρτη 23 Μαρτίου 2011

ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ (απόσπασμα από το 1ο κεφάλαιο)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

          Το μονοπάτι του δάσους πάντα κάπου οδηγεί …..

          Αυτό το δάσος όμως είναι σκοτεινό και τρομαχτικό. Οι κορυφές των θεόρατων ελάτων σμίγουν ψηλά σαν εγωιστές γίγαντες που θέλουν να κρατήσουν για τον εαυτό τους το τελευταίο χάδι του ήλιου.  Το ολόμαυρο πέπλο απλώθηκε προτού ο ολόλαμπρος βασιλιάς ψιθυρίσει στη μέρα το τελευταίο του αντίο. Κι΄ οι κόρες του, οι μικρές χρυσαχτίδες, που ξετρελλαίνονται να παίζουν κρυφτό μέσα στις φυλλωσιές και σαν νεραϊδούλες ξεγλυστρούν με πονηριά διαπερνώντας το χοντρό πράσινο παραπέτασμα, επιστρέφουν στο ύστατο κάλεσμα του. Ο πατέρας τους τις περιμένει για να αναχωρήσουν απ’ αυτό το δάσος, να ταξιδέψουν πίσω απ΄τον ορίζοντα, να φωτίσουν άλλους τόπους και να παίξουν κρυφτό σε άλλα δάση και φυλλωσιές. Και χωρίς την παραμικτή αντίρρηση αυτές τον ακολουθούν,  με την υπόσχεση να επιστρέψουν και πάλι το πρωί.  Τι κι αν στο δάσος που τώρα εγκαταλείπουν μια ψυχή έχει την συντροφιά τους τόσο ανάγκη, τι κι αν αυτές οι χλωμές χρυσαχτίδες είναι η τελευταία της ελπίδα να μη χάσει το μονοπάτι; Αυτές καθόλου δε νοιάζονται και την εγκαταλείπουν στη μοίρα της, παραδίδοντας το μονοπάτι στο μαύρο πέπλο της Χειμωνιάτικης νύχτας.

            «Το μονοπάτι του δάσους πάντα κάπου οδηγεί» μονολογεί η νεαρή προχωρώντας στην καρδιά του δάσους, προσπαθώντας να πάρει κουράγιο. Ο ουρανός είναι ξάστερος απόψε και ολόγιομο το φεγγάρι, αλλά η λάμψη του ανήμπορη να διαπεράσει τις ελάτινες πύλες. Οι μαύρες κόρες των ματιών της διαστέλλονται προσπαθώντας να προσαρμοστούν στο απόλυτο σκοτάδι και για πρώτη φορά στη ζωή της νοιώθει τι σημαίνει να είσαι τυφλός. Απλώνει και τα δύο χέρια της αγγίζοντας έναν κορμό  και στρέφει το βλέμμα της στο έδαφος, ψάχνοντας απεγνωσμένα κάτω από τα πόδια της το μονοπάτι που σιγά σιγά χάνεται. Σκύβει ψηλαφίζοντας στο κάτω μέρος του δέντρου και κόβει ένα λεπτό κλαδί για να στηρίζεται. Το κρύο μαστιγώνει το δέρμα της, τυλίγει το κεφάλι της και τους ώμους με το μάλλινο σάλι της, σφίγγει στο δεξί της χέρι το κλαδί και κοιτάζει γύρω.  Σε μερικές στιγμές τα μάτια της συνηθίζουν και το μονοπάτι σαν σιωπηλός σύμμαχος ξαναπροβάλλει λίγα μέτρα μακριά της σαν Θεία αποκάλυψη.

Από μικρό παιδί έτρεμε το σκοτάδι  και αυτό το σαν στοιχειωμένο δάσος που το έβλεπε μόνο από μακριά. Και να που τώρα αναζητά καταφύγιο σ΄αυτά που πάντα τη φόβιζαν. Δεν έχει και άλλη επιλογή. Διώχνει το  φόβο και επικεντρώνεται στο μονοπάτι, και σιγά σιγά το βήμα της σταθεροποιείται και γίνεται πιο γοργό, όσο τουλάχιστον της επιτρέπει το στενό φόρεμα της  που την δυσκολεύει. Το φόρεμα της, στο χρώμα του αίματος, που ράφτηκε για εταίρα και όχι κορίτσι, με ανοικτό μπούστο που αναγκάζει τα στήθια της να προτάσσουν προκλητικά, και σφικτή μέση που της κόβει την αναπνοή. Μια σταχτοπούτα που αντί  για το  βασιλικό χορό αναχωρεί για την κόλαση. Το φορεί πάνω από ένα μήνα και το βελουδένιο ύφασμα είναι σε αποσύνθεση, αφήνοντας κόκκινες κλωστές παντού. Αν δεν κρύωνε τόσο θα το έβγαζε χωρίς σκέψη από πάνω της κι ας έμενε γυμνή, τόσο πολύ το απεχθάνεται.  Την έκανε αρκετές φορές να σκοντάψει στα κοφτερά χαλίκια του μονοπατιού, μέχρι που το τράβηξε με τα δόντια της απ ‘ τη ραφή και το έσχισε ψηλά στους μηρούς, αφήνοντας τα ματωμένα γόνατα της εκτεθειμένα στο κρύο.

Συνεχίζει λοιπόν χωρίς σταματημό, σαν κυνηγημένο ζώο, σαν φοβισμένη ελαφίνα, που οσφρίζεται τον κίνδυνο, αλλά δεν ξέρει τι την περιμένει. Περπατά πιο άνετα τώρα αλλά μετανοιώνει που έσκισε το φόρεμα, γιατί το κρύο εισχωρεί κάτω από τα πόδια της και φτάνει  στην ραχοκοκκαλιά της. Τρέμει ολόκληρη και τα πόδια της μουδιάζουν από το σφίξιμο. Αγωνιά στην σκέψη ότι δεν θα φτάσει ποτέ στην άλλη πλευρά τους δάσους και στο μυαλό της ένας άγνωστος ξυλοκόπος την βρίσκει παγωμένη και μελανιασμένη  μετά από μέρες και αναρωτιέται με συμπόνοια που βρέθηκε εδώ αυτή η δύστυχη ψυχή.
Στη σκέψη αυτή λυπάται για την κατάντια της, όπως θα λυπόταν για κάποιον άλλο, αναστενάζει με πόνο στην εικόνα του θανάτου της, και σαν να μοιρολογά πάνω απ’  το δικό της πτώμα τα μάτια της αρχίζουν να δακρύζουν βουβά δάκρυα του αποχαιρετισμού.

Αυτά, τα δακρυσμένα μάτια, που κάποτε έλαμπαν με τον ενθουσιασμό και τη ζωντάνια της νιότης.  Μαύρα και σπινθηροβόλα με τεράστιες βλεφαρίδες στο ολόλευκο πρόσωπο της. Κατάμαυρα είναι και τα μαλλιά της με πυκνές μπούκλες που φτάνουν στη μέση. Δεν είναι ιδιαίτερα αδύνατη, ούτε μικροκαμωμένη. Είναι ψηλή και το ανάστημα της περήφανο, παρόλη της την ταπεινή καταγωγή.  Μια χωριατοπούλα με αριστοκρατική ομορφιά που δεν περπάτησε ποτέ με σκυφτό κεφάλι, παρά μόνο μοιάζει αδάμαστο άτι με κυματιστή μαύρη χαίτη.  Ακόμα και τώρα, που ο φόβος την κατακυριεύει και τρέπεται σε φυγή. Που είναι μόνη , στο σκοτάδι και το μόνο που ακούγεται είναι οι απελπισμένοι κτύποι της καρδιάς της. Που ακόμα και το γλυκό τιτίβισμα των πουλιών έπαψε, ο αέρας κρύφτηκε στα κλαδιά και ακούγεται μόνο η σιωπή. Δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από την απόλυτη σιωπή. Οξύνονται οι αισθήσεις, κάθε κλαδάκι που σπάει από το βιαστικό βήμα φαντάζει  τρομακτικό, ακόμα και ο ήχος της λαχανιασμένης ανάσας, της δικής της ανάσας.

Συνεχίζει να περπατά, μα μετά από τόσες ώρες δεν την κρατούν πλέον τα πόδια της.  Η θέληση της μεγάλη , αλλά οι δυνάμεις την εγκαταλείπουν. Θέλει τόσο πολύ να σταματήσει για λίγο, να ξεκουραστεί, να ακουμπήσει το καταπονημένο της κορμί σε έναν φιλόξενο κορμό δέντρου, αλλά δεν το κάνει. Φοβάται! Δε φοβάται τα άγρια ζώα του δάσους. Δε φοβάται μην την κατασπαράξουν. Φοβάται τα άγρια θηρία, τους λύκους και τις ύαινες που άφησε πίσω. Φοβάται μην ξεχαστεί για λίγο κι΄ αποκοιμηθεί και τη βρουν το ξημέρωμα εκεί. «Όχι, αυτό αποκλείεται,  δεν πρέπει να γίνει»  σκέφτεται και σέρνει τα πόδια της που αρνούνται να κινηθούν.  Πρέπει να απομακρυνθεί όσο πιο πολύ μπορεί, να φύγει όσο πιο μακριά γίνεται, τώρα που έχει το σκοτάδι  μοναδικό της σύμμαχο. Το μονοπάτι είναι εκεί, κάτω από τα πόδια της και μόνο μπροστά μπορεί να προχωρήσει , δεν υπάρχει πια γυρισμός.

Η ησυχία διακόπτεται από ανθρώπινες φωνές και γαυγίσματα σκύλων. Γυρίζοντας το κεφάλι της βλέπει από μακριά διασκορπισμένες φιγούρες που κρατούν αναμένες δάδες να ψάχνουν. Για μια μόνο στιγμή παραλύει και δεν μπορεί να κουνηθεί.  Οι μακρινές φωνές πλησιάζουν.
« Εδώ, στο μονοπάτι, απ’ εδώ πρέπει να πέρασε.»
« Ελάτε, ελάτε κοντά , μην απομακρύνεστε.»
Η κοπέλα ανοίγει το βήμα της, αρχίζει να τρέχει , μα οι φωνές πλησιάζουν όλο και περισσότερο.
«Τη βρήκατε?»
«Πλησιάζουμε, πρέπει να πέρασε απ’ εδώ , βλέπεις το σκισμένο κομμάτι από φόρεμα?»
«Φέρτο να δώ. Ναι ! Δικό της είναι. Δεν πρέπει να’ ναι μακριά.»
Η κοπέλα βλαστημά ξανά το καταραμένο φουστάνι και σκέφτεται με μιας ότι αυτό είναι το τέλος. Μαζεύει όση ψυχραιμία και δύναμη της μένει και δρα πια με το ένστικτο και όχι το μυαλό.  Αποφασίζει να φύγει από το μονοπάτι αμέσως, και να χαθεί βαθιά μέσα στο άγνωστο δάσος. Στέκεται στιγμιαία και κοιτάζει δεξιά και αριστερά. Το ίδιο της κάνει , στρίβει δεξιά και τρέχει με όλη της τη δύναμη προσπαθώντας να συγκρατήσει ακόμα και την ανάσα της για να μην ακούγεται.
«Τη βρήκες;»
« Όχι ακόμα, ας προχωρήσουμε , σίγουρα θα τη βρούμε λίγο παρακάτω.»
« Θα κουράστηκε , δε γίνεται να άντεξε τόσες ώρες και τόσο κρύο, μπορεί να τη βρούμε και
  λιπόθυμη.»
« Ας τη βρούμε και πεθαμένη, δε με νοιάζει, φτάνει να τη βρούμε τη τσούλα.»

Ακούγοντας τις φωνές στο μυαλό της ξαναέρχεται η εικόνα του πτώματος της, αυτή τη φορά καταφαγωμένο από τα λυσσασμένα σκυλιά  αλλά δεν έχει περιθώριο να κλάψει παρά μόνο να τρέξει. Τα πόδια της λες και δεν ακουμπούν στη γη, και τα δέντρα λες και παραμερίζουν για να της ανοίξουν δρόμο.  Μετά από ώρα οι φωνές αρχίζουν να ακούγονται όλο και πιο απομακρυσμένες. Η κοπέλα συνειδητοποιεί ότι τρέχει εδώ και πολλή ώρα και κονοστέκεται διστακτικά,  προσπαθώντας να αφουγκραστεί. Δεν ακούγεται τίποτα. Οι καταδιώχτες της είναι μακριά. Για τώρα. Ένα ανθρωποπούλι κλαίει κάπου μακριά, «κακός οιωνός» σκέφτεται. Έχει ξεφύγει για το παρόν, αλλά πού να πάει , δεν υπάρχει το μονοπάτι πια γι΄αυτή ούτε και μπορει να επιστρέψει πίσω να το βρεί, είναι πολύ επικίνδυνο.

Η ψυχή της πλημμυρίζει με οργή και θέλει να φωνάξει τόσο δυνατά που να τρίξουν τα θεμέλια της κόλασης που την κρατά δέσμια. Η καρδιά της πάει να σπάσει από την κούραση, το βλέμμα της έχει σαλέψει από το μίσος και γρυλίζει σαν τραυματισμένο θηρίο. Σκύβει το κεφάλι, κρατά τα γόνατα της και σάλια τρέχουν από το ανοιχτό της στόμα που λαχανιάζει. Διψά. Πεινά. Βρίσκεται στη μέση του πουθενά. Και γύρω της άγρια λαγωνικά που από στιγμή σε στιγμή μπορεί να την οσφριστούν και να την παραδώσουν στο εξαγριωμένο πλήθος. «Θεέ μου, που είσαι?»  στρέφει το βλέμμα της στον ουρανό παρακλητικά «συγχώρα με και μην με αφήσεις στα χέρια του διαβόλου».

Ξαφνικά μια έντονη ζαλάδα της θολώνει το μυαλό, τα μάτια της σκοτεινιάζουν και το αίμα φεύγει απ’ το κεφάλι της, κρύος ιδρώτας την περιλούζει , ο λαιμό της παγώνει  και οι αισθήσεις  εξασθενούν. Ούτε ακούει, ούτε βλέπει. Τα γόνατα της λυγίζουν σαν να κόπηκαν απ’ τη μέση. Ένας τρομακτικός πόνος χαμηλά στην κοιλιά την διπλώνει στα δυο και πέφτει σφαδάζοντας   στο χώμα . Σφίγγει με το ένα χέρι την κοιλιά της και με το άλλο φέρνει το κλαδί στο στόμα της, που το δαγκώνει για να συγκρατήσει τις φωνές της. Δεν έχει ξανανοιώσει τόσο πόνο, νοιώθει ότι θα βγουν τα σωθικά της. Με όση δύναμη της μένει, σέρνεται με τις αγκώνες και τα τραυματισμένα γόνατα προς τον τραχύ κορμό μιας γέρικης βελανιδιάς και στηρίζει την πλάτη της στο παγωμένο ξύλο. Φαντάζεται οι ρόζοι του κορμού του δέντρου να  είναι τα χοντρά δάχτυλα του πατέρα που της χαιδεύουν το μάγουλο με στοργή και νοιώθει για λίγο ασφαλής.

Το παγωμένο κορμί της τώρα καίει σαν να τυλίγεται σε φλόγες και μια κοφτερή λεπίδα της ξεσκίζει τα σκέλια.  Φέρνει ενστικτωδώς το χέρι της στην πηγή του πόνου και νοιώθει να αναβλύζει  ζεστό, πηκτό, θανατηφόρο αίμα. Αγκαλιάζει το γέρικο κορμό σφικτά και βγάζει πνιχτές κραυγές, προσπαθώντας να αντέξει.  Νοιώθει αμυδρά μια ζεστή παρουσία να την πλησιάζει και ακούει μια λαχανιασμένη ανάσα δίπλα της.  Ανοίγει τα μάτια και αντικρύζει δύο τεράστια γυαλιστερά μάτια την κοιτάζουν. Είναι μια άσπρη σκύλλα που την έχει εντοπίσει και κουνά χαρούμενα την κοντοκομμένη ουρά της. Την περιτριγυρίζει για λίγο αλλά δεν γαυγίζει παρά μόνο την πλησιάζει, την οσφρίζεται και της γλύφει το ματωμένο χέρι με αγάπη, σαν να ήταν το νεογέννητο κουταβάκι της. Η κοπέλα σηκώνει με κόπο το χέρι και χαιδεύει τη σκύλλα στο κεφάλι. «Πρέπει να αντέξω» είναι η τελευταία της σκέψη, ενώ το σώμα της φωτίζεται από μια εκτυφλωτική απόκοσμη λάμψη. Το χέρι της γλυστρά στο πλάι ενώ η σκύλλα που μυρίζεται το θάνατο σηκώνει το κεφάλι στον ουρανό ουρλιάζοντας σπαρακτικά.

«Πρέπει να αντέξω… πρέπει να αντέξω… πρέπει να αντέξω…..»
Η Μαργαρίτα παραμιλά στον ύπνο της και όταν επιτέλους καταφέρνει να ξυπνήσει είναι λουσμένη στον ιδρώτα και στα δάκρυα.

 

Η ΜΙΚΡΟΥΛΑ ΜΑΓΙΑ

Η μικρούλα Μάγια
Δεν έχει φορέσει παπούτσια ποτέ
Και τα ρούχα της ένα φόρεμα σκισμένο
Μα δεν τη νοιάζει, δεν θα κρυώσει

Η μικρούλα Μάγια
Δεν έχει πάει σχολείο ποτέ
Και δεν ξέρει να διαβάζει και να γράφει
Μα δεν τη νοιάζει, εξετάσεις δε θα δώσει..

Η Μικρούλα Μάγια
Δεν έχει γνωρίσει τη μάνα της ποτέ
Και δεν ξέρει τι σημαίνει χάδι κι΄αγκαλιά
Μα δεν της λείπει σαν δεν το ΄χει νοιώσει

Η Μικρούλα Μάγια
Δεν είχε κούκλες Μπάρμπι και τουβλάκια ποτέ
Μα κάνει τόση πολύ χαρά σαν καταφέρει
Σ΄ένα σωρό από σκουπίδια να σκαρφαλώσει

Η μικρούλα Μάγια
Δεν έχει φάει σοκολάτα και καραμέλες ποτέ
Μόνο ψίχουλα, αποφάγια και μπανανόφλουδες
Μα δες,  η κοιλίτσα της έχει τόσο πολύ φουσκώσει

Η μικρούλα Μάγια
Δε θα προλάβει να μεγαλώσει ποτέ
Αλλά εκεί που πάει η μαμά της περιμένει
Αγάπη , όμορφα ρούχα, σοκολάτες και παιχνίδια να της δώσει

Δευτέρα 21 Μαρτίου 2011

ΤΑ ΜΥΡΜΗΓΚΙΑ ΠΑΝΕ ΔΙΑΚΟΠΕΣ

ΤΑ ΜΥΡΜΗΓΚΙΑ ΠΑΝΕ ΔΙΑΚΟΠΕΣ

Ζέστη κάνει αφόρητη στη μυρμηγκοπολιτεία
Βαθμούς σαράντα και μισό στην κυριολεξία
Πέντε μυρμήγκια ατρόμητα που ολημερίς δουλεύουν
Κοντεύουνε να σκάσουνε και πια δεν την παλεύουν
Αποφασίζουν τη δουλειά λοιπόν να παρατήσουν
Ψίχουλα, σπόρια και καρπούς για λίγο να αφήσουν

Μετράνε τ’ αποθέματα, γεμάτη η αποθήκη
Απ΄’εξω βάζουν φύλακα,  ένα τυφλό ποντίκι
Παίρνουν τα μπογαλάκια τους να πάνε διακοπές
Το χάρτη ανοίγουν με χαρά, βρίσκουν τo Μαρακές
Χάρμα θα την περνάν εκεί,  θα΄χει πολλή δροσιά
Θα ζούνε μέσα στους αγρούς και θα ρουφούν κρασιά

Χωρίς να χάσουνε καιρό,  βγάζουν διαβατήρια
Πάνε σε ταξιδιωτικό, κόβουν και εισητήρια
Μα όταν έρχεται η στιγμή, να μπουν στ΄ αεροπλάνο
Φόβος τους πιάνει ομαδικός, μην πέσουν από κει πάνω
Μαζεύουν τις βαλίτσες τους, γρήγορα κατεβαίνουν
Τ΄αεροπλάνο χαιρετούν σε πλοίο ανεβαίνουν

Μιας και δεν παν στο Μαρακές ας πάνε κρουαζιέρα
Πέρα απ΄τη Μεσόγειο κι απ’ τα στενά πιο πέρα
Μα πριν το πλοίο κινηθεί και βγει απ το λιμάνι
Και πάλι φόβος τρομερός, τα μυρμηγκάκια πιάνει
«Λες καταιγίδα να μας βρει, να πέσουμε σε μπόρα;
Κολύμπι εμείς δεν ξέρουμε, φύγαμε μάγκες τώρα…»

Το πλοίο πήγε στο καλό, μα τα μυργμήγκια μένουν
Για ύστατη προσπάθεια, σε τρένο ανεβαίνουν
Ταξίδι μιας και δεν θα παν σ΄άλλους προορισμούς
Λένε να πάν εδώ κοντά , να δουν κάτι γνωστούς
«Βρε, μ΄αν το τρένο συγκρουστεί και εκτροχιαστούμε;
Ας μην το πολυρισκάρουμε,  λέω να κατεβούμε. »

Κουράστηκαν οι φίλοι μας, ανέβα και κατέβα
Κι αφόρητος ο καύσωνας, δεν παίρνουνε αέρα
Αμάξι νοικιάζουνε και μπαίνουν όλοι μέσα
Μέσα τον ενθουσιασμό, ξεχνάνε και τα ρέστα
Σε στέκι παραλιακό, κλείνουνε για να πάνε
Μα πριν τη διασταύρωση,  πίσω ξαναγυρνάνε

Μεσάνυχτα και βρίσκονται στο ίδιο το σημείο
T΄αεροπλάνο έφυγε, το ίδιο και το πλοίο
Το τρένο το φοβήθηκαν , τ΄αμάξι δεν τους κάνει
Το σκέφτονται καλά λοιπόν, γελόκλαμα τους πιάνει
Είμαστε φοβιτσιάρηδες, γερό το μάθημα μας
Εμπρός τα ποδαράκια μας και πίσω στη φωλιά μας

 


























Πέμπτη 10 Μαρτίου 2011

ΑΛΚΥΟΝΗ

Η ΑΛΚΥΟΝΗ

Μεσοπέλαγα το έρημο νησί δεσπόζει
Στη μέση μόνος στέκεται  ο φάρος
Και στη ακτή χιλιάδες γλάροι φασαριόζοι 

Στα κοφτερά βράχια κανείς δεν πλησιάζει
Στη μέση μόνη στέκει η Αλκυόνη
Που τη φωλιά της το άγριο κύμα σπάζει

Η Αλκυόνη στο νησί μονάχη της θα ζήσει
Μακριά απ΄τα άλλα τα πουλιά
Και στην αλμύρα τα αυγά της θα γεννήσει

Απ΄ των ανθρώπων τη συμφορά για να γλυτώσει
Και του ψαρά την άσπλαχνη παγίδα
Στα βράχια τα πουλάκια της κατάφερε να σώσει

Μεσοπέλαγα το έρημο νησί πάλι ξυπνάει
Στη μέση του Γενάρη ηλιόλουστες οι μέρες
Σ΄έρημο βράχο σήμερα η Αλκυόνη γεννάει

Τρίτη 1 Μαρτίου 2011

ΑΣΠΡΟ - ΜΑΥΡΟ

Σε μια ασπρόμαυρη ταινία, του 20’
Θα κάτσουμε μαζί ακούγοντας μουσική
Πίνοντας ποτό
Αμίλητοι
Ίσως να με πάρεις από το χέρι και να με οδηγήσεις στην μικρή πίστα
να χορέψουμε έξω από τον χρόνο
αψηφώντας τον θάνατο
σε ένα ασπρόμαυρο πλάνο

ΑΝΟΙΞΗ

ΑΝΟΙΞΗ

Θα θελα μια μέρα, σαν μικρό παιδάκι, 
να σε πάρω απ’ το χέρι και να περπατήσουμε για λίγο
Ναι, Βιαστικέ άνθρωπε, σ’ εσένα μιλώ,
Να σε πάρω απ’ το χέρι για μια βόλτα μικρή, μονάχα εσύ και εγώ
Να σταματήσουμε για λίγο το τρέξιμο, να κατέβουμε απ’ το αυτοκίνητο
Και να βρεθούμε σε ένα καταπράσινο δάσος
Τι; Που βρέθηκε το δάσος εδώ;
Εδώ βρισκόταν από πάντα, εσύ δεν μπορούσες να το δεις
Σ΄αυτό το δάσος που είναι πάντα άνοιξη κι’ ολάνθιστη η φύση
Δέντρα, λουλούδια και ψυχές φοράνε τα καλά τους
Αδιάκοπα πολύχρωμα πουλιά, κελαηδάν τον έρωτα τους
Και ξεδιψάνε σ’ένα κρυστάλλινο ρυάκι, που ασταμάτητα κυλά
Μπορείς απ’ αυτό και εσύ να πιεις,
μα στο κρυστάλλινο νερό σαν σκύψεις μην ξαφνιαστείς
Σαν δεις εκεί να καθρεφτίζεται όχι ο παλιός εαυτό σου, μα ένα μικρό παιδί
Αυτό που έσπευσες ν’αφήσεις πίσω,  κι όμως αυτό επίμονα κρυμμένο ακολουθούσε
Το βήμα χαλάρωσε, αργά περπάτησε , ανάπνευσε τις χίλιες αιθέριες μυρουδιές
Άγγιξε τις πολύχρωμες αθάνατες πεταλούδες
Άσε ένα με τη φύση το πνεύμα σου να γίνει, όπως τόσους αιώνες πριν
Τότε που ο άνθρωπος δεν μετρούσε τη σκιά του ήλιου, τότε που όλα ήταν σήμερα
Θα θελα μια μέρα, σαν μικρό παιδάκι,
να με πάρεις απ’ το χέρι και να περπατήσουμε για λίγο
ναι, Βιαστικέ άνθρωπε, σ’ εσένα μιλάω
Βγες απ το γραφείο, σβήσε τον υπολογιστή, παράτα τα όλα ..ΖΉΣΕ
Κλείσε πια τον εγκέφαλο και άνοιξε την καρδιά σου
Όσο η Άνοιξη είναι εδώ …..







Παρασκευή 25 Φεβρουαρίου 2011

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗ

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗ

Στο τσαρδί του Καραγκιόζη πάνε τώρα κάτι χρόνια
Μπήκε βαρυχειμωνιά και επέσανε και χιόνια
Κοντεύαν και Χριστούγεννα, μεγάλο γεγονός
Κι ο Καραγκιόζης γιόρταζε σαν κάθε Χριστιανός

Η Αγλαία μια και δυο, τον αντρούλη της ρωτάει
Μιας και έρχονται γιορτές, από χρήματα πως πάει
Μα ο Καραγκιόζης τι να πει, που ολημερίς κοιμόταν
Να πάει να βρει καμιά δουλειά, ποτέ του δε θυμόταν

Η Αγλαία θύμωσε και του δειξε μια λίστα
Το Κολλητήρι ήθελε κουρσάρες και μια πίστα
Ο Μιρικόκος μαρκαδόρους και μπλοκ ζωγραφικής
Και ο Κοπρίτης ένα πλήρες σετ ζαχαροπλαστικής

«Ένα γαλόπουλο παχύ το έθιμο προστάζει
Θέλω και παραγέμιση και κάστανο να σπάζει
Ακούεις άντρα τι ζητώ», του λέει η Αγλαία
«Ακούω γυναικούλα μου, όμως δεν έχω μία.»

«Να πάς να βρεις καμιά δουλειά, φτάνει να τεμπελιάζεις
Πόσο πια μες τον καφενέ, να ξημεροβραδιάζεις;»
Έτσι λοιπόν ο φίλος μας το άλλο το πρωί
Κοστούμι βάζει και παπιγιόν, δουλειά πάει να βρει

Στο δρόμο που επήγαινε, τύχη είχε μεγάλη
Να το Χατζηαβάτη μας, το φίλο τον τελάλη
«κύριοι, ακούστε, κύριοι» φωνάει ευθύς αυτός
«ο Καραγκιό πάει στη δουλειά, ή πάει για γαμπρός»

Μέχρι να στρίψει στη γωνιά, στα πόδια του μπροστά
Ένα σακούλι πρόσεξε, τ΄αρπάζει στα κρυφά
Τα ανοίγει μάνι μάνι και μέσα τι να δει
Λίρες χρυσές μανούλα μου και πάει να τρελλαθεί

Στην Αγλαίτσα πάει κύριος, της δίνει τα μισά
Να πάρει δώρα και φαγιά κεντήματα χρυσά
«Μα που τα βρήκες τα λευτά» ρωτάει αυτή ευθύς
«Τον Άγιο να ευχαριστείς, που τα στειλε νωρίς»

Κι ο Καραγκιόζης που ήτανε,  έξυπνος όπως πάντα
Φύλαξε τις λυρίτσες του, τις έβαλε στην μπάντα
Κι άμα μια λίρα μοναχά θα σπαταλά το μήνα
Μέχρι του χρόνου σκέφτεται, θα την περάσουν πρίμα

Έτσι λοιπόν περάσανε, Χριστούγεννα ωραία
Πήρανε δώρα τα παιδιά και παίξανε παρέα
Φέραν και ένα  γαλόπουλο, να φάνε και να πιούνε
να φαν, να πιουν και νηστικοί, να πα να κοιμηθούνε

ΣΤΟΥ ΚΥΡ ΘΑΝΟΥ ΤΟ ΑΜΠΕΛΙ

ΣΤΟΥ ΚΥΡ ΘΑΝΟΥ ΤΟ ΑΜΠΕΛΙ

Στου κυρ – Θάνου το Αμπέλι, δύο κότες στρουμπουλές
η Ασπρούλλα κι η Κοκκίνω, κάνουνε χρυσές δουλειές

Το πρωί σαν ξημερώσει και φυσήσει τ΄αεράκι
Από το αμπέλι κάτω, πέφτει φρέσκο σταφυλάκι

Τρέχουν τότε οι κοκόνες, το σταφύλι να τσιμπήσουν
Μέχρι και το τελευταίο, τίποτα να μην αφήσουν

Όμως λαίμαργες που είναι , το σταφύλι πως να φτάσει
Λίγο η μια και λίγο ή άλλη, η κοιλιά που να χορτάσει;

Τότε οι δυο φιλενάδες, κάτσανε για να τα πούνε
Μήπως βρούνε καμιά λύση, σοβαρά να το σκεφτούνε

«Μια ιδέα» η Ασπρούλλα, λέει «έχω στο μυαλό
Τι θα έλεγες στις πλάτες να με πάρεις μια και δυο;»

«άμα πάνω σου ανέβω, θα ψηλώσω και θα φτάσω
το σταφύλι στη στιγμή, το μισό θα σου κεράσω»

«Μα ακούς τι λες κυρά μου, θα μου γδάρεις τα φτερά
Πρώτα δες ν΄αδυνατίσεις , πριν ανέβεις στην ουρά »

Έτσι συμφωνία κάναν, να μείνει η Άσπρη νηστικιά
Λίγο βάρος για να χάσει, ν΄αλαφρύνουν τα φτερά

Πέρασαν λοιπόν οι μέρες και έκαναν σαν είχαν τάξει
Η Κοκκίνω μάσα-μάσα  μα η Άσπρη το΄χε ράψει

Το σταφύλι για να φτάσουν και να τρώνε ολημερίς
Μόνο λίγο να κοιμούνται απ τις δώδεκα ως τις τρεις

Στου κυρ Θάνου το αμπέλι, δύο κότες στρουμπουλές
Το σταφύλι δεν χορταίναν, ήταν και οι δυο τρελλές

Φάε φάε η Κοκκίνω ως τις δώδεκα είχε σκάσει
Κι απ΄την πείνα η Ασπρούλλα ως τις τρεις τα χε τινάξει

Ο ΓΕΡΑΣΜΕΝΟΣ ΔΡΑΚΟΣ

Ο ΓΕΡΑΣΜΕΝΟΣ ΔΡΑΚΟΣ

Ένας δράκος γερασμένος
Μες στην σκοτεινή σπηλιά του
Έπεσε σε μαρασμό
Κι είχε χάσει τη μιλιά του

Μόνο λίγο με τα μάτια
Έξω παρακολουθούσε
Και τα περασμένα νιάτα
Μέρα νύχτα αναπολούσε

Τότε που ΄ταν στα καλά του
Και τον έτρεμε η πλάση
Τώρα κόντευε σχεδόν
Και το φως του πια να χάσει

Μές στην σκοτεινή σπηλιά του
Όλη μέρα μοναχός
Με μαράζι ξεφυσούσε
Κι ούτε έβγαινε καπνός

Τη δράκαινα του είχε χάσει
Πάνε τόσα χρόνια τώρα
Αλλά κι΄ όλα τα δρακάκια
Είχαν φύγει απ΄ τη χώρα

Τι να κάνει o γέρο-δράκος
Μες τ΄ αγιάζι και το κρύο
Κάνει αίτηση να πάει
Στο δρακογηροκομείο

Τη σπηλιά την κρύα ν΄αφήσει
Και στο ίδρυμα να πάει
άλλους δράκους να γνωρίσει
και ζεστό φαί να φάει

Ωσπου ο δράκος ήταν νέος
Όλα φαίνονταν ωραία
Μα τα χρόνια σαν περάσουν
Όλοι θέλουν μια παρέα

Και ο δράκος και η κάμπια
Και του τσοπανάκου η γίδα
Όλοι τους όταν γεράσουν
ζητούν αγάπη και  φροντίδα

Το Λενάκι

Το Λενάκι

Ελένη, Λενάκι, Ελενάκι μου

Έλα στο σπίτι, στο σπιτάκι μου

Να φάς πίτα, πιτούλα, μια τυροπιτούλα

Να δεις τη γάτα, γάτα μου, την όμορφη γατούλα

Να πιεις νερό, νεράκι μου, να φας και νερατζάκι

Να πάμε βόλτα στο βουνό, μετά στο χωριουδάκι

Να φάμε μια χορτόπιτα, με πράσο και ραδίκια

Να πάμε στη λιμνούλα,  να ρίξουμε χαλίκια

Να δούμε τα βατράχια, που κάθονται στα βράχια

Να δούμε και τ΄αστέρια που λάμπουνε τα βράδια

Να πάμε και βαρκάδα σαν πέσει φεγγαράδα

Και στο σπιτάκι μου μετά να πιούμε λεμονάδα

Να πάμε και να ρθούμε νωρίς να κοιμηθούμε

Γιατί ξανά ποιός ξέρει μάτια μου πότε θ΄ανταμωθούμε;

Σαν φύγεις απ το σπίτι, το σπιτάκι μου

Ελένη, Λενάκι, Ελενάκι μου

ΤΑ ΒΟΤΣΑΛΑΚΙΑ

ΤΑ ΒΟΤΣΑΛΑΚΙΑ

Ψηλά σ΄απόκρημνο βουνό και σε βαθύ λαγγάδι,
είχ΄ ένα έρημο χωριό μ’ένα ξερό πηγάδι
Ζούσαν εκεί δυο αδελφές, η Πέτρα κ΄η Μαλάμω
η μία ζούσε στα χρυσά, κι΄η άλλ΄έπεφτε χάμω
Η Πέτρα φούρνο άνοιξε και ζύμωνε όλη μέρα
η άλλη χήρα και φτωχιά, πώς να τα βγάλει πέρα

Η μια με χίλια βάσανα, απέχτησε μια κόρη
Τρία η άλλη έκανε, δυο κόρες κι΄έν΄αγόρι
Στην αδελφή της δούλευε, απ΄το πρωί η Μαλάμω
Και στην ποδιά της μάζευε, τ΄αλεύρι από χάμω
Να πάει το βράδυ σπίτι της, πιττούλες για να φτιάξει
Να φάνε τα παιδάκια της , η πείνα τους να πάψει

Μα ένα βράδυ φοβερό, που χε μεγάλη μπόρα
Η Πέτρα με πολύ θυμό, την διώχνει - κούφια ώρα
«που να χεις την κατάρα μου, που κλέβεις το αλεύρι»
«συγχώρα μ΄αδελφούλα μου, μόνο καλό να σ΄εύρει»
Μα είχε πέτρα την καρδιά, πώς να τη συγχωρήσει;
Δεν είχε αγάπη μέσα της, αλεύρι να  χαρίσει

Πάει η Μαλάμω σπίτι της, με την ουρά στα σκέλια
Δεν είχε αλεύρι-ούτε ψωμί, μον άδεια΄ειχε τα χέρια
Κι΄απ το πολύ μαράζι της που κλαίγαν τα παιδάκια
Πιάνει και βάζει στη φωτιά, να ψήσει βοτσαλάκια
Πηγαίνετ΄αγγελούδια μου νωρίς να κοιμηθείτε
Και μόλις το φαί ψηθεί, φωνάζω σας να ρθείτε

Μα πώς να ψήσει το φαί, που ψέμματα τους λέει
Και η Μαλάμω μόνη της, όλο το βράδυ κλαίει
Μα ξάφνου στην άφεγγη νυχτιά και στην μεγάλη μπόρα
Η πόρτα του σπιτιού χτυπά. «Ποιος να΄ναι τέτοια ώρα;»
«Άνοιξε κόρη μου χρυσή, που να χεις την ευχή μου»
« τι από με ζητάς παππού, κι΄έρχεσαι στην αυλή μου;»

«ένα ποτήρι με νερό, λίγο ψωμί να φάω
Να ξημερώσει ο Θεός, και στο καλό να πάω»
«Μείνε παππού, μετά χαράς, δε θα σε μαραζώσω,
Μα στο τσουκάλι μου φαί, δεν έχω να σου δώσω»
«γιατί λες κόρη μου καλή, ψέμματα σ΄ ένα γέρο;»
«αφού δεν έχω τίποτες, ψωμί πώς να σου φέρω;»

«Και , τι ΄ν΄αυτό που ψήνεται, κει πέρα στη φωτιά σου;
Θες να πιστέψω νηστικά κοίμησες τα παιδιά σου;»
«αλίμονο μου νηστικά κοίμησα τα μικρά μου,
Βότσαλα ψήνω στη φωτιά και σκίζεται΄η καρδιά μου»
«Άνοιξε κόρη μου να δω τα μαύρα βοτσαλάκια
Με δες που λέει ψέμματα και ψήνει φασολάκια»
«αλήθεια λες καλέ παππού, να ζήσεις χίλια χρόνια
Μόνο με θαύμα γίνονται, τα βότσαλα φασόλια»
«Ξύπνα Μαλάμω τα παιδιά, να φάμε και να πιούμε
Φέρε μας και γλυκό κρασί, να το φχαριστηθούμε
Και να χεις πίστη στο Θεό που όλα τα κοιτάζει
Χορτάνει εκείνους που πεινούν και διώχνει το μαράζι»

ΤΑ ΜΥΡΜΗΓΚΙΑ ΠΑΝΕ ΔΙΑΚΟΠΕΣ

ΤΑ ΜΥΡΜΗΓΚΙΑ ΠΑΝΕ ΔΙΑΚΟΠΕΣ

Ζέστη κάνει αφόρητη στη μυρμηγκοπολιτεία
Βαθμούς σαράντα και μισό στην κυριολεξία
Πέντε μυρμήγκια ατρόμητα που ολημερίς δουλεύουν
Κοντεύουνε να σκάσουνε και πια δεν την παλεύουν
Αποφασίζουν τη δουλειά λοιπόν να παρατήσουν
Ψίχουλα, σπόρια και καρπούς για λίγο να αφήσουν

Μετράνε τ’ αποθέματα, γεμάτη η αποθήκη
Απ΄ έξω βάζουν φύλακα,  ένα τυφλό ποντίκι
Παίρνουν τα μπογαλάκια τους να πάνε διακοπές
Το χάρτη ανοίγουν με χαρά, βρίσκουν την Μπαγκλαντές
Χάρμα θα την περνάν εκεί,  θα΄χει πολλή δροσιά
Θα ζούνε μέσα στους αγρούς και θα ρουφούν κρασιά

Χωρίς να χάσουνε καιρό,  βγάζουν διαβατήρια
Πάνε σε ταξιδιωτικό, κόβουν και εισητήρια
Μα όταν έρχεται η στιγμή, να μπουν στ΄ αεροπλάνο
Φόβος τους πιάνει ομαδικός, μην πέσουν από κει πάνω
Μαζεύουν τις βαλίτσες τους, γρήγορα κατεβαίνουν
Τ΄αεροπλάνο χαιρετούν σε πλοίο ανεβαίνουν

Μιας και δεν παν στην Μπαγκλαντές ας πάνε κρουαζιέρα
Πέρα απ΄τη Μεσόγειο κι απ’ τα στενά πιο πέρα
Μα πριν το πλοίο κινηθεί και βγει απ το λιμάνι
Και πάλι φόβος τρομερός, τα μυρμηγκάκια πιάνει
«Λες καταιγίδα να μας βρει, να πέσουμε σε μπόρα;
Κολύμπι εμείς δεν ξέρουμε, φύγαμε μάγκες τώρα…»

Το πλοίο πήγε στο καλό, μα τα μυργμήγκια μένουν
Για ύστατη προσπάθεια, σε τρένο ανεβαίνουν
Ταξίδι μιας και δεν θα πάνε σ΄άλλους προορισμούς
Λένε να πάν εδώ κοντά , να δουν κάτι γνωστούς
«Βρε, μ΄αν το τρένο συγκρουστεί και εκτροχιαστούμε;
Ας μην το πολυρισκάρουμε,  λέω να κατεβούμε. »

Κουράστηκαν οι φίλοι μας, ανέβα και κατέβα
Κι αφόρητος ο καύσωνας, δεν παίρνουνε αέρα
Αμάξι νοικιάζουνε και μπαίνουν όλοι μέσα
Μέσα τον ενθουσιασμό, ξεχνάνε και τα ρέστα
Σε στέκι παραλιακό, κλείνουνε για να πάνε
Μα πριν τη διασταύρωση,  πίσω ξαναγυρνάνε

Μεσάνυχτα και βρίσκονται στο ίδιο το σημείο
T΄αεροπλάνο έφυγε, το ίδιο και το πλοίο
Το τρένο το φοβήθηκαν , τ΄αμάξι δεν τους κάνει
Λίγο το σκέφτονται λοιπόν, γελόκλαμα τους πιάνει
Είμαστε φοβιτσιάρηδες, γερό το μάθημα μας
Εμπρός τα ποδαράκια μας και πίσω στη φωλιά μας

ΤΡΕΛΛΑΘΗΚΑΝ ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

ΤΡΕΛΛΑΘΗΚΑΝ ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Μες στον ύπνο μου φαντάσου, χίλιες μύριες ιστορίες
Τρελλάθηκαν τα παραμύθια,  κι αρχίσαν φασαρίες
Ο κοντορεβυθούλης ψήλωσε πάει για μπασκετμπολίστας
Σε ρεσιτάλ ο Πήτερ Παν, πρώτης τάξεως πιανίστας
Οι νάνοι εγκατέλειψαν την όμορφη Χιονάτη,
Οι έξι πάνε στο Περού κι ο άλλος στη Βαγδάτη

Τα γουρουνάκια εργοληπτική φτιάξανε εταιρία
Κτίσανε σπίτια ένα σωρό και μια πολυκατοικία
O λύκος τώρα πια δε ζεί, στο δάσος, το φοβάται
Μ΄όλα τα φώτα ανοιχτά, θέλει πια να κοιμάται
Στα γουρουνάκια πάει ευθύς, δυάρι να νοικιάσει
Να ζει σε όροφο ψηλό, απ΄όλα να ξεγνοιάσει

Στον πρίγκηπα η σταχτοπούτα, άφησε τα παιδιά
Μαθαίνει υπολογιστές και ψάχνει για δουλειά
Aπ΄το παλάτι έδιωξαν, τον μαγικό καθρέφτη
Τα κατσικάκια έχουν χαθεί και τον φωνάζουν φταίχτη
H Ραπουνζέλ βαρέθηκε, το λουκ θέλει ν΄αλλάξει
Θα κόψει το μακρύ μαλλί, και μαύρο θα το βάψει

Ο γίγαντας  γυμνάζεται, θέλει ν’ αδυνατίσει
Να πάει στους ολυμπιακούς, μετάλλεια να κερδίσει
Η κοκκινοσκουφίτσα πέταξε, το όμορφο παλτό της
Ξεχνά την άρρωστη γιαγιά και τρέχει στον καλό της
Και μια κακάσχημη γριά, μάγισσα με μασέλες
Μοντέλο θέλει να γενεί, να βγει στις πασαρέλες

Δέκα παιδιά ο Αλαντίν κι έρχονται άλλα δύο
Έχει ξεφτίσει το χαλί και παίρνει λεωφορείο
Το τζίνι το ζαλίσανε και  μ’ όλα αυτά θα σκάσει
Στον Πόλο πάει διακοπές για λίγο να ησυχάσει
Κι εμένα που με βλέπεται, σαν ξανακοιμηθώ
Τις ιστορίες που θα δώ, θα ρθω να σας τις πω

Η ΑΛΦΑ - ΒΗΤΑ

Η ΑΛΦΑ – ΒΗΤΑ

Σήμερα να μάθω είπα
Τη δική μου ΑΛΦΑ – ΒΗΤΑ

ΑΛΦΑ όπως λέμε Άννα
ΒΗΤΑ σαν τη Βυσσινάδα

ΓΑΜΜΑ γάτα και γιο-γιο
ΔΕΛΤΑ δελφίνι στο γυαλό

ΕΨΙΛΟΝ το ελεφαντάκι
ΖΗΤΑ  ένα ζαρκαδάκι

ΗΤΤΑ ο ήλιος ο λαμπρός
ΘΗΤΑ ο κυρ-θυρωρός

ΓΙΩΤΑ  ιπποπόταμος χοντρός
ΚΑΠΠΑ κόκορας καμαρωτός

ΛΑΜΒΔΑ τα λεωφορεία
ΜΙ μανούλα και Μαρία

ΝΙ  νεράιδα μαγική
ΞΙ  μια ξύστρα πλαστική

ΟΜΙΚΡΟΝ η οδοντογλυφίδα
ΠΙ για την πυγολαμπίδα

ΡΟ τα νόστιμα ραβιόλια
ΣΙΓΜΑ τ’ απαλά σεντόνια

ΤΑΦ για το ταχυδρομείο
ΥΨΙΛΟΝ το υφαντουργείο

ΦΙ ψηλά το φεγγαράκι
ΧΙ ψηλώνω το χεράκι

ΨΙ στη γυάλα ένα ψάρι
Τ’ ΩΜΕΓΑ ώρα θα μου πάρει

Έτσι τώρα όπως τα είπα
Έμαθα την ΑΛΦΑ - ΒΗΤΑ

Πάμε τώρα όλοι μαζί
Να την πούμε απ΄την αρχή

Ο ΑΧΛΑΔΑΚΗΣ ΠΑΕΙ ΣΧΟΛΕΙΟ

Ο ΑΧΛΑΔΑΚΗΣ ΠΑΕΙ ΣΧΟΛΕΙΟ

Ο Αχλαδάκης σαν γεννήθει, φρούτο ήτανε μικρό, άσχημο και πρασινάκι
Η μαμά Αχλάδα όμως, με αγάπη περισσή, φρόντιζε τον Αχλαδάκη

Φέτος που έξι έκλεισε, σαν όλα τα φρουτάκια, θα πάει στο φρουτοσχολειό,
Για να μάθει καθώς πρέπει, την φρουτοαλφαβήτα, κι’ ένα κι ένα κάνουν δυό

Πέρασε το καλοκαίρι, ήρθε κιόλας ο Σεπτέμβρης, η πρώτη τάξη αρχινά
Να σου και ο Αχλαδάκης, τη μαμά κρατά απ το χέρι, αχ η καρδούλα πως χτυπά

Με τραγούδια και φωνές, τα φρουτάκια παν στις τάξεις, το κουδούνι σαν χτυπά
Μα ο αχλαδάκης στη γωνιά, με ματάκια δακρυσμένα,  δεν αφήνει τη μαμά

Για τη δουλειά η μαμά θ’ αργήσει, στην τάξη γρήγορα τον πάει, στο καινούργιο του θρανίο
Κι όλα τ΄άλλα τα φρουτάκια, έχουν κιόλας πάρει θέση και ανοίξει το βιβλίο

Γύρω γύρω του κοιτάει, με χαρά ο Αχλαδάκης, ξέρει όλα τα φρουτάκια
Τον γελαστό τον Ανανούλη, τη μικρή τη Φραουλίτσα, τα δίδυμα τα Κερασάκια

Να σου και η Λεμονίτσα, με τα μούτρα ξινισμένα, στην πρώτη πρώτη τη σειρά
Κι΄ ολοκόκκινη η Μηλίτσα, με σκυμμένο το κεφάλι, να κοιτάει ντροπαλά

Μ΄ ένα όμορφο φουστάνι, μπαίνει τώρα η δασκάλα, «καλημέρα σας φρουτάκια»
«καλημέρα κυρά Μπανάνα», απαντούν με μια φωνή και χτυπάνει παλαμάκια

« Άλφα, βήτα, ένα-δυο τρία, πάμε μπρος φρουτάκια, όλα θα τα μάθουμε μαζί.
Άλφα, βήτα, ένα-δύο τρία, πάμε μπρος φρουτάκια , καλή επιτυχία»

Προδοσία, το αίσθημα της αηδίας και ανάπτυξη ψυχοσωματικών δερματικών παθήσεων

  Feeling disgusted and breaking out in a skin rash after a major betrayal are deeply connected psychosomatic and neurobiological reactions ...