Τετάρτη 29 Απριλίου 2026

η Ακτή

 Δεν θέλω να απομακρυνθώ από αυτήν την ακτή. Δεν θέλω ούτε εσύ να φύγεις. Θέλω να κάτσουμε δίπλα ο ένας στον άλλο, να ακούμε την ίδια μουσική, να πίνουμε από το ίδιο τσάι, να βλέπουμε τα ίδια κύματα και να αναπνέουμε τον ίδιο αέρα. Με τα λόγια, με τα λόγια δεν τα πάω και τόσο καλά, αλλά με το κενό, με αυτό τα καταφέρνω πάντα. Με το κενό, την σιωπή, όταν δεν έχουμε κάτι καινούριο να πούμε. Θέλω να σε βλέπω, κι ας μη μου μιλάς. Να σκύβω προς το μέρος σου και να σε μυρίζομαι, να ζηλεύω γιατί σε καταπίνει πάλι μια πολύ προσωπική μελαγχολία. Θέλω να μπορούσα να σου εξηγήσω την αλήθεια, μα πάλι πήγαν και ξηλώθηκαν οι λεξεις, τις κατάπιε πάλι εκείνη η λαίμαργη θολούρα, και πες μου πώς να περιγράψεις με είκοσι τέσσερα γράμματα, ένα παρελθόν που σε καταπίνει. Είναι παράξενη η μέρα, η μέρα που έρχεται ένας νέος άνθρωπος στη ζωή σου και σε πλημμυρίζει ξανά από την αρχή όλη εκείνη η ελπίδα, και όλα αλλάζουν, επιστρέφει το χρώμα στα μάγουλα σου και σταματά η ζωή σου να είναι σαν ασπρόμαυρη ταινία. Άσε τις λέξεις, δεν έχω ούτε εγώ άλλες πια να πω, ούτε να τις συντάξω, ούτε να τις προφέρω, ούτε να τις αναμασήσω. Μεταξύ μας, είναι μέρες και στιγμές που τις σιχαίνομαι. ‘Ασε τις λέξεις, για τους λόγιους, τους φιλοσόφους και τους πολιτικούς. Σε μένα δώσε μου μόνο το χρώμα σου. Είναι παράξενη η μέρα, η μέρα που έρχεται η αγάπη, είναι σαν παιδί που σου το αρπάζουν μέσα από τα σπλάχνα, και εσύ το ήθελες να είναι πάντα μέσα σου. Γιατί ξέρεις πώς άμα το γεννήσεις, θα μεγαλώσει, θα φύγει, θα γίνει άνθρωπος μεγάλος και εκείνο το παιδί δεν θα υπάρχει πια, θα ψάχνεις κάτι παλιές φωτογραφίες να θυμηθείς πώς έμοιαζε. Είναι παράξενη η μέρα που έρχεται η αγάπη, είναι γεμάτη χαρά και πείνα και λαχτάρα να τα ξανακάνεις πάλι όλα, να τα ξαναζήσεις πάλι όλα, να τα ξαναδώσεις πάλι όλα και γίνεσαι ηφαίστειο, και τρέχει από τις οπές η λάβα σου, ο ιδρώτας, το σάλιο, το δάκρυ σου και είναι ένας άνθρωπος που σε αρπάζει από το χέρι και σε τραβάει, έλα, έλα, έλα να παίξουμε, να τρέξουμε, να γίνουμε παιδιά. Και εσύ βάζεις φορέματα και καπέλο ψάθινο και είσαι και πάλι εκείνη η παιδούλα, εκείνη που ξέχασες πώς υπήρχε, εκείνη που ήταν πάντα εκεί κρυμμένη, ήσυχη, να μην σε ενοχλεί κάνοντας φασαρία. Πες μου μόνο, πώς τα κατάφερες και με συνοπτικές διαδικασίες την απόδιωξες πάλι; Πώς γίνεται να μην χαρούμε ποτέ μας ένα ολόκληρο απόγευμα, πώς μαζεύονται με μιας τα σύννεφα, πώς σκοτεινιάζει ο ουρανός, πώς μας πνίγει χωρίς προειδοποίηση αυτή η τρικυμία; Ένα απόγευμα ήθελα όλο κι όλο, εγώ και εσύ να κάτσουμε ο ένας δίπλα στον άλλο, να ακούμε την ίδια μουσική, να πίνουμε από το ίδιο τσάι, να βλέπουμε τα ίδια κύματα και να αναπνέουμε τον ίδιο αέρα.

Έχω νυστάξει, τα μάτια μου κλείνουν, είναι ο ύπνος ένα γαλάζιο καταφύγιο, γερμένη πάνω στις πέτρες θα τον αφήσω να με πάρει γλυκά, θα ανοίγω τα μάτια μου να κοιτάζω λίγο τον ουρανό και θα τα ξανακλείνω. Είναι πικρή η αλήθεια αγάπη μου, πως δεν μάθαμε ακόμα να αγαπούμε, μια κατανόηση ή συμπαράσταση δείχνουμε μόνο αν μας δείξει ο άλλος μια πληγή που μοιάζει λίγο με την δική μας, αν μας περιγράφει έναν πόνο που τον νιώσαμε και εμείς, αν μας τάξει ένα μέλλον που το ονειρευτήκαμε ήδη, πριν έρθει εκείνος. Το λέμε αγάπη, αν ταιριάζουν τα κουτάκια μας, στις διαστάσεις και στο βάθος, αν μου δίνεις κι αν σου δίνω, και είναι αυτή μια δίκαιη συναλλαγή. Και εγώ δεν ξέρω να αγαπήσω, παρά μόνο να είμαι υπομονετική, χαμογελαστή, και να αντέχω στωικά ότι με πληγώνει.
Παρόλα αυτά δεν θέλω να απομακρυνθώ από αυτήν την ακτή. Είναι οι πέτρες μου, είναι οι βράχοι μου, είναι τα αγριόχορτα μου, είναι εκείνη η όμορφη σιωπή, τόσες μέρες περίμενα να στην δείξω, πόσο όμορφη είναι η απέραντη σιωπή.
Δεν θέλω να απομακρυνθώ, ούτε κι εσύ ….

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

η Ακτή

  Δεν θέλω να απομακρυνθώ από αυτήν την ακτή. Δεν θέλω ούτε εσύ να φύγεις. Θέλω να κάτσουμε δίπλα ο ένας στον άλλο, να ακούμε την ίδια μουσι...