Παρασκευή 5 Ιουλίου 2024

δε θέλω να κάνουμε έρωτα απόψε

 Πήγαινε πάντα πρώτος στο ξενοδοχείο και της έστελνε τον αριθμό του δωματίου

Ερχόταν ένα σκέτο μήνυμα με ένα αριθμό
Δύο η ώρα το πρωί και έμπαινε στο μικρό μαύρο αυτοκίνητο για να πάει κοντά του. Η καρδιά της κάλπαζε και το σώμα της τσίτωνε και χίλιες σκέψεις περνούσαν από το μυαλό της εκείνα τα πέντε έξι λεπτά μέχρι να διανύσει τον άδειο δρόμο, να φτάσει στο παλιό άθλιο ξενοδοχείο, απ’ εκείνα τα παρακμιακά που πάνε εκεί μόνο πελάτες που θέλουν να πηδηχτούν.
Χίλιες σκέψεις, ταχυπαλμία, να μην κάτσει λάτσιχο, να μην πιάσει κόκκινο. Γαμώτο άναψε κόκκινο, θα αργήσω τριάντα δευτερόλεπτά. Γαμώτο, γαγώτο, γαμώτο… θα αργήσω και εκείνος θα περιμένει. Παρκάρει, μπαίνει στον σκοτεινό προθάλαμο και πατά το κουμπί του ανσανσέρ, ο ρεσεψιονίστ προσποιείται πως κοιμάται ή κοιτάει αλλού να μην φέρνει τις γυναίκες σε δύσκολη θέση.
Οι άντρες δεν νοιάζονται, πάνε πάντα πρώτοι, πάντα μόνοι, πληρώνουν πάντα προκαταβολικά, παίρνουν το κλειδί για το δωμάτιο και κοιτάνε το ρεσεψιονίστ με εκείνο το υφάκι του εκείνος ξέρει γιατί πήγε εκεί και ο άλλος ξέρει ότι ο άλλος ξέρει και χαμογελάνε με το κοινό μυστικό, ξέροντας ότι ο ένας θα περνάει καλά όσο ο άλλος θα βαράει μαλακία περιμένοντας να περάσει η νυχτερινή βάρδια του.
Ο ρεσεψιονίστ κοιτάει την ώρα και την γυναίκα που κάποτε την κουβαλά ο άλλος μαζί του και κάποτε έρχεται μόνη της δεύτερη.
Άλλες ψηλές άλλες κοντές, άλλες εισαγώμενες και άλλες ντόπιες, από το κορμί τις μετρά φάτσες ποτέ δεν βλέπει, είπαμε κρατάει μια διακριτικότητα απέναντι στα κορίτσια που έρχονται. Άλλες όμορφες άλλες όχι και τόσο αλλά όλες μα όλες είναι εκεί για ένα σκοπό. Για να περάσουν όμορφες στιγμές και να χαρίσουν όμορφες στιγμές, άλλοτε με πληρωμή και άλλοτε για λόγους βαθιάς ερωτικής επιθυμίας.
110 πρώτος όροφος, δεύτερος όροφος ένα νούμερο πάνω, ένας στενός διάδρομος, ένα φθαρμένο χαλί, μια μυρωδιά από μούχλα, 102,104,106,108,110 η πόρτα μισάνοιχτη.
Η πόρτα είναι πάντα μισάνοιχτη και εκείνη δεν χτυπά ποτέ. Μπαίνει μέσα, εκείνος έχει φυλάξει τα παπούτσια του στο ντουλάπι του δωματίου γιατί είναι νυκοκοιρεμένο παιδί και δεν θέλει τα παπούτσαι του να χαλάνε την αισθητική του κατά τα άλλα ξεχαρβαλωμένου δωματίου. Έχει ήδη κάνει ντους, το μπάνιο και ο καθρέφτης είναι γεμάτος ατμούς που βγαίνουν από την μισόκλειστη πόρτα.
Το δωμάτιο είναι σκοτεινό, εκείνος είναι ξαπλωμένος και έχει σκεπαστεί με το λευκό σεντόνι μέχρι επάνω και προσποιείται ότι κοιμάται. Η πόρτα κλείνει. Εκείνη μπαίνει στο μπάνιο, βγάζει τα ρούχα και βάζει ένα λευκό κοντό σατέν νυχτικό. Τα άλλα όλα είναι έτοιμα, έχει λουστεί από πριν, έχει βουρτσίσει τα δόντια από πριν, έχει αρωματιστεί, δεν έχει χρόνο να χάνει.
Σβήνει το φως του μπάνιου. Περπατά αργά προς την πλευρά που είναι ξαπλωμένος εκείνος κα κάθεται δίπλα του. Σκύβει και ακουμπά τα χείλη της στα δικά του. Εκείνος μισανοίγει το στόμα του. Μυρίζει όμορφα, έχει πιπιλίσει μια γλυκιά κουφέτα γιατί ξέρει ότι εκείνη σιχαίνεται τη μυρωδιά του τσιγάρου. Τα μαλλιά του είναι βρεγμένα και είναι και πάλι αμετανόητος και αξύριστος.
Εκείνος τραβάει πιο μέσα και της κάνει χώρο. Εκείνη ξαπλώνει δίπλα του και με γυρισμένη ην πλάτη κολλάει το σώμα της στο δικό του. Το σώμα του είναι παγωμένο ακόμα δεν πρόλαβε να ζεσταθεί κάτω από το λεπτό λευκό σεντόνι. Εκείνη είναι πιο ζεστή και απλώνεται επάνω του η θερμοκρασία της και τον περιτυλίγει. Εκείνος κρύβει το πρόσωπο του στα μαλλιά της και παίρνει ανάσα βαθιά και την τραβά πιο κοντά του.
Εκείνη ψιθυρίζει χαμηλόφωνα
-Δε θέλω να κάνουμε έρωτα απόψε
- οκ ! λέει εκείνος.
Τραβάει αργά το νυχτικό της από τον γοφό προς τα πάνω, εκείνη ανασηκώνεται και κάθεται για λίγο στο κρεβάτι σηκώνοντας τα χέρια προς τα πάνω, εκείνος τραβά το ύφασμα προς τα πάνω αργά και αποκαλύπτει εκατοστό εκατοστό το γυμνό κορμί της στο λιγοστό φως που μπαίνει από το παράθυρο. Ξαπλώνει και πάλι και εφαρμόζει δίπλα του.
- Δε θέλω να κάνουμε έρωτα απόψε, επαναλαμβάνει εκείνη.
- Οκ ! λέει εκείνος.
Την αγκαλιάζει σφικτά ενώ στο κάτω μέρος την ακουμπάει η στύση του.
- Δε θέλω, επαναλαμβάνει εκείνη.
- Το ξέρω ! λέει εκείνος
Στις εφτά το πρωί γυρίζει στο σπίτι. Εκείνος φεύγει πρώτος και εκείνη δεύτερη. Βρίσκονται στα φώτα . Εκείνος είναι σταματημένος μπροστά της και εκείνη πίσω του. Την κοιτάζει από το καθρεφτάκι του αυτοκινήτου. Το κινητό της χτυπά.
- Γιατί είσαι εδώ τέτοια ώρα και γιατί μόλις σε είδα να βγαίνεις από εκείνο το φτηνο ξενοδοχείο; Έχεις γκόμενο; την ρωτάει και την κοιτάζει από το μπροστινό αυτοκίνητο.
- Δεν μπορώ να μιλήσω τώρα οδηγώ. Κλείσε.
- Καλώς θα τα πούμε στο σπίτι.
- Θέλω καφέ.
- Θα φέρω
Μαρίνα Σαβεριάδου
Μικρές ερωτικές ιστορίες

στον συνοικισμό

  Το Σάββατο το δείλις επήα στον συνοικισμό. Επαραγγείλαμε σουβλάκια που τη Φωτεινή, όπως τον παλιό τζιαιρό. Πότε ήταν ο παλιός τζιαρός; Τό...